Εξάντας

"Θυμούμαι, άρα υπάρχω" για τον Μανόλη Αναγνωστάκη.

Το ξημέρωμα της Πέμπτης 23 Ιουνίου πέθανε ο ποιητής Μανόλης Αναγνωστάκης. Κηδεύτηκε τη Δευτέρα 27 του μήνα από το Α΄ νεκροταφείο Αθηνών. Η σορός του εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα… Ήταν ένα θλιμμένο απόγευμα και ο κόσμος που θέλησε να αποχαιρετήσει τον ποιητή, πολύς. Η εξώδιος  ακολουθία καθυστέρησε περισσότερο από μισή ώρα. Η ηγεσία του υπουργείου Πολιτισμού ήταν απούσα.
 
Ο ποιητής είχε ήδη συμπληρώσει τα ογδόντα του χρόνια. Το γεγονός έδωσε την αφορμή για αρκετές εκδηλώσεις: στη Θεσσαλονίκη, στην Αθήνα, στα Χανιά. Στην εκδήλωση της 11ης Μαρτίου, υπό την αιγίδα της Νομαρχίας Χανίων, η κα Βαρβάρα Περράκη κατέθεσε προσωπικές εμπειρίες και αποτιμήσεις από την καθημερινότητα μιας σχολικής τάξης, στην εισήγηση της με τίτλο: "Η πρόσληψη από τους μαθητές". Παραθέτω:"Οι μαθητές κατανόησαν ότι επρόκειτο για έναν αριστερό και πολιτικό βαθύτατα ποιητή, που υπήρξε και μελλοθάνατος, εκεί στα όρια της ιστορίας. Ενδιαφέρθηκαν για το σαρκασμό και την ειρωνεία του… Συναντήθηκαν στις στιγμές της απαισιοδοξίας του και στη  διάθεση για καταγγελία ενός σάπιου κόσμου." Σημειώνει πολλά ακόμα, με πιο χαρακτηριστικό: "Αμφέβαλα και φοβήθηκα μη και δε σεβαστούμε όσο απαιτείται το δημιουργό". Η ίδια η ποίηση του Αναγνωστάκη αναίρεσε την αμφιβολία και το φόβο της εκπαιδευτικού (άνθρωπος της τάξης που πιστεύει στη δημιουργική αταξία της λογοτεχνίας, κατά την ίδια), την στιγμή που μπόρεσε, η ποίηση, ο ποιητής, "να μεταλαμπαδεύσει στους νεότερους την ιστορική εμπειρία" [Γιάννης Δάλλας]. Ίσως αυτή η συνάντηση του ποιητή με τους 17άρηδες –αγόρια και κορίτσια- να εξηγεί τα τόσα νέα παιδιά που βρέθηκαν στην κηδεία του. Άλλωστε κι ο ίδιος ο ποιητής το έλεγε "η ποίηση είναι σαν τον έρωτα, υπόθεση νεότητας".
 
Ο 17άχρονος Μανόλης Αναγνωστάκης, στα 1942, βλέπει δημοσιευμένο στα "Πειραϊκά Γράμματα" το ποίημα του που φέρει τον τίτλο "1870 – 1942". Όπως σημειώνει η Άντεια Φραντζή, "τίτλος που υπογραμμίζει τις διαφορές γούστου δύο εποχών, παραπέμπει στη ρομαντική λογοτεχνική παράδοση με την αναφορά στον ποιητή Βασιλειάδη, αλλά συγχρόνως εγκαινιάζει την επίπονη αναμέτρηση του Αναγνωστάκη με το χρόνο". Ένα βασικό μοτίβο του έργου του, που αποτυπώνεται καταφανώς στους τίτλους των συλλογών του: ΕΠΟΧΕΣ, ΕΠΟΧΕΣ 2, ΠΑΡΕΝΘΕΣΕΙΣ, ΕΠΟΧΕΣ 3, Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ, Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ 2, Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ 3, ΤΟ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ`68-`69, Ο ΣΤΟΧΟΣ και το ΥΓ. Ακολουθούμε τα λόγια του ποιητή για να συνθέσουμε: "Οι τίτλοι στα "Περιεχόμενα" άμα τους διάβαζες στη σειρά, φτιάχνουν ένα καινούργιο ποίημα – το πιο όμορφο ποίημα, χωρίς λόγια περιττά, χωρίς φιλολογία, χωρίς φτιασίδια". Αυτή η αναμέτρηση με τον χρόνο εμπεριέχει το τραγικό στοιχείο της ευθύνης: ο ποιητής οφείλει να θυμάται. Ακόμα και όταν σιωπά. Ή με τα δικά του λόγια "Μα ποιος με πόνο θα μιλήσει για όλα αυτά;".
 
Ο ποιητής ολοκληρώνει το σώμα του έργου του με το ΥΓ. Μας έχει προειδοποιήσει: "οι στίχοι αυτοί μπορεί και να `ναι οι τελευταίοι/ Οι τελευταίοι στους τελευταίους που θα γραφτούν/ Γιατί οι μελλούμενοι ποιητές δε ζούνε πια/ Αυτοί που θα μιλούσανε πέθαναν όλοι νέοι/… ".
[Μικρή προσωπική παρένθεση… Είχα την τύχη να διαβάσω το ΥΓ. στο 200στό τεύχος του ΘΟΥΡΙΟΥ, περιοδικό του ΡΗΓΑ, τον Σεπτέμβριο του 1985. Στα 1993, στη Θεσσαλονίκη, με δανεικά από τον εκδότη, αγόρασα την έκδοση της ΝΕΦΕΛΗ, από το βιβλιοπωλείο "ΘΥΜΕΛΗ". Από την πρώτη ανάγνωση, στα δικά μου 17 χρόνια, το τελευταίο αυτό ποιητικό βιβλίο του Αναγνωστάκη με συγκλόνισε.]
Οι διαδοχικές αναγνώσεις του ΥΓ., των ‘σπαραγμάτων’ [Δ. Μαρωνίτης], των θραυσμάτων, της αποσπασματικής και ασυνεχούς γραφής [Φ. Αμπατζοπούλου] μας οδηγούν στη Συνέχεια 3: "Όλο και πιο γυμνά/ Όλο και πιο άναρθρα/ Όχι πια φράσεις/ όχι πια λέξεις/ Γραμμάτων σύμβολα/… Αυτή η συνοχή του έργου φανερώνει τα πρόσωπα του ποιητή.
 
                Ο ποιητής σιωπά. Δηλώνει "πως με την ποίηση νοιώθει ωσάν κουρασμένος φίλαθλος". Εμφανίζεται ο ομότεχνος του Μανούσος Φάσσης, είρων, σαρκαστικός να μιλήσει με ρίμα και λογοπαίγνιο για καθετί που βασανίζει τον ποιητή ("τα πάντα βασανίζουν στη ζωή"). Αυτά τα λόγια -αυτό το τόσο διαφορετικό έργο- αποδίδεται σε ένα φανταστικό πρόσωπο, που επινοεί ο Μ.Α. Άλλωστε το καυστικό χιούμορ του είναι γνωστό στους φίλους του μα και στους αναγνώστες της στήλης του ΘΟΥΡΙΟΥ "η αλληλογραφία μας", με την υπογραφή "ο θείος Λένον που σε όλα απαντά".
 
                Επιχειρώ να γράψω για τον Μανόλη Αναγνωστάκη… Πάνω στο γραφείο βρίσκονται τα βιβλία του, τα αφιερώματα εφημερίδων και περιοδικών, μια φωτογραφία του. Στο δωμάτιο η μουσική των στίχων του, οι μορφές εκείνων που ο ίδιος παρουσιάζει στο έργο του… Στριφογυρίζει ο στίχος "Σε τι βοηθά λοιπόν η ποίηση/…" Ανατρέχω στον Ξ. Α. Κοκόλη "… η σχέση μου με το έργο είχε βαθύνει, έως το σημείο να συνειδητοποιήσω ότι αυτοί οι δύσβατοι στίχοι με βοηθούσαν να ζω καλύτερα. Όποια έκφραση ευγνωμοσύνης θα αδικούσε αυτό που αισθάνομαι."
 
                Ο δικός μας Μανόλης δεν υπάρχει πια. Δεν θα συναντηθούμε σε κανέναν άλλο κόσμο γιατί ξέρουμε ότι άλλος κόσμος δεν υπάρχει.
 
 
 
Σε φιλώ
Α.ΣΤΕΓΟΣ
Ηράκλειο 12.07.05
 
 
Σημειώσεις
1.        Τα αποσπάσματα των ποιημάτων του Μ.Α., "ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1941-1971" εκδόσεις ΣΤΙΓΜΗ 1985.
2.        Οι εισηγήσεις που αναφέρονται, περιοδικό ΑΝΤΙ, τεύχος 846.
3.        Ξ. Α. Κοκόλης "Η ποίηση του Μανόλη Αναγνωστάκη", εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ 2001