12142017Πεμ
ΕνημέρωσηΠεμ, 09 Νοε 2017 11am

Αιρετικές Ιστορίες

Αιρετικές Ιστορίες / Μάρτιος 2006 - φ44

ΓΕΓΟΝΟΣ  1ο  ΑΡΧΕΣ 2003
Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΩΝ ΗΠΑ ΕΝΟΡΧΗΣΤΡΩΝΕΙ ΤΗΝ ΤΕΛΙΚΗ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΟ ΙΡΑΚ, ΚΑΤΗΓΟΡΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΣΑΝΤΑΜ ΧΟΥΣΕΙΝ ΟΤΙ ΚΑΤΕΧΕΙ ΟΠΛΑ ΜΑΖΙΚΗΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ, ΚΑΙ ΑΓΝΟΩΝΤΑΣ ΤΙΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΩΝ  ΗΝΩΜΕΝΩΝ ΕΘΝΩΝ ΓΙΑ ΕΞΕΥΡΕΣΗ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗΣ ΛΥΣΗΣ.
 
ΓΕΓΟΝΟΣ 2ο  ΑΡΧΕΣ 2006
ΚΛΙΜΑΚΩΝΕΤΑΙ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΑ Η ΕΝΤΑΣΗ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΔΥΤΙΚΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΟΥ ΙΡΑΝ, Η ΟΠΟΙΑ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙ ΝΑ ΑΠΟΚΤΗΣΕΙ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΠΥΡΗΝΙΚΗ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ, ΕΝΩ Ο ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΕ ΑΝΑΒΡΑΣΜΟ ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ ΤΩΝ ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΩΝ ΤΟΥ ΜΩΑΜΕΘ.
          Τρία χρόνια μετά την επέμβαση της αμερικανικής κυβέρνησης στο Ιράκ, απέχουμε πολύ από την ειδυλλιακή εικόνα την οποία μας υποσχόταν τότε ο πρόεδρος Μπους για τη Μέση Ανατολή. Η πτώση του δικτάτορα Χουσείν, και η εγκαθίδρυση ενός προτεκτοράτου στο Ιράκ μπορεί να βοήθησε ορισμένα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα, αλλά οδήγησε σε αποσταθεροποίηση, όχι μόνο της συγκεκριμένης περιοχής, αλλά ολόκληρου του κόσμου, καθώς ριζοσπαστικοποίηθηκε ένα μεγάλο κομμάτι των μουσουλμανικών πληθυσμών παγκοσμίως.
 
Το χάσμα που άνοιξε μετά τον πρώτο πόλεμο του Κόλπου, ο οποίος σημάδεψε τα πρώτα μεταψυχροπολεμικά χρόνια, έγινε ακόμη μεγαλύτερο, με αποτέλεσμα, η αντιδυτική προπαγάνδα της Αλ Κάιντα να βρει ακόμη περισσότερο γόνιμο έδαφος, και οι μουσουλμάνοι να θεωρούνται συλλήβδην τρομοκράτες από τη δυτική κοινή γνώμη.
 
          Η απόφαση για εισβολή στο Ιράκ είχε ληφθεί την επομένη της 11ης Σεπτεμβρίου, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι δεν βρέθηκαν στοιχεία που να συνδέουν την τρομοκρατική πράξη με το καθεστώς του Σαντάμ Χουσείν.  Προτεραιότητα βέβαια είχε το καθεστώς των Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν, το οποίο φιλοξενούσε και υποστήριζε τον Οσάμα Μπιν Λάντεν.
 
Η διεθνής κοινότητα, η οποία σοκαρισμένη είχε προσφέρει τη συμμετοχή της μέσω του ΟΗΕ στην πρώτη αυτή επέμβαση, αρνήθηκε, στην πλειονότητα της, να συμμετάσχει στη δεύτερη, θεωρώντας την μη σύννομη με το διεθνές δίκαιο. Ωστόσο παρ’όλη την αντίθεση κυβερνήσεων αλλά και των απλών ανθρώπων οι οποίοι κατέβηκαν στους δρόμους για να διαδηλώσουν την αντίθεση τους στον πόλεμο αυτό, οι ΗΠΑ, μαζί με τη Μεγάλη Βρετανία, κατέλυσαν το καθεστώς του Σαντάμ και κατέλαβαν την ιρακινή επικράτεια.
Βέβαια τα όπλα μαζικής καταστροφής δεν βρέθηκαν ποτέ, ούτε και αποδείξεις για υποστήριξη του ιρακινού καθεστώτος προς την Αλ Κάιντα. Η χώρα διαιρέθηκε σε ζώνες επιρροής, σουννιτική, σιιτική, και κουρδική, και μετατράπηκε σε πεδίο άσκησης των μελλοντικών τρομοκρατών.
Οι αμερικανοί και οι σύμμαχοι τους συμπεριφέρθηκαν στον ιρακινό λαό σαν δυνάμεις κατοχής, ενώ οι διαμαρτυρίες για την παράνομη κράτηση μουσουλμάνων διαφόρων εθνικοτήτων στο Γκουαντάναμο, ενισχύθηκαν με την αποκάλυψη των βασανιστηρίων στις ιρακινές φυλακές του Αμπού Γκράιμπ.
 
          Εν έτει 2006 η κατάσταση εμφανίζεται ακόμη πιο ηλεκτρισμένη, καθώς με την άνοδο του νέου προέδρου στην εξουσία, το Ιράν εμφανίζεται ακόμη πιο αδιάλλακτο για τη χρήση πυρηνικής ενέργειας, την οποία θεωρεί δικαίωμα του, και οι παλαιστινιακές εκλογές αναδεικνύουν την ισλαμική Χαμάς νικητή. Επιπλέον ο απλός λαός των μουσουλμάνων παγκοσμίως, αισθάνεται προσβεβλημένος από τη δημοσίευση γελοιογραφιών οι οποίες αναπαριστάνουν το πρόσωπο του Μωάμεθ.
 
Η Αλ Κάιντα μετά τις βομβιστικές επιθέσεις στο Λονδίνο, κάνει πάλι την εμφάνιση της στον χώρο του Περσικού Κόλπου, με απόπειρα να ανατινάξει τις μεγαλύτερες εγκαταστάσεις διύλισης πετρελαίου που βρίσκονται στη Σαουδική Αραβία.
 
Ο αμερικάνικος λαός αντιλαμβάνεται το βαρύ τίμημα το οποίο πληρώνει, κυριολεκτικά και μεταφορικά σε ανθρώπινες ζωές για τη συνέχιση της κατοχής του Ιράκ, ενώ οι εντάσεις ανάμεσα στο σιιτικό και σουννιτικό στοιχείο στη χώρα εντείνονται, με την προοπτική ενός αιματηρού εμφυλίου πολέμου να μη φαίνεται πολύ μακρινή.
 
Ακόμη και οι Ευρωπαίοι, οι οποίοι κρατούσαν ένα πιο χαμηλό προφίλ στη συμπεριφορά τους απέναντι στη μουσουλμανική κοινότητα, αισθάνθηκαν ότι απειλείται η ελευθεροτυπία, βασικό στοιχείο των ελευθεριών του λεγόμενου δυτικού πολιτισμού, από τα αντίποινα τα οποία εκφράστηκαν με αγριότητα στις μουσουλμανικές χώρες αλλά και τις αντιδράσεις μέσα στην επικράτεια τους.
 
          Όσο και αν η όλη εικόνα μοιάζει με το εφιαλτικό σενάριο του βιβλίου του Χάντιγκτον για τον πόλεμο των πολιτισμών, αυτό που τελικά έχει σημασία είναι ποιον συμφέρει η διαιώνιση αυτής της κατάστασης. Στη Δύση οι κυβερνήσεις βρήκαν την ευκαιρία, με πρώτες τις ΗΠΑ, να περάσουν αντιτρομοκρατικούς νόμους και να περιστείλουν πολλά από τα βασικά δικαιώματα των πολιτών, όπως τα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα, ενώ η δομή τους κράτους γίνεται όλο και πιο ολοκληρωτική, σε αντίθεση με την οικονομία η οποία γίνεται όλο και πιο φιλελεύθερη, χαρίζοντας μεγαλύτερα κέρδη στις επιχειρήσεις.
 
Από την άλλη η επίκληση της μουσουλμανικής ενότητας απέναντι στην διαφθαρμένη και παρηκμασμένη Δύση, βολεύει αρκούντως τα διεφθαρμένα και αντιδημοκρατικά καθεστώτα της Μέσης Ανατολής να διατηρήσουν και να αυξήσουν τη δύναμη τους, καθώς η αντιπολίτευση, όπου υφίσταται, δεν απαιτεί μεταρρυθμίσεις και εκσυγχρονισμό, αλλά ακόμη πιο θεοκρατικές ρυθμίσεις και πολιτικές.
 
Συμπερασματικά, μέσω διχαστικών πρακτικών και διαχωριστικών γραμμών,επιχειρείται μια ουσιαστική οπισθοδρόμηση παγκοσμίως, η οποία περιλαμβάνει πολιτικές και κοινωνικές ελευθερίες, που κατακτήθηκαν τα τελευταία 200 έτη με μεγάλους αγώνες και ανθρώπινο κόστος.
 
 Γιαυτό θα πρέπει να αγνοήσουμε τα περί συγκρούσεων πολιτισμών, και να προχωρήσουμε ανεξαρτήτως θρησκείας,εθνικότητας ή χρώματος, σε μια συντονισμένη αντιμετώπιση της επίθεσης, η οποία προσβάλλει παγκοσμίως τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα μας.