Αιρετικές Ιστορίες

Αιρετικές Ιστορίες / Οκτώβριος 2006-φ.50

         ΤΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ;

Σώπασε Κυρά Δέσποινα και μην πολυδακρύζεις
πάλι με χρόνια με καιρούς, πάλι δικά μας θα ναι      
(δημοτικό μοιρολόι)
 
 
            Από τη στιγμή της ίδρυσης του ελληνικού κράτους το 1830, οι σχέσεις του με τον ανατολικό του γείτονα, είτε ως Οθωμανική αυτοκρατορία, είτε ως Τουρκία δεν χαρακτηρίζονται φιλικές. Πόλεμοι, διώξεις πληθυσμών, και θερμά επεισόδια συνέτειναν στη διατήρηση ενός κακού κλίματος το οποίο διαιωνίζεται μέχρι και σήμερα. Η ελληνική κοινή γνώμη θεωρεί ότι η το τουρκικό κράτος το μόνο που έχει στο μυαλό του είναι η συρρίκνωση της ελληνικής επικράτεια και κυριαρχίας, ενώ χαρακτηρίζει τον τουρκικό λαό υποτιμητικά μογγολικό και αμόρφωτο. 
 
            Η αλήθεια είναι λίγο διαφορετική. Είναι όντως αρκετά διαδεδομένη στην Τουρκία η αντίληψη, ότι η Ελλάδα είναι το αγαπημένο παιδί της Δύσης, και ότι οι Έλληνες διακατέχονται ακόμη από το ιδανικό της Μεγάλης Ιδέας, γεγονός που θέτει σε κίνδυνο την ακεραιότητα του τουρκικού κράτους.  Στην πραγματικότητα όμως οι Τούρκοι ασχολούνται πολύ λιγότερο με την Ελλάδα από ότι η Ελλάδα με αυτούς.
 
Πράγμα λογικό καθώς διεξάγεται ένας πόλεμος εδώ και 30 τουλάχιστον χρόνια εντός της επικράτειας της, τρομοκρατικός για τις επίσημες αρχές, απελευθερωτικός για τον κουρδικό πληθυσμό. Οι Κούρδοι είναι το μοναδικό μουσουλμανικό κομμάτι του πληθυσμού που δεν απέκτησε τουρκική συνείδηση. Μιλάνε διαφορετική γλώσσα, ενώ ομοεθνείς τους διαβιούν και από την άλλη μεριά των συνόρων, στη Συρία, το Ιράκ, το Ιράν. Αφού βοήθησαν κατά τη διάρκεια του Ά Παγκοσμίου Πολέμου στην εκκαθάριση των εδαφών τους από τους Αρμένιους, βρέθηκαν μετά από κάμποσα χρόνια στη θέση τους, να διώκονται από το επίσημο τουρκικό κράτος (και από τα γύρω κράτη) γιατί προσπάθησαν να κρατήσουν ζωντανή την ιδιαίτερη εθνική τους συνείδηση. Και μπορεί η σύλληψη του ηγέτη του ΡΚΚ, Οτσαλάν και η μερική άρση των εμποδίων χρήσης της κουρδικής γλώσσας να  ηρέμησε για λίγα χρόνια τα πράγματα, η διαφαινόμενη όμως διακήρυξη της ανεξαρτησίας στο ιρακινό κομμάτι του Κουρδιστάν, και η επαναδραστηριοποίηση οργανώσεων  που πραγματοποιούν τρομοκρατικά κτυπήματα σε τουρκικά τουριστικά θέρετρα, δεν αφήνει και πολύ αισιοδοξία για τα επόμενα χρόνια.  
 
 
            Η κεμαλική Τουρκία πάντα ήταν στραμμένη προς τη Δύση, ο Κεμάλ επέβαλε βίαια την καθιέρωση του λατινικού αλφαβήτου, την ευρωπαϊκή ενδυμασία, το διαχωρισμό κράτους-θρησκείας. Το μοντέλο όμως αυτό της διακυβέρνησης οδήγησε σε αυξανόμενη δυσαρέσκεια του συντηρητικού πληθυσμού της Ανατολίας, ο οποίος μεταναστεύοντας στις μεγάλες πόλεις λόγω της μεγάλης αστικοποίησης, μετέφερε  τις παραδόσεις του εκεί, και ζητά πλέον να εκφράζεται ελεύθερα και να συμμετέχει στη διακυβέρνηση της χώρας. Έχει καθιερωθεί πλέον ο όρος Λευκοί Τούρκοι-Μαύροι Τούρκοι, ο οποίος εκφράζει την αντιπαράθεση ανάμεσα στο εκδυτικισμένο κομμάτι του παλαιού αστικού πληθυσμού, και σε εκείνους που διατηρούν μια πιο παραδοσιακή στάση ζωής, φορώντας οι γυναίκες π.χ. μαντίλα, η οποία τυπικά απαγορεύεται σε δημόσιους χώρους. Οι Τούρκοι αυτοί έχουν περισσότερες συμπάθειες προς τους μουσουλμάνους γείτονες τους της Μέσης Ανατολής και της κεντρικής Ασίας, και λιγότερο προς τους χριστιανούς πληθυσμούς της Δύσης. Δεν βλέπουν με καλό μάτι ούτε και τις αμερικανικές επεμβάσεις  στις γειτονικές τους χώρες, δεν είναι τυχαία η άρνηση συμμετοχής της Τουρκίας, στον δεύτερο πόλεμο του Ιράκ. Χαρακτηριστικό του κλίματος είναι ένα βιβλίο που έγινε μπεστ σέλλερ, η Μεταλλική Καταιγίδα, το οποίο προβλέπει αμερικανική εισβολή στην Τουρκία, και αντίστοιχη τουρκική χρήση πυρηνικών όπλων εναντίον των ΗΠΑ!
 
            Η Τουρκία είχε υποβάλλει αίτηση ένταξης στην τότε ΕΟΚ μαζί με την Ελλάδα τη δεκαετία του 1960. Από τότε η διαδικασία μπήκε στο ψυγείο, μέχρι να ξεμπλοκαριστεί το 1999, με τη συμφωνία του Ελσίνκι. Ενδιάμεσα είδε να εντάσσεται το σύνολο σχεδόν των χωρών της νότιας και κεντρικής-ανατολικής Ευρώπης, και  χαρακτήρισε την Ευρωπαϊκή Ένωση χριστιανικό κλαμπ. Η αλήθεια είναι ότι με τη διαδικασία ένταξης, εφαρμόστηκαν αρκετές μεταρρυθμίσεις, σε θέματα της νομοθεσίας, όπως π.χ. η κατάργηση της ποινής του θανάτου, όχι όμως όλες όσες ζητά η Ευρώπη. Αρνείται πεισματικά την αναγνώριση της αρμενικής γενοκτονίας, δεν ανοίγει τα λιμάνια της στα κυπριακά πλοία, και προσαγάγει σε δίκη όποιον προσβάλλει την ΄΄τουρκοσύνη΄΄. Η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη, ειδικά μετά τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου είναι ιδιαίτερα αρνητική ως προς την πλήρη ένταξη της στην ευρωπαϊκή οικογένεια. Η φιλοδυτική τουρκική ελίτ εμφανίζεται απογοητευμένη καθώς παρ’όλες τις παραχωρήσεις και υποχωρήσεις που θεωρούν ότι έχουν κάνει, η πλήρης μελλοντική ένταξη φαντάζει θολή. Γιαυτό το λόγο άλλωστε ακούγονται τελευταία φωνές ότι θα πρέπει η Τουρκία να αποτελέσει μαζί με τη Ρωσία ή με άλλες ασιατικές χώρες ένα ξεχωριστό πόλο επιρροής στα παγκόσμια πράγματα.
 
            Αν τώρα προσθέσουμε και τις ενέργειες του ΄΄βαθύ κράτους΄΄ το οποίο αντιδρά σε οτιδήποτε θεωρεί ότι είναι ενάντια στις κεμαλικές παραδόσεις με κύριο εκφραστή το στρατό, καταλαβαίνουμε πόσο εύθραυστη είναι η πολιτική ζωή της χώρας. Άλλωστε δεν έχουν περάσει πολλά χρόνια από το 1997, όταν ανατράπηκε ο ισλαμιστής πρωθυπουργός Ερμπακάν, καθώς θεωρήθηκε ότι με την πολιτική του υπερέβαινε τα κεμαλικά εσκαμμένα. Το γειτονικό μας κράτος βρίσκεται σε μια μεταβατική φάση, που δεν είναι ξεκάθαρο που θα καταλήξει. Η Ελλάδα έχει μέχρι στιγμής επιλέξει να υποστηρίξει την ευρωπαϊκή πορεία της, θέτοντας προϋποθέσεις, και ελπίζοντας ότι η μελλοντική ένταξη θα επιλύσει τα προβλήματα στις μεταξύ τους σχέσεις.
 
Η Τουρκία όμως δεν πρόκειται να παραιτηθεί τόσο εύκολα από τις επιδιώξεις και τις απαιτήσεις της, ούτε όσον αφορά στο Αιγαίο, ούτε στο Κυπριακό. Ιδιαίτερα τώρα που θεωρεί ότι έχει κάνει μονομερείς υποχωρήσεις και είναι παρόλα αυτά το αποπαίδι της Ευρώπης, αν και όπως αλαζονικά διακηρύσσει, η Ευρώπη τη χρειάζεται περισσότερο από ότι αυτή την Ευρώπη. Θα έπρεπε ίσως αίροντας προκαταλήψεις και εμμονές, ως λαός και ως επίσημο κράτος,να καταβάλουμε προσπάθεια βαθύτερης κατανόησης των  ιδιαιτεροτήτων της γείτονας χώρας. Είμαστε καταδικασμένοι άλλωστε, να ζούμε δίπλα σε αυτήν.