Με Φτερό και Μελάνι

Χριστούγεννα

Για ακόμη μία φορά. Μόνο που αυτή τη φορά δεν είναι όπως τις άλλες. Αυτή τη φορά δεν θα φορέσει τα καλά του. Δεν υπάρχει στολισμένο δένδρο στο σαλόνι. Για την ακρίβεια δεν υπάρχει καν σαλόνι. Ένα μικρό δωμάτιο υπάρχει μόνο και στη γωνία η τουαλέτα πίσω από τον τοίχο τον πρόχειρα φτιαγμένο από γυψοσανίδα.
Το ξύλινο κρεβάτι με τη μοναδική κουβέρτα και ένα μικρό αυτοσχέδιο τραπεζάκι είναι όλη και όλη η επίπλωση. Ούτε τραπέζι για να στολιστεί με το πράσινο τραπεζομάντηλο και να φορτωθεί με πιατέλες γεμάτες γλυκά και φαγητά, ούτε κεντητές κουρτίνες στο παράθυρο για να φωτιστούν με δεκάδες μικροσκοπικά φωτάκια ….
Αξύριστος από μέρες, με κατακόκκινα μάτια από την αϋπνία και το κλάμα, καθισμένος στην άκρη του κρεβατιού του από χθες το βράδυ, είχε πάρει να αναλογίζεται τι έκανε λάθος. Τι έφταιξε για όλα αυτά, τι δεν υπολόγισε  καλά και κατέληξε εδώ.
Τέτοιες μέρες ένα χρόνο πριν, στην πατρίδα του είχαν μεγάλη γιορτή. Δεν γιόρταζαν μόνο τα Χριστούγεννα. Γιόρταζαν και την επίσκεψη του ξαδέλφου του από την Ελλάδα. Χρόνια ξενιτεμένος ο εξάδελφός του, τους επισκέπτονταν  κάθε 3 – 4 χρόνια και τότε όλη η φαμίλια μαζεύονταν στο σπίτι του θείου του, να δουν,  να ακούσουν και να θαυμάσουν.
Και ο εξάδελφος τους έλεγε για τη χώρα της ελευθερίας. Που όλοι μπορούν να μιλάνε ελεύθερα για τις απόψεις τους και την πολιτική. Που υπάρχουν εκατοντάδες άλλοι Άραβες και ζουν σε μικρές κοινότητες. Που το μεροκάματο ισοδυναμεί με το ένα τέταρτο του μέσου μισθού της  πατρίδα τους. Που με το μισθό ενός χρόνου, θα μπορούσε να χτίσει σπίτι.
Ο εξάδελφος ήδη είχε αγοράσει δύο σπίτια και λογάριαζε σε δύο τρία χρόνια να επιστρέψει στην πατρίδα. Άρχισαν να του μπαίνουν ιδέες. Γιατί όχι; Θα μπορούσε να κάνει και αυτός το ίδιο…να δουλέψει έναν χρόνο, να ζήσει και λίγο στην "Ευρώπη" και μετά να γυρίσει στην πατρίδα του πλούσιος και με άλλο αέρα, Ευρωπαϊκό! Δουλειά θα έβρισκε εύκολα.
Κάτι λίγο η βοήθεια του ξαδέλφου, κάτι το γεγονός ότι ήταν Χριστιανός, όλοι θα τον αγκάλιαζαν και θα τον βοηθούσαν, πίστεψε. Χωρίς να το πολυσκεφτεί, παραιτήθηκε από την δουλειά του στην τράπεζα του δημοσίου που εργάζονταν ως ταμίας, χαιρέτησε την οικογένεια και έφυγε με ύφος θριαμβευτή να κατακτήσει τη δύση. Μόνο που η δύση δεν ήταν τόσο εύκολο να κατακτηθεί.
Ο εξάδελφος που στην πατρίδα φόραγε ακριβά ρούχα και σκόρπαγε τις λίρες με τον αέρα εκατομμυριούχου, στη δύση δούλευε από την αυγή μέχρι την νύχτα στην οικοδομή. Κάτω από τον ήλιο και τη βροχή. Ζούσε σε ένα δυάρι με άλλους τέσσερις συμπατριώτες του και είχε δυο αλλαξιές όλες και όλες, χειμώνα καλοκαίρι. Δεν ήθελε να κάνει σπατάλες, του είπε,  γιατί μπορεί ο μισθός να ήταν πενταπλάσιος από ότι στην πατρίδα, αλλά το ίδιο συνέβαινε και με τις τιμές.
Ο εξάδελφος  δεν του είχε μιλήσει για την ακρίβεια. Δεν του είχε πει πως θα έπρεπε κάθε πρωί να στέκεται στην κεντρική πλατεία, σαν τα ζώα στο παζάρι,  περιμένοντας κάποιον που θα πέρναγε με το αυτοκίνητό του να τον διαλέξει  για εργάτη.
Για μια μέρα και αν ήταν καλός μπορεί και για μια εβδομάδα. Κανείς δεν του είχε πει ότι θα έπρεπε να ματώνει τα χέρια του στα χωράφια και τις οικοδομές τουλάχιστον δεκαπέντε μέρες το μήνα για να μπορεί να πληρώνει το ενοίκιό του.
Ούτε πως για να μπορεί να μένει νόμιμα σε αυτή τη χώρα θα έπρεπε να χάνει μέρες ολόκληρες στις ουρές των δημόσιων υπηρεσιών και να πληρώνει κάθε χρόνο τέσσερα μηνιάτικα. Κανείς δεν τον είχε προειδοποιήσει ότι στην Ελλάδα θα ήταν ένας ακόμη μετανάστης. Κανείς δεν θα τον ρώταγε για τις σπουδές  του, για τα όνειρά του, για τις ρίζες του. Για όλους θα ήταν ακόμη ένα φτωχάκι που ήρθε στην Ελλάδα να φάει ένα κομμάτι ψωμί.
Είχε εγκλωβιστεί στο όνειρό του. Αναπολούσε τις ημέρες στην τράπεζα, που δούλευε το οκτάωρό του και έπειτα πέρναγε την μέρα του με τους φίλους του. Την οικογένειά του που ήταν πάντα εκεί να τον αγαπούν και να τον στηρίζουν. Πόσο του είχαν λείψει…. αλλά δεν τους είχε πει τίποτε. Πώς να παραδεχτεί την αποτυχία; Με τι ψυχή να γύριζε πίσω απένταρος εργάτης;
Αναστέναξε και έκλεισε τα μάτια του. Καταράστηκε την ώρα και τη στιγμή που εμπιστεύτηκε τον εξάδελφό του. Αναρωτήθηκε γιατί; Γιατί του έκρυψε την αλήθεια; Γιατί δεν τον σταμάτησε πριν ξεκινήσει; Γιατί τον άφησε να καταστρέψει τη ζωή του; Αναλογίστηκε πόσοι ακόμη βρίσκονταν στην ίδια θέση με αυτόν και σφίχτηκε η καρδιά του. Μα όταν η σκέψη του πήγε σε όσους ετοιμάζονταν αυτή την ίδια στιγμή να κάνουν το ίδιο λάθος, το αίμα του πάγωσε. Ξαφνικά αποφάσισε.
Από μικρός πίστευε πως για ότι συμβαίνει υπάρχει μια βαθύτερη αιτία, ένας ιερός σκοπός. Και τώρα έβλεπε ξεκάθαρα ποια ήταν η αιτία αυτής της περιπέτειας. Τα μάτια του έλαμψαν και το χαμόγελο φώτισε το μελαχρινό του πρόσωπο.
Δεν θα άφηνε άλλους νέους να κάνουν το ίδιο λάθος. Κάποιος έπρεπε να ενημερώνει τους ανθρώπους, κάποιος έπρεπε να τραβήξει τα μεταξωτά πέπλα που έκρυβαν την πικρή αλήθεια και άφηναν μόνο την  όμορφη πλευρά της ξενιτιάς να φανεί.
Τώρα πια δεν τον ένοιαζε αν θα γύρναγε στην πατρίδα όπως ακριβώς έφυγε. Βαθιά μέσα του ένιωθε πως είχε κερδίσει πολλά, πολύ περισσότερα από λίγες λίρες σε τραπεζικό λογαριασμό. Ένιωσε νικητής σε μια ακόμη μάχη και έτσι, με τον ενθουσιασμό του νέου ξεκινήματος, αποκοιμήθηκε γλυκά επάνω στο κρύο στρώμα…. για τελευταία φορά!!
Σοφία Τσουρλάκη