Κερδισμένος Χρόνος

O Κερδισμένος Χρόνος*

Και ποιος το λέει αυτό;

Μπροστά στα μικρά μαγαζιά των πόλεων, των οποίων όλοι - και κυρίως οι μεγαλύτεροι- γνωρίζαμε προσωπικά τους ιδιοκτήτες (άνθρωποι της γειτονιάς και της διπλανής πόρτας) και απ’ όπου ψωνίζαμε τα καθημερινά - μπακάλικα, μανάβικα, βιβλιοπωλεία, μπουτίκ (!) ρούχων κλπ. – ανοίγεται χρόνο με το χρόνο, μήνα με το μήνα, μέρα με τη μέρα ένα βάραθρο. Είναι θέμα χρόνου. Είναι θέμα αντοχής.

Θες ο τζίρος που συνεχώς πέφτει, θες οι πελάτες που έχουν γίνει πιο απαιτητικοί, θες οι τράπεζες που σε πιάνουν από το λαιμό και από την ανάγκη, θες οι κρατικοί μηχανισμοί είσπραξης, ταλαίπωροι και εξαντλημένοι οι μικροί έμποροι και βιοτέχνες – "οι μικροί" θα τους αποκαλώ στο εξής – δεν μπορούν ούτε το μεροκάματό τους να εξασφαλίσουν. Η προσδοκία για μια καλύτερη και πιο άνετη ζωή, η κοινωνική καταξίωση (!), η εξασφάλιση ακόμα και του επαγγελματικού μέλλοντος των παιδιών, όλα αυτά και πολλά άλλα ακόμα έχουν διαγραφεί από το φαντασιακό των "μικρών". Μερικοί δεν το παραδέχονται ακόμα. Είναι θέμα χρόνου. Είναι θέμα αντοχής. Δυστυχώς για τα άτομα τα φαντασιακά τους θέλω είναι υποθηκευμένα. Είναι οριοθετημένα από την προϋπάρχουσα οικονομική συνθήκη. Σήμερα στην Ελλάδα του 21ου, της ενωμένης καπιταλιστικής Ευρώπης, τέτοια φαντασιακά είναι παρωχημένα. Είναι σαν ασπρόμαυρη ταινία του ’30, είναι σαν από άλλο ανέκδοτο.
Σήμερα εν μέσω καπιταλιστικής κρίσης (γιατί η κρίση δεν είναι γενικά και αόριστα οικονομική, λες και κάτι ουδέτερο – όπως τάχα είναι η οικονομία- αρρώστησε και περνάει μια κρίση), η προσδοκία των "μικρών" κατέληξε να μοιάζει με το τραγούδι του Σαββόπουλου "τούτο το χειμώνα άμα τον πηδήξαμε", η αγωνία τους είναι να πληρώσουν επιταγές, νοίκι, λογαριασμούς, το όνειρο για τα παιδιά τους είναι να μπουν σε κανένα Stage και η μεγάλη επιτυχία είναι να μπορέσουν να πάρουν σύνταξη – για λίγα χρόνια ακόμα – από τον ΟΑΕΕ. Αυτά. Οι "μικροί" φορείς του πάλαι ποτέ εμπορικού δαιμονίου και της ευρηματικότητας – αδιαμφισβήτητων χαρακτηριστικών- της φυλής, στέκονται μοιραίοι και άβουλοι και κοιτάζουν μες την κατάθλιψη, τα καρδιαγγειακά νοσήματα και τα επαπειλούμενα εγκεφαλικά το χρονικό του προαναγγελθέντος θανάτου τους.
Πολλοί φίλοι και γνωστοί που έχουν ταξιδέψει στην Εσπερία, άνθρωποι ακόμα και αριστερής ιδεολογίας και πρακτικής και βεβαίως πολλοί οικονομολόγοι λένε ότι πουθενά στον αναπτυγμένο δυτικό κόσμο δεν υπάρχουν τόσα πολλά μικρά μαγαζιά. Συνεπώς στην Ελλάδα πρέπει να κλείσουν αρκετά, τα περισσότερα ίσως, για λόγους καπιταλιστικής ομοιομορφίας, για λόγους ανάπτυξης και τέλος πάντων γιατί προς εκεί πάνε τα πράγματα.
Εμένα, τώρα που έχω μαγαζί στα Χανιά εδώ και 17 χρόνια και τοποθετώ τον εαυτό μου στους "μικρούς" με όλα τα χαρακτηριστικά που προανέφερα, μου γεννιέται το εξής ερώτημα: Και ποιος το λέει αυτό;
Ποιος, δηλαδή, λέει ότι η διακίνηση των προϊόντων – εμπορευμάτων πρέπει να γίνεται από μερικές πολυεθνικές αλυσίδες; Ποιος λέει ότι ο μικρός Έλληνας παραγωγός και βιοτέχνης θα πρέπει να ρίξει το κόστος τόσο που να μπορεί να ανταγωνιστεί την παιδική εργασία στη Κίνα; Ποιος λέει ότι ο καταναλωτής πρέπει να μπορεί να καταναλώνει συνεχώς και όλο και πιο άκριτα και μαζικά; Ποιος λέει ότι η κυκλώπεια κλίμακα των πολυκαταστημάτων και οι δαιδαλώδεις διάδρομοί τους είναι πιο κοντά στον ψυχισμό και τις ανάγκες του μέσου άνθρωπου; Ποιος λέει ότι ο ανταγωνισμός είναι η μόνη κινητήριος δύναμη που υπάρχει για να μπορέσει μια κοινωνία να είναι και να παραμείνει ζωντανή, για να πάει παρακάτω; Ποιος λέει ότι είναι "προοδευτικό" να υπάρχουν λίγα πολυκαταστήματα και είναι "οπισθοδρομικό" η ύπαρξη πολλών μικρών παραγωγών και εμπόρων;
Η απάντηση που παίρνω είναι "οι νόμοι της αγοράς", δηλαδή στο σημείο αυτό της συζήτησης το επιχείρημα ογκόλιθος που πέφτει στο τραπέζι με πάταγο είναι: το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό. Σωστό είναι αυτό. Μόνο που τα ψάρια δεν τρώνε τα μικρότερα με απώτερο στόχο και σκοπό να τα εξαφανίσουν, ούτε εκλέγουν κυβερνήσεις για να συντονίσουν το φαγοπότι, ούτε καταστρέφουν και μολύνουν το περιβάλλον στο οποίο ζουν, ούτε απ’ ότι ξέρω αναγκάζουν τα μικρά και ασθενικά ψάρια να λαθρομεταναστεύσουν. Επίσης δεν κάνουν πολέμους, ούτε εξωτερική πολιτική, ούτε προεκλογικές εκστρατείες, ούτε χρησιμοποιούν Ευρώ γιατί δεν έχουν τράπεζες, ούτε κάνουν τηλεόραση για να παραμυθιάζουν τους υπόλοιπους ότι και καλά έχουν πλουραλισμό και δημοκρατία. Τίποτα, τίποτα απ’ όλα αυτά. Απλώς υπάρχουν έτσι όπως η φύση όρισε. Έτσι όπως η φύση ορίζει πως ό,τι γεννήθηκε θα πρέπει και να πεθάνει. Έως εκεί οι ομοιότητες των κοινωνιών των ψαριών, των μυρμηγκιών, των μελισσών κλπ. με αυτές των ανθρώπων.
Η απάντηση αυτή λοιπόν μπάζει, δεν ικανοποιεί πλήρως και υποψιάζομαι ότι εντέχνως την διοχέτευσαν στην κοινωνία οι καρχαρίες και οι φαταούλες. Τόσο έντεχνα μάλιστα που σχεδόν την διδάσκονται τα νήπια στους παιδικούς σταθμούς και στα νηπιαγωγεία ως πρόπλασμα μαθήματος φυσικής ιστορίας, κοινωνιολογίας και πολιτικής οικονομίας μαζί, και οι ενήλικες μέσα από την υπνοθεραπεία της τηλεόρασης, ως μάθημα αυτοσυντήρησης και υποταγής.
Αυτός λοιπόν που το λέει αυτό, αυτός που υποτάσσει την ανθρώπινη μοίρα και ολότητα στους νόμους της αγοράς, στον πυρήνα μιλάει για κέρδος μετρήσιμο με χρήματα και γύρω απ’ αυτό και τον αγώνα για την κατάκτησή του (ποιος – ποιόν) πλέκει όλες τις κλωστές και τα νήματα ενός ιστού αράχνης μέσα στον οποίο εμείς όλοι, σαν παγιδευμένες μύγες ζουζουνίζουμε και αργοπεθαίνουμε.
Τι μπορεί να κάνει μια μύγα όταν πιαστεί στον ιστό; Δεν ξέρω.
Εμείς όμως μπορούμε να ουρλιάξουμε όπως ούτε οι μύγες ούτε τα μικρά ψάρια ξέρουν να κάνουν. Μπορούμε διότι όταν ένα κίνητρο που σου έχει υποδειχθεί ως παντοδύναμο δεν σου κάνει πλέον, σε απομακρύνει από την ανθρωπιά σου και από το ανθρώπινο μέτρο σου ψάχνεις να βρεις άλλο. Μπορούμε διότι αυτό μας κάνει ξεχωριστούς: η δυνατότητα να σκεφτόμαστε "Και ποιος το λέει αυτό, άραγε;"
Μπολιουδάκη Ελένη.
* Ο κερδισμένος χρόνος προκύπτει από την απουσία της τηλεόρασης στην οικογενειακή ζωή μας και το αποτέλεσμα είναι μικρά άρθρα στην "Πυξίδα" και ενιότε ωραία φαγητά, όπως τα γεμιστά, για τα οποία θα σας μιλήσω στο επόμενο φύλλο.