Με Φτερό και Μελάνι

Η μνήμη έχει κοντά ποδάρια…..!

Παρόλο που τα σύννεφα δεν κουβάλαγαν βροχή στα σπλάχνα τους, η παγωνιά ήταν τσουχτερή και ο ήλιος μάταια προσπαθούσε να βρει ένα άνοιγμα, μια ευκαιρία να ζεστάνει λίγο  τους θνητούς. Η καλύτερη ευκαιρία για το μπαρμπά Μανώλη να κάμει βεγγέρα στον παιδικό του φίλο, τον Κωστή. Εκεί γύρω στην έκτη δεκαετία της ζωής τους και οι δύο αλλά καλοστεκούμενοι και γεροί σαν τις ελιές που κάθε χρόνο τους χάριζαν το χρυσοπράσινο νέκταρ.

Έσπρωξε την πόρτα του σπιτιού, και βρήκε τον Κωστή, αγκαλιά με την εγγόνα του, μπροστά στην πυροστιά, να της δείχνει το άλμπουμ με τις φωτογραφίες της οικογένειας και να της καθαρίζει ζεστά κάστανα. Μόλις ο κύρης είδε το μουσαφίρη,  έβαλε την μικρούλα στο ντιβάνι και τράβηξε μια καρέκλα κοντά του . Αφού είπαν τα βασικά, η κουβέντα μεταφέρθηκε στο επίκαιρο θέμα της εποχής, κάθε τέτοιας εποχής, το μάζεμα των ελιών.

«Και τσί’κλεισες για ούλη την περίοδο ή θα πχαίνεις κάθε μέρα στη χώρα να μαζεύεις καινούργιους», ρώτησε ο μπαρμπά Μανώλης τον νοικοκύρη. Αναφέρονταν στους εργάτες. Στους εδώ και πολλά χρόνια αλλοδαπούς εργάτες. «Ήντα να τσι κλείσω; Για να μου αρχινίξουνε τσι απαιτήσεις. Όϊ μπρε Μανώλη, τσι παίρνω με τη μέρα, τονέ δίδω τριάντα ευρώ μεροκάματο και το φαϊντονε. Ανέ είναι καλοί τσι παίρνω και την αυριανή και απέ…πράμα. Απής τώρα, μονάχα ο Ρουμάνος ο Γκόραν έχει βγει καλός. Δουλεύγει σαν το σκυλί και δεν λέει και πολλά πολλά να με ζαλίζει.»  «Τριάντα ευρώ και σου δουλεύγουνε από το ξημέρωμα μέχρι να πέσει ο ήλιος; Μώρε εσύ είσαι καλός. Ο Γιάννης απέναντι τονέ δίδει πενήντα την ημέρα και τονέ βάνει και ΙΚΑ» απάντησε ο καλεσμένος και η μασέλα του άλεσε το μαλακό κάστανο. Οι τρίχες στο σβέρκο του μπαρμπα Κωστή ανασηκωθήκανε από την ταραχή «Ήντα λες μωρε; ΙΚΑ; Όϊ δα που θα ντονε βάνω και ΙΚΑ. Ντα δε φτάνει απού μαζεύουνε τα λεφτά μας και απέ κάθε βδομάδα τα στέλνουνε στα χωριά ντονε; Έεις πάει μωρέ Μανώλη καμιάν ημέρα εκειά απού κάνουνε συνάλλαγμα να δεις λεφτά απού φεύγουνε από την Ελλάδα για Αλβανίες, Βουλγαρίες, Ρουμανίες κτλ; Εκατομμύρια ευρώ κάθε μήνα. Ανέ μένανε ούλα τούτανε τα λεφτά επαέ, μούδε ανεργία θαν’είχαμε, μούδε «έλλειμμα» στην οικονομία, μούδε πράμα. Αλλά, ας όψονται αυτοί απού μας εκυβερνάνε τοσανά χρόνια.»

Είχε αρχίσει να βρέχει. Μια βροχή γλυκιά και καλοσυνάτη, ευλογία για τη γη. Ο νοικοκύρης σηκώθηκε και σίμωσε στο παραθύρι. Μέριασε την κουρτίνα και κοίταξε πέρα στην άκρη του λιόφυτου, εκεί που οι τρείς αλλοδαποί άνδρες χτύπαγαν τα κλαδιά του δένδρου. Ήθελε να σιγουρευτεί πως δεν θα βρίσκανε δικαιολογία για να σταματήσουν τη δουλειά. Ο καρπός έπρεπε να μαζευτεί γρήγορα. Όσο πιο γρήγορα τελείωνε η συγκομιδή, τόσο λιγότερο θα του κόστιζε. Και με τις τιμές του λαδιού τα τελευταία χρόνια…. Έπρεπε να μειώσει τα έξοδα κατά το δυνατό. «Μώρε δε τζι λυπάσαι. Πες τονε να έρθουνε μέσα. Βρέχει μωρέ αθεόφοβε.» είπε γελώντας ο μουσαφίρης και ο νοικοκύρης, ατάραχος απάντησε μισο-σοβαρά μισοαστεία «Τα κουμάντα σου στο δικό σου μετόχι μπαρμπα- Μανώλη. Επαέ εγώ κάνω κουμάντο. Και απέ για τη βροχή, κάνει καλό και στον καρπό, τονέ καθαρίζει. Θα έχει και λιγότερες γραμμές το λάδι».

Η μικρή με τις κατάμαυρες μπούκλες και τα φωτεινά καστανά μάτια, είχε σηκωθεί από το ντιβάνι, και τρίφτηκε σαν γατάκι στα πόδια του παππού της. Κράταγε το παλιό φθαρμένο άλμπουμ στα χεράκια της και με το πηγουνάκι της  έδειχνε μια κιτρινισμένη φωτογραφία ενός νεαρού άνδρα με παλλευκο δέρμα και περιποιημένο μουστάκι. « Ποιος είναι αυτός  παππούλη;» ρώτησε η πεντάχρονη. Ο ηλικιωμένος άνδρας, πατέρας του πατέρα της, έσφιξε τα χείλη του και χαϊδεύοντας τρυφερά με τα χοντροκομμένα του δάκτυλα το κεφαλάκι της , της αποκρίθηκε. «Τούτος ες κοκόνα μου, είναι ο μπάρμπας  μου ο Κωστής. Όντεν ήτονε κοπέλι είκοσι χρονώ, επήρε το καράβι και επήγε μακρυά, σε άλλη χώρα. Έζησε εκειά  ούλη του τη ζήση. Οικογένεια δεν έκαμε, μονάχα εδούλευε ολημερίς για να στέλνει κάθε μήνα το τσεκ στη μάνα ντου. Με τα λεφτά απού’στειλε επαντρεφτήκενε οι γι’αδερφές ντου, μια απ’αυτές ήτονε και η μάνα μου, και εσώθηκένε από την πείνα η φαμέλια του. Κι εμένα για το χατήρι του με βγάλανε Κωστή. Μιας που δεν είχε δικά ντου κοπέλια για να ακούσει το όνομά του απ’αυτά. Ούλα τούτα απού βλέπεις κοπελιά μου, σπίθια, λιόφυτα, ούλα τούτα με τα δικά ντου τα λεφτά εγινήκανε. Ας αναπαύει ο θεός την ψυχή του.»

Η μικρούλα τον κοίταξε στα μάτια και με την παιδική της αθωότητα τον ρώτησε: «Είμασταν φτωχοί τότε παππού;» , «Φτωχοί δε λές τίποτα κοκόνα μου» αποκρίθηκε εκείνος «Φαϊ να φάνε δεν είχανε! Ανέ δεν ήτονε τούτος ες ο άνθρωπος να θυσιαστεί  ωσάν τον Χριστό για εμάς, οι πλειά πολλοί θαν’είχανε ποθάνει και εμείς μπορεί και να μην είχαμε  γεννηθεί, μούδε εγώ, μούδε εσύ! Ας είναι καλά τα λεφτά απού έστελνε από τα ξένα. Τούτανέ εσώσανε τη φαμελιά μας» Τα μάτια της μικρής λάμψανε και ευχαριστημένη που είχε καταλάβει τον παππού της είπε περήφανα: «Α! Σαν τον Γκόραν ε; Και αυτός έτσι κάνει. Τον άκουσα το πρωί που έλεγε στον άλλο κύριο ότι η δουλεία είναι δύσκολη αλλά έχει ανάγκη τα λεφτά, για αυτό δουλεύει για εμάς, και ότι αν δεν έστελνε λεφτά στην πατρίδα του, η οικογένειά του θα πέθαινε από την πείνα. Οπότε ο Γκόραν κάνει ότι έκανε και ο θείος Κωστής παππού..ε;»

Ο γέρος χαμήλωσε το βλέμμα, για λίγο τα δάκτυλά του χάιδεψαν νευρικά το άσπρο του μουστάκι και ψιθύρισε «Έτσι κοπελιά μου. Άμε τώρα να φωνάξεις τσ’εργάτες, πες τονε, ο παππούς λέει να έρθετε μέσα γιάντα έπιασε βροχή……»