Αιρετικές Ιστορίες

Η αράχνη στον ουρανό

Η πιο έντονη ανάμνηση που έχω από τον πατέρα μου δεν είναι η μορφή του, όσο   παράξενο κι αν ακούγεται αυτό, ούτε κάποιο άλλο χαρακτηριστικό της παρουσίας του, η φωνή του για παράδειγμα ή το πρόσωπό του, τα μάτια του και ο τρόπος που σε κοίταζε ή τα χέρια του με τα μακριά δάκτυλα και τη βέρα που του έπεφτε φαρδιά και, όταν ήταν αφηρημένος,

την έβγαζε και την έβαζε συνεχώς σαν κάποιον που σκέφτεται αν αξίζει τον κόπο να την κρατήσει. Αυτό που πρώτο μου ‘ρχεται στο μυαλό είναι ο ήχος από τα βήματά του στο ξύλινο πάτωμα του γραφείου του ακριβώς πάνω από το καθιστικό μας, όταν κλειδωνόταν εκεί με τις ώρες και με τις μέρες και δε μιλούσε σε κανένα μας  και δεν τον βλέπαμε καθόλου παρά μόνο σπάνια και εντελώς κατά τύχη, όταν η φυσική ανάγκη τον πίεζε να επισκεφτεί την τουαλέτα που ήταν στον κάτω όροφο δίπλα στο υπνοδωμάτιο των γονιών μου. Και τότε ακόμα περνούσε   από δίπλα μας σαν ένας ξένος που κάποια παράξενη συγκυρία τον έκανε προσωρινό συγκάτοικό μας  και που οφείλαμε να ανεχτούμε για όσο χρονικό διάστημα χρειαζόταν.

Το βλέμμα του γλιστρούσε πάνω μας χωρίς να μας αναγνωρίζει, χωρίς να ζητάει να πάρει κάτι από μας ή να μας παραχωρήσει το ελάχιστο. Έπειτα από τη σύντομη αυτή διέλευση άφηνε πίσω του τρία άτομα να  προσποιούνται δήθεν τους αδιάφορους,  ότι δεν τρέχει τίποτε, να προσπαθούν επίμονα να μην τον κοιτάξουν ενώ του έριχναν συνεχώς κλεφτές ματιές προσπαθώντας να μη γίνουν αντιληπτοί από τους υπόλοιπους και κλειδωνόταν πάλι στο γραφείο του, όπου άρχιζε ξανά να βηματίζει στο σταθερό του ρυθμό, ούτε πολύ γρήγορα ούτε πολύ αργά συνέχεια και συνέχεια στον ίδιο ρυθμό, χιλιόμετρα ατελείωτα, θαρρείς και κάποια εσωτερική φωνή τον υποχρέωνε να διανύσει τερατώδεις αποστάσεις μέσα στους τέσσερις τοίχους του γραφείου του, οδεύοντας προς έναν τόπο που μόνο αυτός ήξερε και για τον οποίο εμείς οι υπόλοιποι δεν είχαμε την παραμικρή ιδέα.

Τα βήματά του αντηχούσαν στο καθιστικό, λόγω της ανύπαρκτης ηχομόνωσης σαν ένας αποτρόπαιος μετρονόμος. Ήταν οι μέρες που η μητέρα θυμόταν ξανά την παλιά της αγάπη για τη μουσική  και το καθιστικό μας  αντηχούσε από εκκωφαντικές μελωδίες, οι ίδιοι δίσκοι έπαιζαν ξανά και ξανά στο παλιό μας πικ-απ που έχανε στροφές και ανάγκαζε κάποιον από μας να πάει τρέχοντας και να ξαναβάλει τη βελόνα στη σωστή της θέση. Όμως εγώ ακόμα και τότε, πίσω από το μουσικό χαλί, μπορούσα να ακούσω καθαρά τα βήματα του πατέρα μου που πήγαινε κάπου εντελώς μόνος, αφήνοντας όλους εμάς του υπόλοιπους πίσω του. Ίσως και οι άλλοι να το είχαν καταλάβει. Έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν το συζητήσαμε.

Ήταν οι μέρες που η μητέρα θυμόταν ότι είχε μιαν αδερφή σε μια πόλη με παράξενο όνομα, κάπου νοτιοδυτικά, και μιλούσαν μαζί με τις ώρες και η μητέρα μου ήταν πάντα σοβαρή και προσπαθούσε να μην καταλάβουμε ότι κλαίει και γι’ αυτό ισχυριζόταν ότι έχει συνάχι ή γρίπη ή τυφοειδή πυρετό.

Έγώ έκανα ότι παίζω και ότι ήμουν προσηλωμένος σε μια σημαντική μάχη που λάμβανε χώρα στο χαλί του καθιστικού, η βελόνα στο πικ-απ  πηδούσε ελεύθερη από κάθε επίβλεψη πάνω από στίχους και νότες , άλεθε μουσικά κομμάτια και γενικά έκανε του κεφαλιού της κι εγώ έστηνα αυτί κι άκουγα τα βήματα από ψηλά και σκόρπιες λέξεις απ’ όσα έλεγε η μητέρα μου στο τηλέφωνο. Κατάθλιψη . Συναισθηματική διαταραχή. Αυτές δεν είναι λέξεις που δεν ταιριάζουν δίπλα στη λέξη πατέρας.  Κι ακόμα πιο πολύ  δίπλα στις λέξεις πατέρας μου.

Περισσότερο ταιριάζουν να περιγράψουν την περίπτωση κάποιου κοινού γνωστού ή  να περιγράψουν κάποιον φίλο φίλου ή τον μακρινό ξάδελφο του παιδιού που κάθε Κυριακή μοιράζει τις εφημερίδες στη γειτονιά. Θέματα δηλαδή με τα οποία ξεμπερδεύεις μέσα σε δυο τρία λεπτά μετά από ένα χορταστικό δείπνο κι έπειτα μιλάς για τις ασυνήθιστα κρύες μέρες μες στην καρδιά της άνοιξης και για το γιο της κυρίας Τζόουνς που απέτυχε για τρίτη συνεχόμενη φορά σε κάποιες εξετάσεις.

Κάθε φορά που έπιαναν τον πατέρα μου οι κρίσεις, η υπόλοιπη οικογένεια ακολουθούσε ένα συγκεκριμένο τυπικό, θαρρείς και ήμασταν συνεννοημένοι. Ίσως να ήμασταν κιόλας. Μ’ αυτή τη βουβή συνεννόηση που συνέχει τους απελπισμένους. Ο αδελφός μου εξαφανιζόταν από το σπίτι. Μερικές φορές δεν κοιμόταν σε μας ούτε καν τα βράδια. Την έβγαζε σε φίλους ή όπως πολύ αργότερα μου εκμυστηρεύτηκε σε μία από τις ελάχιστες φορές που άφησε τον εαυτό του να μιλήσει για τα παλιά, στα παγκάκια του πάρκου δίπλα στους άστεγους αλκοολικούς.

Η μητέρα μου σιδέρωνε μανιωδώς ρούχα. Όρθια πάνω από τη σιδερώστρα με μια στοίβα ρούχα δίπλα της που έφτανε στο ύψος μου, και ήμουν αρκετά ψηλό για την ηλικία μου παιδί, περνούσε ξανά και ξανά τα ίδια φθαρμένα παντελόνια και πουκάμισα. Πάντα είχα την ανεπιβεβαίωτη υποψία πως η μητέρα μου φυλούσε μια παρακαταθήκη ασιδέρωτων ρούχων σε κάποια κρυφή ντουλάπα του σπιτιού και την εμφάνιζε όποτε οι περιστάσεις το απαιτούσαν. Έγώ πάλι το έριχνα στη μελέτη. Τις περιόδους που ο πατέρας μου ήταν σε κατάθλιψη οι βαθμοί μου παρουσίαζαν κατακόρυφη άνοδο. Αυτό βέβαια δεν επηρέαζε καθόλου την κατάστασή του. Παρόλα αυτά την τελευταία χρονιά πήρα αριστείο. Κανείς όμως από την οικογένεια δεν το γιόρτασε.

Στον ύπνο μου έβλεπα διαρκώς το ίδιο όνειρο. Και τώρα το βλέπω πολλές φορές, αν και πέρασαν  τόσα  χρόνια και κοντεύω πια να φτάσω την ηλικία του πατέρα μου.  Έβλεπα ότι  μας είχε εγκαταλείψει και είχε κάνει άλλη δική του οικογένεια. Είχε μάλιστα και παιδί κι εγώ σκεφτόμουνα ποια συγγένεια με συνδέει άραγε με αυτούς τους ανθρώπους. Τον συναντούσα έπειτα από χρόνια και προσπαθούσα να κρύψω πόσο πολύ είχα πληγωθει και να το παίξω αδιάφορος.

Μέσα μου όμως αναρωτιόμουν αν ήταν ευτυχισμένος και αν οι δικοί του ήταν ευτυχισμένοι και αυτόματα απάντουσα αρνητικά, τι προκοπή να δεις με έναν τέτοιο άνθρωπο, βαθιά μου όμως ήξερα πως η απάντηση και στα δυο ερωτήματα ήταν καταφατική και απορούσα μέσα στον ύπνο μου κι έτσι ξυπνούσα λαχταρώντας τον πατέρα μου περισσότερο από ποτέ.

Δεν έμενε συνέχεια στο γραφείο του ο πατέρας. Έβγαινε καμιά φορα έξω και τότε έπρεπε όλοι να ήμαστε σε επιφυλακή. Ένα βράδυ δεν γύρισε καθόλου σπίτι και βγήκαμε το πρωί στα τέσσερα σημεια του ορίζοντα να τον ανάζητήσουμε. Έβρεχε τόσο πολύ. Κανείς μας δεν είχε κοιμηθεί όλο το βράδυ. Τον βρήκα στο κέντρο να μοιράζει φυλλάδια κάποιας θρησκευτικής οργάνωσης. Μύριζε.

Ο κόσμος έκανε ολόκληρο κύκλο για να τον αποφύγει. Ήθελα κάπως να βοηθήσω, ήταν το μόνο που μου είπε. Αν θέλεις να βοηθήσεις, γίνε άνθρωπος. Μπαμπά, οι συμμαθητές μου με αποφεύγουν , οι καθηγητές μου μου συμπεριφέρονται σαν να’ μαι κιόλας ορφανός, δεν τον αντέχω τον οίκτο τους, ρε μπαμπά, γύρισε πίσω γιατί σε αγαπάω τόσο πολύ που δεν ξέρω τι να κάνω, γύρισε πίσω γιατί είμαστε όλοι τόσο μόνοι χωρίς εσένα. Δεν του είπα τίποτα όμως. Είχα ήδη αποκτήσει μια σοφία εντελώς αταίριαστη για την ηλικία μου. Τον έπιασα μόνο απο το χέρι. Η βροχή έσταζε από τα ρούχα μας καθώς γυρίζαμε σπίτι.

Ούτε ήταν πάντα αμίλητος. Ένα βράδυ που καθόμουν στον κήπο ήρθε πίσω μου αθόρυβος σαν τη σκιά. Ο ουρανός, μου λέει. Το ξέρεις ότι εκει πάνω υπάρχει μια τεράστια αράχνη που παραμονεύει τα αστέρια; Πλέκει υπομονετικά τον ιστό της. Η αράχνη ξέρει ότι τα αστέρια κινούνται και κάποια στιγμή θα πέσουν στον ιστό της.

Και είναι χαρούμενη. Υπομονετική και χαρούμενη. Αυτό που δεν ξέρει η αράχνη είναι ότι μαζί με τα αστέρια κινείται και αυτή. Έτσι ποτέ δεν πρόκειται να τα πιάσει. Όσο κι αν προσπαθεί. Ούτε σε χίλιες χιλιάδες χρόνια. Ποτέ η αράχνη δε θα πιάσει τα αστέρια. Δεν είναι κάπως θλιβερό; Έμεινε σιωπηλός. Κι έπειτα από λίγο με ρώτησε: αν μπορούσες να διαλέξεις  με ποιον τρόπο θα πεθάνεις, τι θα διάλεγες;

Εύχομαι καμιά φορά να μπορούσα να πω πως  είναι ψέμα ότι ο πατέρας μου ρώτησε τον δεκατριάχρονο γιο του κάτι τέτοιο. Πως είναι ψέμα ότι έφυγε ένα απόγευμα και δεν τον ξαναείδαμε ποτέ ζωντανό, σαν εκείνο το ανέκδοτο με τον τύπο που πάει για τσιγάρα και δεν ξαναγυρίζει.

Μόνο που ο πατέρας μου πραγματικά δεν ξαναγύρισε. Θέλησε να δώσει τη δική του απάντηση στο ερώτημα που είχε κάνει στο γιο του δυο νύχτες πιο πριν. Μια μαούνα σκουπιδιάρα βρήκε το πτώμα του στο σημείο που ο ποταμός της πόλης χύνεται στη θάλασσα.