12152017Παρ
ΕνημέρωσηΠεμ, 09 Νοε 2017 11am

Γράφοντας στο Κενό

Χείλη που δε φίλησα ποτέ

121810058428806800

Ήταν το σωτήριο έτος 1970. Ήμουν 16 χρονών, ήθελα ακόμα μια τάξη για να τελειώσω το λύκειο, γα γίνω ακαδημαϊκός πολίτης, να σπουδάσω αυτό που ήθελα, να πραγματοποιήσω τα όνειρά μου.

Γιος γονιών αστικής τάξης με οικονομική μπορώ να πω ευχέρεια, πήγαινα σε ιδιωτικό μεικτό σχολείο.  Οι γονείς προσπαθούσαν για το καλύτερο και ο γιος διάλεγε πάντα το καλύτερο, όχι στη μόρφωση, μη νομίζετε, αλλά στη διασκέδαση.

Είχα παρουσιάσει μια πτώση στην τελευταία σχολική χρονιά κάτι που δυσαρεστούσε τη μητέρα (είχα από χρόνια χάσει τον πατέρα) γιατί έπρεπε να δώσω τον καλύτερό μου εαυτό μια και πλησίαζε η ώρα της τελικής κρίσης, άφηνε όμως παντελώς αδιάφορο εμένα, κάτι που συμβαίνει και στους μελλοθάνατους, την τελευταία στιγμή λίγο πριν την εκτέλεση.

Δεν μπορώ να πω ότι δεν τα πήγαινα καλά σε όλα τα μαθήματα, στα πρακτικά ήμουν καλός, μου άρεσαν οι νέες ιδέες, οι θεωρίες που συνεχώς εξελίσσονταν, οι πράξεις, οι αριθμοί.  Εκεί που χώλαινα, αυτά που αντιπαθούσα ήταν τα θεωρητικά, κάτι που στην πορεία της ζωής μου θα άλλαζε.

Σεπτέμβρης και ξεκίνησε η τελευταία σχολική περίοδος, ίδιοι οι καθηγητές εκτός από τη φιλόλογο.  Ο παλιός καθηγητής πήρε σύνταξη κι εκείνη κατέλαβε τη θέση του.  Μέτριο ανάστημα, λεπτή, κοντά καστανά μαλλια, με ηλικία γύρω στα σαράντα, ντυμένη στα μαύρα, θα αναλάμβανε την προετοιμασία μου στις πανελλήνιες εξετάσεις.  Τότε δίναμε εξετάσεις και στο λύκειο που φοιτούσαμε και σε επιτροπή του Υπουργείου ως ιδιωτικό σχολείο που ήμαστε.  Κατόπιν ακολουθούσαν οι Πανελλήνιες για την είσοδο μας στα Ανώτατα του κράτους Εκπαιδευτικά Ιδρύματα.

Η απέχθειά μου για τα φιλολογικά μαθήματα ήταν έκδηλη χωρίς ν'αδιαφορώ, όμως, για εκείνη την καθηγήτρια, όπως εξάλλου όλοι μας.  Ήταν το επίκεντρο της συζήτησης μας και απ΄ ό,τι έμαθα αργότερα και των συναδέλφων της.  Ξέραμε μόνο το επίθετό της, ερχόταν λίγα λεπτά πριν να χτυπήσει το κουδούνι στα διαλείμματα έμενε στην τάξη όπυ είχε το μάθημα και έφευγε κατευθείαν.

Παίρνοντας τη βαθμολογία μου και βλέποντας το δικαιολογημένα χαμηλό βαθμό στα μαθήματά της, αποφάσισα με τη μητέρα μου ότι έπρεπε να κάνω ιδιαίτερα μαθήματα.  Εκείνη την εποχή τα λιγοστά φροντιστήρια που υπήρχαν, προετοίμαζαν μόνο για εισαγωγικές εξετάσεις, άρα η μόνη λύση ήταν μαζί της αν δεχόταν.

Τη βρήκε όντως η μητέρα μου σ' ένα διάλειμμα και αφού έγιναν οι κατάλληλες συνεννοήσεις, αρχικά με μεγάλη επιφύλαξη της καθηγήτριας, όπως καταλα΄βαινα από μακρυα που παρακολουθούσα, το ίδιο απόγευμα, αφού έσβησα το τσιγάρο μου στάθηκα μπροστά στην πόρτα της.  Μου άνοιξε με τα ίδια μαύρα ρούχα του σχολείου.

Το διαμέρισμά της μικρό, ένα υπνοδωμάτιο, μια μικρή κουζίνα κι ένα χωλάκι μ' ένα μικρό καναπέ, ένα μεταλλικό τραπέζι, τρεις πάνινες πολυθρόνες και στον τοίχο σε μερικά ράφια αραδιασμένα βιβλία.

Ήταν λιγόλογη, φοβισμένη θα έλεγα.  “Δεν έχω συνηθίσει στα ιδιαίτερα” ήταν η πρώτη φράση της και άνοιξε το βιβλίο των αρχαίων.

Πήγαινα δυο φορές την εβδομάδα.  Στην αρχή ήταν πολύ τυπική, πολύ αυστηρή, προσβλητική, ίσως, καμιά φορά.

Πειραχτήρι όμως εγώ, αναίσθητος όπως η μάνα μου με αποκαλούσε, όλο και γυρόφερνα τη συζήτηση.  Τουλάχιστον θα μάθαινα το μικρό της όνομα, θα έκανα το κομμάτι μου στους υπόλοιπους της σχολικής παρέας.  Εκείνη με κρατουσε σε απόσταση ακόμα και το αμυδρό αναγκαστικό χαμόγελο που σχηματιζόταν στα χείλη της καμιά φορά με τ'αστεία μου, όταν μπορούσα, πρίν το μάθημα ή στο τέλος δεν έσπαγαν τη σιωπή της.

Σιγά σιγά όμως άρχισε να ανοίγεται ειδικά όταν μια φορά της είπα ότι μου αρέσει η ποίηση, της απήγγειλα μάλιστα ένα από τα ποιήματά μου για την αγάπη που δε θα ‘ρθει ποτέ, νομίζω ότι μάλιστα τα μάτια της βούρκωσαν <»Δεν περίμενα ότι εσύ θα ήσουν τόσο ευαίσθητος, τρυφερός θα έλεγα…μπράβο σου» Από τότε άρχισε σιγά σιγά να σπα ο πάγος και πάντοτε μετά το μάθημα μιλούσαμε για λίγο, τι λίγο δηλαδή, καμιά φορά περνούσαμε και την ώρα.

Με ρωτούσε για τα σχέδιά μου, τι θα κάνω, αν εξακολουθώ ακόμα να γράφω και τι. Έτσι περνούσε ο καιρός τα ιδιαίτερά μου δυο φορές την εβδομάδα, το πρωί το σχολείο.  Τα πράγματα είχαν αλλάξει, παρακολουθούσα το μάθημά της, είχα αρχίσει να καταλαβαίνω το νόημα των αρχαίων συγγραφέων, κάτι που με ακολούθησε στην υπόλοιπή μου ζωή.  Μεταξύ μας είχε κάτι αλλάξει, με δεχόταν σαν φίλη περισσότερο παρά σαν την αυστηρή καθηγήτρια.

Μια φορά με ρώτησε αν είχα κοπέλα, της είπα ότι θα της απαντούσα, αν μου έλεγε το μικρό της όνομα κάτι που ούτε στο κουδούνι του σπιτιού της είχε γράψει.  Χαμογέλασε και άλλαξε συζήτηση.  Το εξάμηνο πέρασε και ήρθαν οι εξετάσεις.  Πέρασα και τις δυο και μετά οι Πανελλήνιες μπροστά στα αναρτημένα στην κολόνα ονόματα των επιτυχόντων.

Είχα εισαχθεί σε επαρχιακό πανεπιστήμιο και μάλιστα εκεί που ήθελα.  Γεμάτος χαρά πήγα στο σπίτι και αφού χάθηκα στην αγκαλιά της μάνας μου παίρνοντας μερικά από τα ποιήματά μου έτρεξα στο σπίτι της.  Κλώτσησα την πόρτα και άνοιξε « ξέρω τι θα μου πεις, πάντα πίστευα σ’ εσένα, μπράβο το αξίζεις» μου είπε. Σφίγγοντας μου το χέρι και κοιτάζοντάς με στα μάτια.

Ένιωσα ένα μούδιασμα, τώρα ήξερα, καταλάβαινα τι ένιωθα γι’ αυτήν, Ασυνείδητα την αγκάλιασα και αυτή το ίδιο, δεν ήταν όμως αυτή αγκαλιά της μάνας, του φίλου, της συνάντησης, ήταν η αγκαλιά του έρωτα. Που θα κατέληγε στην απόλυτη ηδονή, δεν ξέρω πόση ώρα κράτησε η δύναμη την απόγνωση της επαφής μας, πάντως όταν σηκώθηκα από τα σάβανα του έρωτα εκείνη μου έδωσε ένα μικρό πακέτο τότε θυμήθηκα τις τρεις κόλλες χαρτί με τα ποιήματα που είχα στην τσέπη μου και της τα έβαλα στο χέρι. Με πήγε μέχρι την πόρτα, έσκυψα να τη φιλήσω γύρισε αλλού το πρόσωπό της «φύγε» μου είπε τρυφερά, «φύγε»

Έφυγα σαν κυνηγημένος, γύρω μου όλα γύριζαν δεν μπορούσα να καταλάβω το χώρο και το χρόνο και το άρωμα του κορμιού της εξακολουθούσε να είναι γύρω μου.

Οι πρώτες αχτίδες του ήλιου με βρήκαν να κάθομαι σ’ ένα παγκάκι σ’ ένα μικρό πάρκο κοντά στο σπίτι της , είχα πάρει την απόφασή μου «στο διάολο όλα» πήγα στην πόρτα της πάτησα το κουδούνι δυνατά με κίνδυνο να ξυπνήσουν οι γείτονες, φώναζα κλαίγοντας, την παρακαλούσα ν’ ανοίξει τίποτα μόνο που σαν να μου φάνηκε ότι άκουσα πίσω από την πόρτα κάτι σα λυγμό.

Πήγα στο σπίτι σε μια μάνα που ανησυχούσε με περίμενε μου είχε ετοιμάσει τα λίγα πράγματα που θα έπαιρνα για όσε ς μέρες  θα καθόμουν για να γραφτώ στη σχολή μου.  Στις 8 το πρωί το τραίνο άφηνε το σταθμό Λαρίσης κι εμένα ένα κομμάτι από την καρδιά μου έμενε πίσω σ’ αυτήν σε κάτι που ήταν ακατόρθωτο.

Εκεί που πήγα ανακατεύτηκα με τους άλλους συμφοιτητές, γράφτηκα στη σχολή μου, βρήκα το κατάλυμα μου και γύρισα κατευθείαν πήγα στο σπίτι της κρατώντας ένα κουτί γλυκά.  Με φρίκη, τρόμο είδα το ενοικιαστήριο γιατί μου το έκανε αυτό, πήγα στο σχολείο αδιαφορώντας για τα συγχαρητήρια , ρώτησα γι’ αυτή, «Δεν  ανανέωσε τη σύμβάσή της, έφυγε, είπε ότι θα πήγαινε στην επαρχία.

Φεύγοντας πέταξα τα γλυκά στο καλάθι των σκουπιδιών Δε με ένοιαζε τίποτα πια και όμως πόσο εξαπατήθηκα. Από τότε πέρασα από πολλές αγκαλιές, τα χείλη μου πολλές φορές είπαν τραγούδια αγάπης, παντρεύτηκα, έκανα οικογένεια, εργάστηκα , κοπίασα για μια θέση στον ήλιο, έγινα παππούς.

Όμως τώρα που τα μαλλιά μου έχουν ασπρίσει που δεν ξέρω αν η ζωή με έκανε σοφότερο η μωρότερο πολλές φορές νιώθω την ανάγκη να δω τη φωτογραφία.  Αυτή τη φωτογραφία που ήμαστε με όλους τους συμμαθητές στην τελετή αποφοίτησης του σχολείου, μ’ εκείνη δίπλα μου, τυχαίο άραγε; - και ανοίγω το πακέτο που μου είχε δώσει με το μικρό κατάλογο με τα ονόματα, τη βαθμολογία μας και το μολύβι που χρησιμοποιούσε.

Στη μνήμη μου θα μείνει ευλαβικά για πάντα η μορφή της, η φωνή και ότι σαν όνειρο μαζί περάσαμε.  Δεν έμαθα ποτέ το μικρό της όνομα και τα χείλη μου δεν ακούμπησαν ποτέ τα δικά της.

Αριστείδης Κονίδης