12142017Πεμ
ΕνημέρωσηΠεμ, 09 Νοε 2017 11am

Στήλη Άλατος

Προς άγνωστη κατεύθυνση

Πόσοι άγγελοι χωράνε να χορέψουνε στη μύτη μιας βελόνας;  Το ερώτημα αυτό με βασάνιζε όλο το βράδυ, έξω οι ήχοι από σειρήνες, σκυλιά να γαυγίζουν, ποτά και χιλιάδες τσιγάρα, κι εγώ δεν μπορούσα να πιστέψω αυτά που σκεφτόμουν, έξω στο σκοτάδι ένας άνδρας ξερνούσε σιωπηλά κάτω από μια σπασμένη λάμπα,

κρατημένος από μια γωνία, για να μη του φύγει ο κόσμος μέσα απ’ τα χέρια, κλάματα μωρού κι ανδρικές κατάρες, και τα δυο εξίσου χωρίς νόημα, εκτός κι αν τα εκλάβουμε ως κριτική ενός γαμημένου κόσμου .Οι πρωινές εφημερίδες κρεμασμένες στα περίπτερα, απαγχονισμένες, μας θυμίζουν πρωί – πρωί ένα μέλλον γεμάτο θάνατο .

Μπαίνω μέσα στο βαγόνι του ηλεκτρικού, μαζί μου μπαίνουν κι άλλοι, σε κάθε στάση , όλο και περισσότεροι, κολλάμε ο ένας πάνω στον άλλον, νιώθω κάπως περισσότερη ασφάλεια , ίσως μέσα στο πλήθος η τύχη μου δυσκολευτεί να με αναγνωρίσει.

Καιρός για λίγη ανθρωπογνωσία. Συγχωρέστε με , αν θέλετε, που πηδάω από θέμα σε θέμα, ειναι δύσκολο να μείνω συγκεντρωμένος, όταν η ζωή τρέχει πιο γρήγορα από τη σκέψη μου, και καμια φορά κολλάω σαν γέρικος υπολογιστής, κολλάω στα λάθη μου, στα λάθη μου, στα λάθη μου.

Ο γέρος που κάθεται στα δεξιά μου βγάζει ένα τεράστιο φθαρμένο βιβλίο από την ταλαιπωρημένη τσάντα του. Το ανοίγει πάνω στα γόνατά του και διαβάζει σιωπηλά σέρνωντας τον σκελετωμένο δείκτη του κάτω από κάθε αράδα με μια δυσοίωνη βραδύτητα, θαρρείς και αν ξεχάσει μια τελεία θ’ αρχίσουν τα ύδατα των ποταμών να κυλούν  προς τα  πίσω, αν ξεχάσει ένα θαυμαστικό, θα πάψουμε όλοι πια να απορούμε και θα ζήσουμε μια ζωή άγευστη, σαν άμμο μέσα στο στόμα.

Σκύβω και διαβάζω στην τύχη μιαν αράδα. «Εν αρχή ην το χάος». Από τότε βέβαια δεν έχουν αλλάξει και πολλά πράγματα.

Κάποτε γνώρισα εναν τύπο που του άρεζαν οι κατσαρίδες, μια γκόμενα που γούσταρε να τη δέρνουν, όταν έκανε έρωτα, έναν παπά που συνεχώς αναρρωτιόταν που βαδίζει αυτός ο κόσμος.

Ένα βράδυ μεθυσμένος μου εξομολογήθηκε πως κατά βάση ήταν άθεος, αλλά έπρεπε κι αυτός κάπως να ζήσει. Από τα ηχεία του βαγονιού ανακοινώνονται οι στάσεις.

Βρωμογειτονιές μ’ επίσημα ονόματα, αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς, ποιητές... το βαγόνι μας διασχίζει την πόλη κουβαλώντας ποιος ξέρει ποιες αμαρτίες, είμαστε κολλημένοι ο ένας πάνω στον άλλον κι όμως οι περισσότεροι αποφεύγουνε να κοιταχτούνε κι ώρες – ώρες αναρρωτιέμαι τι στο διάολο θα γίνει, αν ο οδηγός αρνηθεί ξαφνικά να ανοίξει τις πόρτες, αν συνεχίσει το ταξίδι του περνώντας τη μια άγνωστη στάση μετά την άλλη, μέχρις ότου εξαντλημένοι από την κούραση φτάσουμε μετά από πολλές νυχτες ταξιδιού στο τέρμα κι ανοίξουμε ξημέρωμα τα κατακόκκινα και πρησμένα μάτια μας σε έναν θαυμαστό καινούριο κόσμο.

Τα μπάσα απο το mp3 του διπλανού μου συντονίζουν τους χτύπους της καρδιάς μου. Δεν μου αρέσει η μουσική του, αλλά αν ξαφνικά σταματήσει να την ακούει, θα πεθάνω ακαριαία.  Ξέχασα να σας πω ότι είναι φθινόπωρο κι ότι ξεκίνησε να βρέχει. Όμως αυτό δεν είναι το χειρότερο.  Το χειρότερο είναι το γέλιο της. Όλοι το ακούμε αλλά καμωνόμαστε πως δεν.

Κοιτάζουμε έξω απ’ το παράθυρο ατενίζοντας μια ανύπαρκτη θέα, εντρυφούμε στα υπέρτατα μυστήρια του τηλεφωνικού καταλόγου στο κινητό μας, κοιταμε παλιές φωτογραφίες που στ’ αλήθεια δεν μας ενδιαφέρουν πια, κοιταζόμαστε συνωμοτικά.

Δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να γελάει. Νιώθουμε το γέλιο της να μας προσβάλει βάναυσα, να μας απογυμνώνει, σαν να ‘μαστε εμείς τα ανέκδοτα,ενός θεού που βαριόταν αφόρητα κι είπε να φτιάξει αυτές τις σάρκινες κούκλες, για να μπορεί να τις χαλάει και να τις χτυπάει μεταξύ τους, να τις διαμελίζει,  να τις τυφλώνει, να τις καταβαραθρώνει, να τις πεθαίνει στην πείνα, στη δίψα, σε κάθε γνωστή και άγνωστη αρρώστια, να τις απελπίζει μέχρι θανάτου, να τις βυθίζει στην έσχατη απόγνωση.

Οι άνθρωποι κάνουν σχέδια και οι θεοί γελάνε, οι άνθρωποι πεθαίνουν ουρλιάζοντας και οι θεοί ξεκαρδίζονται στα γέλια και το δικό της γέλιο είναι η πιο ατράνταχτη απόδειξη πως  ο Θεός δεν θα ’πρεπε να  υπάρχει. Γελάει και δάκρυα τρέχουν από τα μάτια της. Σαν μια Κασάνδρα που υποφέρει.

Ίσως βέβαια απλώς να είναι τρέλη. Ίσως να ξέχασε να πάρει τα ψυχοφάρμακά της και να μην αποτελεί κίνδυνο για κανένα. Στην επόμενη στάση κάποιος θα την περιμαζέψει ή θα σηκωθεί και θα φύγει από μόνη της προς άγνωστη κατεύθυνση που οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε κάποια εκδοχή της κόλασης. Η ζωή είναι σκατά κι έχει πολλή μοναξιά από πάνω.

Κάποτε γνώρισα έναν τύπο που μιλούσε εφτα γλώσσες, εναν τύπο που κατάπινε σπαθιά, μια κοπέλα από την Ιαπωνία που έγραφε περίτεχνα ποιήματα των τριών στίχων και προσπαθούσε να μάθει γερμανικά. Κάποτε γνώρισα έναν σκύλο που υιοθέτησε έναν άστεγο, μια κυρία που χαιρόταν όταν κάποιος πέθαινε, έναν αλκοολικό που είχε σπουδάσει φιλοσοφία.

Κάποτε γνώρισα τον έρωτα της ζωής μου, έναν μπάτσο που ένιωθε τύψεις, ένα φρικιό που ζητιάνευε. Τώρα πια όλα έχουν περάσει. Προσπαθώ να κάνω μια καινούρια αρχή, να προχωρήσω προς τα μπρος, να συναντήσω το μέλλον μου. Γι αυτό παίρνω τον ηλεκτρικό και διασχίζω την πόλη.

Τα βράδια ανάβουν τα φώτα και η ανθρωπότητα περνάει ξυστά από την ομορφιά. Ανάβω ένα τσιγάρο και για λίγα λεπτά νιώθω στην κορυφή του κόσμου, ο απόλυτος κυρίαρχος στο ελεεινό βασίλειο της τρυφερότητας. Λέω να αντέξω λίγο ακόμα.

Τα κορίτσια τρίζουν μέσα στο σκοτάδι. Ακούω πως η καινούρια σοδειά κρασιού θα είναι υπέροχη. Για μια εκτυφλωτική νύχτα κανείς μας δεν θα είναι άσχημος, κανείς μας δε θα είναι ξένος. Εγώ θα σας μιλάω στα γερμανικά.

Απαντήστε μου σε όποια γλώσσα θέλετε.