Πρόσωπα στην Πυξίδα της Πόλης

Ο Συνθέτης Λίνος Κόκoτος στην Πυξίδα Της Πόλης

LINOS KOKOTOS
DSC00722

Συνέντευξη Μαρία Καλογεράκη

ΕΡ:Καλώς ήρθατε στα Χανιά .

ΑΠ: Καλώς σας ξαναβρίσκω μιας και ξανάρχομαι καλεσμένος για δεύτερη φορά μέσα σε λίγες μέρες.

ΕΡ:Να ξεκινήσουμε από το όνομά σας .Λίνος Κόκoτος ;το Λίνος από πού βγαίνει;

ΑΠ :Ναι , η μητέρα μου πέθανε μισή ώρα μετά που με γέννησε. Ο πατέρας μου τότε είπε να με βγάλουν Μαγδαληνό γιατί έλεγαν την μητέρα μου Μαγδαληνή.

Επειδή δεν υπήρχε προφανώς άλλο τέτοιο όνομα και ήμουν και αγόρι με φώναζαν Λίνο και έμεινε .Το Κόκοτος είναι από την περιοχή της Αγρινίου και αν πάμε πιο πίσω από τα Άγραφα.

 

ΕΡ:Είχατε κάποιον από τους συγγενείς σας που ήταν μουσικός;

ΑΠ: Όχι , αλλά μπορώ να πω ότι πήρα από το πατέρα μου .Ήταν ένας χαρισματικός άνθρωπος.Αγαπούσε τη τέχνη πολύ .Είχε τελειώσει το σχολαρχείο.Μεγαλωνένος με τη σκληράδα εκείνης της εποχής,ξέρετε τότε στη περιοχή μας δούλευαν στα καπνά για να ζήσουν.Κάποια στιγμή να φανταστείτε για να μάθει γράμματα σκέφτηκε να πάει σε ιερατική σχολή αλλά οι πεποιθήσεις του μάλλον τον έκαναν να μην το αποφασίσει τελικά.

Από αυτόν διδάχτηκα βιωματικά την αγάπη προς την τέχνη.

ΕΡ:Σε τι ηλικία ξεκινάτε για πρώτη φορά να συνθέτετε; Ή να έρχεστε επαφή δημιουργικά με την τέχνη γενικότερα;

ΑΠ:Από πολύ μικρός μου άρεσε να ζωγραφίζω. Ήμουν πολύ καλός στο σκίτσο . Ο πατέρας μου πάντα με παρακολουθούσε.Μου μιλούσε, μου έλεγε ιστορίες για το Βέρντι, μιας και άκουγα πολύ ραδιόφωνο ,με πήγαινε συνέχεια σε εκθέσεις ζωγραφικής,μ΄έψαχνε δηλαδή .

 

ΕΡ:Είχατε παραδοσιακά ακούσματα;

ΑΠ: Βέβαια και συγκινούμαι ακόμα το ίδιο. Πηγαίναμε σε σπίτια ,σε πανηγύρια, σε γάμους και βλέπαμε και ακούγαμε και γλεντούσαμε .Μεγάλωσα με το Χαλκια το πατέρα,  με το κλαρίνο βέβαια,το Σαλέα,τον Μόσχο και η παράδοση υπάρχει πάντα μέσα μου.

Αργότερα όταν κατέβηκα Αθήνα στο Αιγάλεω,δυο φίλοι μου έπαιζαν ακορντεόν.

Άρχισα να ενδιαφέρομαι γι αυτό το όργανο και έτσι ο πατέρας μου μου έκανε δώρο ένα ακορντεόν. Τότε ήμουν 13 ετών.

 

ΕΡ:Υπάρχει ακόμα;

ΑΠ: Είναι ιερό για μένα.Βέβαια το έχω. Θύμάμαι όταν ένας δάσκαλος μου έμαθε τις πρώτες

Νότες από τον ενθουσιασμό μου και τη χαρά μου δεν πήγα στο σχολείο την επομένη.Το αγκάλιαζα για πολλά χρόνια και σιγά σιγά το ακορντεόν έγινε πιάνο.

Άρχισα λοιπόν να παίζω πιάνο και εκεί σε ηλικία 14 χρονών άρχισα να κάνω τις πρώτες μου συνθέσεις.Δηλαδή να γράφω μερικές συνθέσεις.Τότε διάβαζα και έλληνες λογοτέχνες  και ποιητές όπως Παπαδιαμάντη ,Καβάφη , Δροσίνη και μελοποίησα από το Αναγνωστικό

δυο  ποίηματα   του Γιώργου Δροσίνη σε ηλικία 15 ετών.

ΕΡ:Ποια ήταν;

ΑΠ: Ναι «ήταν το τρεχούμενο νερό»,και, «το άσπρο σπιτάκι»

 

ΕΡ-Τα οποία σας ακολούθησαν ;

ΑΠ:Βέβαια πολύ και για όλη μου τη ζωή ,ήταν το ξεκίνημά μου ,όπου εγώ τα παρουσίασα σε μια σχολική γιορτή.Τότε είχαμε λοιπόν ένα πολύ καλό και χαρισματικό δάσκαλο, ο οποίος είχε αφήσει εποχή στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση ο Γιώργος ο Χάιδος και μου έδωσε το θάρρος από τα εύγε όλων των καθηγητών μου και ιδίως εκείνου,να συνεχίσω προς αυτή τη κατεύθυνση . Έτσι άρχιζα να σκαλίζω,χωρίς να γνωρίζω και πολλά .Πρώτος στόχος εκείνη την εποχή ξέρετε ήταν τα γράμματα.Μετά ,όλα τα άλλα ακολουθούσαν.Αλλά ήμουν και τυχερός γιατί βρέθηκα πρόσωπο με πρόσωπο με τον Μίκη Θεοδωράκη κάποια στιγμή στην Αθήνα .Η Αθήνα τότε ήταν μικρή τότε σχετικά . Ένας θειός μου που τον γνώριζε του είπε ότι ένας ανηψιός μου γράφει στο πιάνο αν θέλεις να τον ακούσεις και έτσι βρέθηκα στο τότε σπίτι του με τις μελωδίες που είχα γράψει και μάλιστα είχα γράψει κάποιες που δεν είχα βρει τα λόγια.Εκεί μου είπε ο Μίκης ότι «πρέπει να πας  στο Ωδείο Αθηνών γιατί διακρίνω  ένα  ταλέντο».Έτσι λοιπόν ξεκίνησα .

 

ΕΡ:Γιατί ο άνθρωπος ανακάλυψε τη τέχνη;

ΑΠ: Ήταν φυσικό φαινόμενο ,φυσική ανάγκη.Δε μπορούσε αυτά που είχε να πει να τα εκφράσει μόνο με λόγια και αυτό το βλέπουμε σε όλες τις περιόδους της ζωής μας και στη χαρά και στη λύπη.

Είναι μια άλλη γλώσσα. Και έτσι έκανε και η παράδοση. Καλύπτει όλα τα συναισθήματα , τη χαρά , τον έρωτα, τις αγωνίες μας, τη μοναξιά , τη συγκίνηση, τη σκέψη , τη λύπη, το θάνατο κ.λ.π

Ε και έχουν δημιουργηθεί συγκλονιστικά πράγματα, ε δε χωράνε άλλο φαίνεται.

 

ΕΡ: Εάν πάμε πιο πίσω παρατηρούμε ότι υπάρχουν πολλές καλές συνθέσεις, διαχρονικές που ακόμα και μέσα σ αυτό το συρφετό της εμπορευματοποιημένης τέχνης όταν εμφανίζονται κερδίζουν τον κόσμο και αποθεώνονται.Πως αισθάνεστε όμως που δεν έχουν τη πρώτη θέση όπως τους αξίζει;

ΑΠ: Κοιτάτε εμείς μεγαλώσαμε σε μια εποχή που η ταχύτητα η σημερινή δεν υπήρχε.Τα τελευταία αυτά τριάντα χρόνια άρχισε να εμφανίζεται ένας άλλος καινούριος τρόπος παρουσίασης των νέων συνθέσεων.

 

ΕΡ: Συμφεροντολογικός καθαρά;

ΑΠ:Και τότε πληρωνόμασταν γι αυτά που κάναμε, αλλά πουλάγαμε άλλα πράματα τότε.

Δείτε κάποτε στο Ηρώδειο ρώτησαν τον Ξαρχάκο γιατί δεν δημιουργεί νέες συνθέσεις και εκείνος απάντησε: «μα εμείς γράφουμε ,αλλά δεν τους κάνουμε…».

 

ΕΡ:Γιατί στα προγράμματα στις πίστες, ενώ αποθεώνουν ένα τίποτα κατασκευασμένο σε φίρμα και συγχωρέστε με που εκφράζομαι έτσι δεν το συνηθίζω,μόλις ακούσουν οι θαμώνες μια σύνθεση που κρατά χρόνια , συμμετέχουν και μάλιστα σε αυτό πιο πολύ;

ΑΠ: Σήμερα η μουσική είναι πιο ηχοκρουστική. Βομβαρδίζονται οι νέοι από αυτό το είδος.

Το χθές γίνεται πολύ γρήγορα παρελθόν, τα συναισθήματα κατακερματίζονται, οι νέοι δεν ερωτεύουνται, δε γελάνε,δε κλαίνε.

Αλλά ο άνθρωπος έχει πάντα την διάθεση να τραγουδήσει. Δε σημαίνει ότι επειδή του επιβάλλουν αυτό το είδος ότι θα το ακολουθήσει πιστά.Όταν λοιπόν ο νέος συναντήσει εύστοχες μελωδίες,αμέσως τις αγκαλιάζει και τραγουδά.Αυτοί που είναι λοιπόν πάνω στη πίστα το γνωρίζουν καλά αυτό , γιατί θέλουν να δουν το κοινό τους να χορεύει και να τραγουδά

 

ΕΡ:΄Αρα η καλλιτεχνία ότι και εάν εκφράζει μπορεί να ενώσει και διαφορετικά επίπεδα επικοινωνίας;

ΑΠ:Βεβαίως ,ναι και σε όλα τα κοινωνικά στρώματα.

 

ΕΡ:Και οι μετριότητες;

ΑΠ: Γκρεμίζονται πολύ γρήγορα. Πάντως ακόμα και αν ένας άνθρωπος γαλουχηθεί με αυτές τις μετριότητες και ξαφνικά αισθανθεί την μελωδία την εύστοχη θα ανταποκριθεί , γιατί τελικά αυτό είναι τέχνη.Εμείς τότε είχαμε δημιουργήσει μια κατάσταση , σήμερα δεν είναι αυτό.

 

ΕΡ: όσο βαδίζουμε μπρος πάμε προς τα πίσω;

ΑΠ: Εγώ πιστεύω ότι περνάμε μια εποχή πνευματικής υποβάθμισης,σε παγκόσμια κλίμακα. Η εικόνα αυτή που λέω φαίνεται πολύ καλά στη eurovision.

 

ΕΡ:Αφού περνάμε καλά γιατί δεν κρατάμε τα καλά;

ΑΠ:Γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι ακολουθούν εκείνη τη κατάσταση που τους διαμορφώνουν άλλοι .Για να είσαι «ΙΝ» σε βρίζουν διαφορετικά και σε λένε κουλτουριάρη.Υπάρχει ωραιότερη βρισιά τελικά;

 

ΕΡ:Εάν γράφατε σήμερα αυτές τις συνθέσεις θα γινόταν επιτυχίες;

ΑΠ:Όχι

 

ΕΡ: Να πούμε με ποιους έχετε συνεργαστεί;

ΑΠ:  Ήταν όλοι τους στιχουργοί-ποιητές,ο Αργύρης Βεργόπουλος,ο Άκης ο Δασκαλόπουλος, ο Λευτέρης ο Παπαδόπουλος,ο Οδυσσέας Ελύτης, ο Δημήτρης ο Χριστοδούλου, ο Γιάννης ο Νεγρεπόντης και άλλοι.

Σήμερα δημιουργούνε μοντέλα και το μάτι λειτουργεί εις βάρος της σκέψης.

 

ΕΡ: Πιστεύετε ότι σήμερα ζούμε στην εποχή μόνο της πληροφορίας ενώ πιο πρίν ήταν εποχή σκέψης;

ΑΠ:Βεβαίως

 

ΈΡ: Έχετε ανακαλύψει ταλέντα στο διάβα σας; εκτός από στιχουργούς;

ΑΠ.:Ναι είναι η Γιώτα Νέγκα και η Μαρία Σουλτάτου.Έρχονται πολλά παιδιά και τους λέω τη γνώμη μου αλλά καταλαβαίνουν την συμπίεση του συστήματος .

 

ΕΡ:Να πούμε τώρα πως ήρθατε στα Χανιά;

ΑΠ:Ήρθα καλεσμένος από τον Μανώλη Φιλιπάκη και βρέθηκα καλεσμένος και από τους πολιτιστικούς συλλόγους Καθιανών και Στερνών, και στις 9 Αυγούστου θα είμαι στη κατασκήνωσή του πάλι μιας και έχω ασχοληθεί και με το παιδικό τραγούδι.

 

ΕΡ:Συνεργαστήκατε με την Χανιώτισσα Νίκη Μαυροδημητράκη  για την οποία χαρακτηρίσατε μεγάλο ταλέντο ;

ΑΠ:Ναι και μετά που άκουσα και τον πατέρα της να σε ένα τραγούδι κατάλαβα από πού κληρονόμησε αυτό το  χάρισμα.

 

ΕΡ: Με μια φράση τι είναι η τέχνη και ποια η σχέση της με το πόνο και τη στέρηση;

ΑΠ:Ο πόνος και η στέρηση είναι καθοριστικά για τη τέχνη όμως όχι η μιζέρια

 

ΕΡ:Να κλείσουμε με μια ευχή;

ΑΠ:Οποιοδήποτε ταλέντο εμφανίζεται, να έχει υπομονή και επιμονή.