12162017Σαβ
ΕνημέρωσηΠεμ, 09 Νοε 2017 11am

Στήλη Άλατος

Ο φοβερός τριγμός του Σύμπαντος

Προτιμούσε να κυκλοφορεί έξω. Οι περισσότεροι στην περιοχή τον γνώριζαν. Κι όσοι τον γνώριζαν τον απέφευγαν. Ή τουλάχιστον προσπαθούσαν. Δεν είναι και πολύ ευγενικό να γυρίζεις την πλάτη σου σε έναν ανάπηρο.

Τον πέτυχα κι εγώ αρκετές φορές στο δρόμο να στηρίζεται στο μπαστούνι του και να προχωράει σέρνοντας ελαφρά το αριστερό του πόδι. Περπατούσε αργά και πίσω από τα σκούρα γυαλιά του κοιτούσε με ένταση τους περαστικούς που έρχονταν από την αντίθετη πλευρά, σαν κάτι να περίμενε από αυτούς, και καθώς περνούσα από κοντά του μπορούσα σχεδόν να αισθανθώ τη φλόγα μιας κρυφής αγωνίας να τον κατατρώει.

Τα χείλη του δεν έμεναν ποτέ ακίνητα αλλά κινούνταν ακατάπαυστα σε ένα ψίθυρο, ένα ατελείωτο μουρμουρητό που ερχόταν σε απόλυτη αντίθεση με την αργή και επίπονη προσπάθειά του να περπατήσει. Ήταν σαν η γλώσσα του , το στόμα του, οι σκέψεις του να έτρεχαν έτη φωτός μπροστά από όλο τον υπόλοιπο εαυτό του.

Άλλοτε ήταν πιο τυχερός και έβρισκε ανθρώπους να μιλήσει, τους υπαλλήλους στο βιβλιοπωλείο, τους τυχαίους πελάτες , κάποιους παλιούς γνωστούς που δεν μπορούσαν να μην του πουν μια καλημέρα ακόμη και ανθρώπους άγνωστους που είχαν την ευγένεια να σταθούν μια στιγμή να τον ακούσουν.

Εμένα με πέτυχε ένα απόγευμα σε ένα παγκάκι στο δάσος να διαβάζω εφημερίδα. Πιάστηκε από την επικαιρότητα της ημέρας και μου έπιασε κουβέντα. Μου μίλησε για ένα σωρό πράγματα, ακόμα και για ζητήματα αρκετά προσωπικά .  Για τα ταξίδια του σε όλο τον κόσμο.

Για τη γυναίκα του που είναι από την Ιαπωνία και τον πατέρα της που αυτοκτόνησε ατιμασμένος στο δωμάτιο ενός φτηνού μπαρ στο Τόκιο, για τη Γερμανία που στο έδαφός της είναι σπαρμένες ακόμα χιλιάδες βόμβες από τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο κάτω από σιδηροδρομικούς σταθμούς, νηπιαγωγεία και μπουρδέλα, για την Κίνα, όπου προσπάθησε να μάθει κινέζικα διαβάζοντας μόνος του βιβλία σε κάτι αχανείς βιβλιοθήκες και όπου ένα μικρό κοριτσάκι αξίζει λιγότερο από μια κούπα ρύζι, για Ολλανδούς τουρίστες που αγόραζαν τέτοια μικρά κοριτσάκια και ύστερα τα πετούσαν, για τους 1500 περίπου άστεγους στη Νέα Υόρκη που πέθαναν από το κρύο μέσα σε μια βδομάδα, όταν ο δήμαρχος της πόλης έδωσε διαταγή να κλειδώνουν τα βράδια οι σταθμοί του υπογείου.

Μιλούσε και έδινε αριθμούς και ποσοστά και αναλύσεις και διατύπωνε ερωτήματα τα οποία έσπευδε να απαντήσει και δικαίως οργιζόταν και τότε γινόταν κάπως τρομακτικός  και συνεχώς με ρωτούσε καταλαβαίνεις; καταλαβαίνεις; σαν να μην ήταν απολύτως σίγουρος για την ικανότητά μου να αντιλαμβάνομαι τις λέξεις και τα πράγματα κι εγώ κουνούσα το κεφάλι μου ελαφρώς ζαλισμένος  και προσπαθούσα να βρω μια αναίμακτη διέξοδο από αυτόν τον ορυμαγδό, ένα μικρό κενό στην επιχειρηματολογία του, για να σφηνώσω μια ευπρεπή δικαιολογία που θα μου επέτρεπε να αποχωρήσω ευγενικά.

Αργά το βράδυ τα κατάφερα με δυσκολία και ,καθώς έφευγα, τον είδα σχεδόν αμέσως να πιάνει κουβέντα με μια παρέα νεαρών που κάπνιζε, έπινε και ζεσταινόταν γύρω από ένα βαρέλι με σκουπίδια που  του ’χαν βάλει φωτιά. Έπειτα απ’ όσα μου είχε πει για τη ζωή του, απ’ όσα μου είχε εξομολογηθεί και εκμυστηρευτεί, ένιωσα κάπως άσχημα. Σαν να με είχε κατά κάποιον τρόπο προδώσει.

Μετά από καιρό βέβαια έμαθα πως τίποτε από όσα μου είχε πει, για τον εαυτό του τουλάχιστον, δεν ίσχυε. Πώς θα μπορούσε άλλωστε. Το εγκεφαλικό που είχε πάθει κόντεψε σχεδόν να τον σκοτώσει. Ίσως μάλιστα και να το κατάφερε, εν μέρει. Χρειάστηκαν τέσσερις εγχειρήσεις στον εγκέφαλο και άλλες δεν θυμάμαι πόσες για τα μάτια  το αριστερό πόδι και χέρι. Επανέκτησε, ως ένα βαθμό, την λειτουργικότητά του αλλά το μεγαλύτερο κομμάτι της μνήμης του καταστράφηκε για πάντα.

Ο άνθρωπος δεν μπορούσε να αναγνωρίσει τη γυναίκα του, τα παιδιά του. Δεν μπορούσε να αναγνωρίσει τον ίδιο του τον εαυτό. Χρειάστηκε σκληρή εκπαίδευση για να ξαναγυρίσει σε μια, κατά συνθήκη , φυσιολογική ζωή. Για ένα διάστημα πίστευα πως αυτός ήταν ο λόγος που μιλούσε ασταμάτητα. Αυτή η φριχτή αγωνία που δεν τον άφηνε στιγμή να σταματήσει. Ο άνθρωπος έπρεπε να επανεφεύρει τον εαυτό του. Να τον περιγράψει εξαντλητικά στην παραμικρή του λεπτομέρεια για να μπορέσει το κορμί του να γίνει ξανά κατοικίσιμο.

Έπρεπε να φτιάξει ένα ολόκληρο σύμπαν από την αρχή για να μπορέσει να προσδιορίσει τη δική του θέση. Χριστέ μου, πόση αγωνία, πόση απέραντη δουλειά για έναν μόνον άνθρωπο. Ίσως οι δικοί του τα βράδια να τον ακούν μες στο σκοτάδι να ψιθυρίζει και να μπερδεύουν τον ήχο του με το σφύριγμα του ψυγείου, κάποια στιγμή το συνηθίζει κανείς, ή μπορεί ακόμα χειρότερα να οργίζονται που τους κρατάει ξάγρυπνους μ’ αυτό το δίχως νόημα μουρμουρητό κι ούτε στιγμή να μην τους φαντάζονται πόσο πολύ τον αδικούν αυτόν τον άνθρωπο, που το μόνο σφάλμα του είναι που αγωνίζεται με νύχια και με δόντια να υπάρξει με έναν τρόπο διαφορετικό από αυτόν που μέχρι τώρα τον είχαν συνηθίσει και που πια έχει χαθεί για πάντα. Οι νύχτες μεγαλώνουν με ιλιγγιώδη ταχύτητα την απόσταση ανάμεσα σ΄αυτόν και σε ό,τι υπήρξε κάποτε η οικογένειά του.

Για αυτό λοιπόν του είναι αδύνατο να σταματήσει να μιλάει για τις σπουδές του στην Αγγλία, τότε που νόμιζε ότι βρίσκεται στην κορυφή του κόσμου, χωρίς να ξέρει το γιατί, για τις πόρνες στη Βενεζουέλα που είναι άσχημα χαρακωμένες στο λαιμό, για να γνωρίζουν οι πελάτες σε ποιον ανήκουν, για τη γυναίκα του από τη Γερμανία που στα δεκαοκτώ της χρόνια έκαναν οι γονείς της επίσημη δήλωση στο γερμανικό κράτος ότι είναι άτεκνοι ,για την κόρη του που συζεί με μια γυναίκα στο Βερολίνο και δηλώνει ευτυχισμένη,για τις παγωμένες χώρες του Βορά, όπου οι άνθρωπο τις νύχτες  βλέπουν το χιόνι να πέφτει ατελείωτο ως εκεί που φτάνει το βλέμμα και παραφρονούν, για τα παιδιά στο Μεξικό που σνιφάρουν κόλλα και ξεκοιλιάζουν τουρίστες για λίγα πεσός, για τα αναμμένα φώτα στα γραφεία στους ουρανοξύστες του Μανχάταν περασμένες δώδεκα.

Ίσως φοβάται πως αν σταματήσει για λίγο να μιλάει ο κόσμος του θα καταρρεύσει. Μέσα στο στιγμιαίο αυτό διάλειμα η σιωπή θα απλωθεί σαν επιδημία κατατρώγοντας κάθετι δικό του κι αφήνοντας μόνο στο τέλος ένα βλέμμα που δε θα σημαίνει απολύτως τίποτα.

Κι ακόμα χειρότερα. Οι ινδιάνοι πίστευαν πως τη φωτιά του κόσμου την φυλάει μια γκρίζα αρκούδα στη σπηλιά της. Ίσως στον δικό μας κόσμο  την αλήθεια να την φυλάει ένας ανάπηρος που τριγυρνάει από δω κι από κει συνεχώς μουρμουρίζοντας. Ίσως αν σταματήσει, τότε να ’ρθει το τέλος.

Ίσως αν σταματήσει να μιλάει, να πάψει η γη να γυρίζει, όπως σε κείνη την παλιά ταινία επιστημονικής φαντασίας. Για λίγο θα ακουστεί το σφύριγμα του ανέμου. Πουλιά και αεροπλάνα θα πέφτουν από τον ουρανό. Οι άνθρωποι θα μείνουμε αποσβολωμένοι. Και τότε από το μακρινό ορίζοντα θα ακούσουμε τον φοβερό τριγμό του Σύμπαντος. Και μετά τον Θεό. Θ’ ακούσουμε τον Θεό να ουρλιάζει .