Το Περιβόλι του Τρελού

Πολιτισμός: Πολυτέλεια του Σήμερα ή Αναγκαιότητα του Αύριο;

6

Δεν έχουν περάσει παρά λίγες μέρες από, την πολλοστή για φέτος, «διάσωση» της Ελλάδας σε οικονομικό επίπεδο και η χώρα ήδη εμφανίζει σημάδια διάλυσης.

Την ώρα που γράφονταν τούτες οι γραμμές, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είχε αποκαλεστεί προδότης κατά τις εκδηλώσεις για την επέτειο του «ΟΧΙ», η στρατιωτική παρέλαση της Θεσσαλονίκης, για πρώτη φορά, είχε ματαιωθεί και η προσβολή των δημοκρατικών θεσμών δέσποζε κάτι παραπάνω από ευδιάκριτη, εκτυφλωτική.

Τα κόμματα εξουσίας το βιολί τους, με την κυβέρνηση να καταγγέλλει εις βάρος της σκευωρίες, τις οποίες, παρόλα αυτά η ίδια, δεν κατάφερε ούτε να αντιληφθεί εκ των προτέρων, ούτε να αποτρέψει εκ των υστέρων, ενώ η αντιπολίτευση για μια ακόμα φορά θριάμβευε δια της μικροψυχίας της, προβαίνοντας σε «σκληρές» δηλώσεις. Τίποτα από όλα αυτά – μα πραγματικά τίποτα – δε μου κίνησε το ενδιαφέρον, παρά μόνο με έκαναν να σκύψω λίγο παραπάνω το κεφάλι μου, που το ‘νοιωθα ήδη βαρύ.

 

Αντίθετα, το ενδιαφέρον μου κίνησε μια δήλωση - στα πεταχτά - από έναν μουσικό της μπάντας του Δήμου Αθηναίων, η οποία συνόδευσε την παρέλαση. «Ο Πολιτισμός δεν είναι πολυτέλεια» είπε με σκυμμένο κι αυτός το κεφάλι, «κι εμείς πια νοιώθουμε ότι δεν μπορούμε να κάνουμε τη δουλειά μας». Με περασμένη μια λεπτή μαύρη κορδέλα στο πνευστό του και χωρίς καμιά διάθεση για φλυαρία έστριψε και απομακρύνθηκε, μαζί με τους συναδέλφους του, από την κάμερα η οποία κι αυτή την ίδια στιγμή τον ξέχασε όπως κι η δημοσιογράφος, είχε άλλα, πολύ πιο «juicy» θέματα για να καταγράψει.

 

Δεν πέρασε πολύ ώρα και άκουσα τον νυν Υπουργό Περιβάλλοντος, Ενέργειας & Κλιματικής Αλλαγής να αποσαφηνίζει ότι, «Προφανώς και θα μπορούσε ένα κομμάτι του Πράσινου Ταμείου να μεταφερθεί στον Κρατικό Προϋπολογισμό και το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων γιατί καλό είναι να αναλογιζόμαστε όλοι τη σημασία των ωρών τις οποίες διανύουμε!». Τα επόμενα δημοσιεύματα και η κατάθεση του πολυνομοσχεδίου θα αποδείκνυε ότι αυτό το «κομμάτι» που θα μπορούσε «δυνητικά» να μεταφερθεί από τις περιβαλλοντικές βελτιώσεις που θα πρόσφερε το Πράσινο Ταμείο προς τον κρατικό κορβανά θα ήταν το 95% (!) του ποσού που θα συγκεντρωθεί από τις εισφορές για την ρύθμιση των αυθαιρέτων. Αυτή είναι η αίσθηση του μέτρου την οποία επέλεξε ο Υπουργός Οικονομικών και Αντιπρόεδρος της κυβέρνησης; Το να αφήσει το 5% για τις δαπάνες του Πράσινου Ταμείου μου φαίνεται η ίδια λογική που ακολουθεί όταν παίρνει τη μερίδα του από το ταψί του φαγητού. Σαφώς και δεν συμφωνούσα διόλου με την πολιτική της κας Μπιρμπίλη που «κόλλησε» το σύνολο των θεμάτων της κομπάζοντας περί της περιβαλλοντικής της συνείδησης, αλλά γιατί πρέπει να πηγαίνουμε από το ένα άκρο στο άλλο, ως το εκκρεμές του Φουκώ; Πόσες μέρες έχουν περάσει από τις άριες στη Βουλή ότι, «δε νομιμοποιούμε τους αυθαίρετους, τους τιμωρούμε για χάρη της βελτίωσης του περιβάλλοντος». Πιστεύω ότι τα «Ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα», θα έχουν μεγάλο σουξέ.

 

Είμαι από κείνους που ταλανίστηκαν για το εάν θα ‘μενα στην πόλη που γεννήθηκα ή αν θα ‘φευγα από αυτή, τόσο εντός όσο κι εκτός Ελλάδας, υπακούοντας στις φωνές των επαγγελματικών μου σειρήνων. Το ότι έμεινα, το χάρηκα, το μετάνιωσα και πάλι απ’ την αρχή, όμως εκείνο που συχνά μου λείπει, είναι η δυνατότητα να μπορώ να επιλέξω μέσα από μια σειρά προτάσεων πολιτιστικών δρώμενων. Όχι ότι δε θεωρώ σημαντική μια εκδήλωση για τη Ρουματιανή σούστα ή μια παράσταση του ΔΗΠΕΘΕΚ, το αντίθετο, εντούτοις είναι αλήθεια ότι έχουμε μια σημαντική απόσταση από τις δράσεις του κέντρου –κυρίως σε ποσότητα- κι είναι δύσκολο να την καλύψουμε για πολλούς λόγους.

 

Τις τελευταίες μέρες συμμετείχα ως ακροατής σε δύο εξαιρετικά ενδιαφέρουσες πολιτιστικές εκδηλώσεις, σχετικές με την ποίηση. Η μία από το Ίδρυμα Καψωμένου για τον Σικελιανό και τον Ελύτη και η άλλη για τον Ρίτσο από το 7ο Γυμνάσιο Χανίων. Ξέχωρα από το επίπεδο των προσκεκλημένων ομιλητών ή την επιστημονική τους προσέγγιση, τις πηγές ή τη διάρκειά τους, οι εκδηλώσεις αυτές ξεχώρισαν στα μάτια μου για τη προσήλωση των διοργανωτών να τις υλοποιήσουν με τον καλύτερο τρόπο, ενάντια στις συνθήκες, το χρόνο, τις περιστάσεις. Ήταν τόσο αγνά προφανής η εθελοντική συμμετοχή των καθηγητών και των γονέων που το έβλεπες στα μάτια τους και το άκουγες στα λόγια τους, αφουγκραζόμενος τη σκέψη τους «είμαστε περήφανοι που το κάνουμε αυτό». Εκεί τελείωνε και η μαγεία και ξεκινούσε η υποκρισία της πολιτείας. Μια δίλεπτη, τρίλεπτη, πεντάλεπτη ομιλία από τους εκπροσώπους της, επίσης ανιδιοτελές δώρο των διοργανωτών, με δίχως αμφιβολία για τις καλές τους προθέσεις, όμως κανείς δεν είχε αντιληφθεί ότι όλο εκείνο είχε φτάσει ως εκεί, με προσωπικές ενέργειες καθηγητών και γονέων και μόνον αυτές.

 

 

 

Είναι κάτι παραπάνω από προφανές ότι η πολιτεία πλέον αντιμετωπίζει τα πολιτιστικά δρώμενα ως μέτριες, καλές ή άριστες ευκαιρίες προβολής αλλά παράλληλα ως μπελάδες χρηματοδότησης που αυτό το χρονικό διάστημα, καλό είναι να τους λείπουν. Δήλωση με πολύ νόημα το οποίο μπορεί να χαρακτηριστεί ως ιδιαζόντως επίκαιρο είναι αυτή ενός εκ των «αρχόντων» της πόλης μας που υποστηρίζει ότι «καλές είναι οι εκδηλώσεις, αλλά χρειάζεται και ο δρόμος για να πας σ’ αυτές και εγώ επιλέγω το δρόμο…». Ξεχάσαμε άραγε ότι οι πραγματικά άριστοι που μας σήκωσαν ψηλά ήταν άνθρωποι που κάθε μέρα περπατούσαν πέντε χιλιόμετρα προς το σχολείο και πέντε της επιστροφής στο σπίτι, για να σπουδάσουν;

 

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι δράσεις πολιτισμού και οικονομικοί υπολογισμοί πρέπει να γίνουν με σεβασμό τόσο για την οικονομία όσο και για κάθε άλλο κονδύλι που θα αφορά ένα μηχανισμό περίπλοκο και πολυσύνθετο όπως είναι ένα κράτος. Και για την συντομία της κουβέντας δεν θα αρνηθώ ότι, φορείς, οργανώσεις, υπουργοί και άλλοι αξιωματούχοι οργανώνονται πίσω από πολιτιστικές και πολιτισμικές αξίες για ιδιοτελή συμφέροντα. Όμως αντιμετωπίζοντας τον πολιτισμό ως αγαθό ή πολύ περισσότερο ως εμπόρευμα, είναι σα να καταστρέφουμε εκείνο ακριβώς που θα μας υποστηρίξει σε όλα αυτά τα χρόνια λιτότητας που θα διανύσουμε, ακολουθώντας μας και προστατεύοντας μας από το να αμαυρώνουμε κάθε δημοκρατικό θεσμό χωρίς να έχουμε την ευθυκρισία του πού, του πότε και του πώς θα πρέπει διαμαρτυρόμαστε. Το αναφαίρετο δικαίωμα της διαμαρτυρίας θα καλυφθεί από ένα αίσθημα ασυδοσίας και όλο αυτό θα δημιουργεί ασαφείς φαύλους κύκλους έλλειψης πολιτισμού, καταστροφής αξιών, καταστολής και αποσύνθεσης θεσμών.

 

«Ο πολιτισμός δεν είναι πολυτέλεια, αλλά αναγκαιότητα». Τάδε Έφη, Γκάο Ξινγκγιάν, Νόμπελ Λογοτεχνίας, το  2000. Εγώ δεν έχω το – με την καλή έννοια – θράσος με το οποίο μπορεί ένας Νομπελίστας να λέει τη γνώμη του και να την υποστηρίζει, πίσω από την κορυφαία επιστημονική και ακαδημαϊκή διάκριση. Μπορώ όμως να αντιληφθώ ότι όσο ο πολιτισμός και οι δράσεις του θα δαιμονοποιούνται, τόσο θα παράγουμε σκέψεις και όντα που δεν θα μπορέσουν να μας προστατεύσουν από μια διαχρονική πτωτική τάση στις αξίες, τους θεσμούς, τα δικαιώματα και τα ήθη.

 

Κυριάκος Γ. Κώτσογλου

Μηχανικός Παραγωγής & Διοίκησης MSc