Στήλη Άλατος

Από τη συλλογή χριστουγεννιάτικων διηγημάτων

Ήταν παραμονές Χριστουγέννων και ο καιρός έμοιαζε λες και τον είχες πάρει από κάποιο χριστουγεννιάτικο παραμύθι και τον είχες καρφώσει στον ουρανό της πόλης μας.

Χιόνιζε με τέτοια μανία που ορισμένοι πίστευαν ότι κάποιο άθλιο υπονοούμενο θα πρέπει να υπήρχε πίσω από τέτοια ομορφιά. Ορισμένοι πιο απαισιόδοξοι μάλιστα είχαν φροντίσει να γεμίσουν τις αποθήκες τους με τεράστια αποθέματα τροφίμων και ποτών σε περίπτωση που ο χιονιάς δεν ήταν ένα απλό καιρικό φαινόμενο αλλά η απαρχή μιας τεράστιας σε έκταση και βάθος χρόνου γεωλογικής και κλιματολογικής αλλαγής.

Το χριστουγεννιάτικο σούρουπο έπεφτε χαλαρό, στροβιλίζοντας που και που για πλάκα μερικές νιφάδες χιονιού. Τα χριστουγεννιάτικα φωτάκια άναβαν στα δέντρα, μουσική ακουγόταν από κάπου μακριά και οι τελευταίοι καθυστερημένοι διαβάτες έτρεχαν να τρυπώσουν στα σπίτια τους ισορροπώντας στα χέρια τους δώρα, σε ύψος που θα έφτανε να ικανοποιήσει και τον πιο άπληστο πιτσιρικά αυτού του κόσμου, που γράφει στα καινούρια του παπούτσια το αληθινό πνεύμα των Χριστουγέννων. Ήταν γεγονός ότι όλοι ετοιμάζονταν για τη γιορτή.

Εγώ ήμουν καλεσμένος στο πάρτυ του Κλάους. Και μπορεί τις περισσότερες φορές να βαριέμαι αφόρητα αλλά η αλήθεια είναι ότι τα πάρτυ του Κλάους συγκεντρώνουν όλη την αφρόκρεμα της καλλιτεχνικής ζωής της πόλης, γεγονός που μάλλον είναι και ο λόγος που εγώ βαριέμαι αφόρητα.

Γιατί πόσο να διασκεδάσει κανείς σε ένα πάρτυ όπου έχει άγνωστες λέξεις – και δε μιλάμε για μία και δύο- και όπου κάθε τρεις και λίγο είναι υποχρεωμένος να λέει –ναι ο όρος μου είναι γνωστός αλλά το ακριβές νόημά του μου διαφεύγει και τότε η τύπισσα κοιτάει λίγο αφηρημένα πάνω από τον ώμο σου, λέει κάτι ευγενικό του στυλ χάρηκα που τα είπαμε ,και την κάνει με ελαφρά πηδηματάκια προς αναζήτηση κάποιου προφανώς εξυπνότερου και άρα καταλληλότερου να ζεστάνει την ελεύθερη πλευρά του κρεβατιου της τις κρύες νύχτες του χειμώνα.

Ύπαρχουν βέβαια και οι ευγενικές που θεωρούν καθήκον τους να σου εξηγήσουν και να φωτίσουν τα ζοφερά σκοτάδια της απόλυτης άγνοιάς σου και τότε έντρομος βλέπεις να παρελαύνουν μπροστά σου καλλιτεχνικοί όροι, κινήματα και αντικινήματα, σχολές, ρεύματα, ονόματα καλλιτεχνών και έργα με τίτλους παράξενούς και όλο αυτό το διάστημα η καρδούλα σου τρέμει, Χριστούλη μου λες να με εξετάσει στο τέλος; Κι έτσι περνάει η βραδια χωρίς να το καταλάβετε και μένετε στο τέλος δυο καλοί φίλοι που αποφεύγουν επιμελώς να συναντήσουν ο ένας τον άλλον.

Παρόλα αυτά το πάρτυ του Κλάους δεν θα το έχανα με τίποτα. Πρώτα από όλα γιατί είναι ο καλύτερός μου φίλος από τότε που ήμασταν ακόμη παιδιά. Η φιλία μας ξεκίνησε κατα τη διάρκεια ενός περιστατικού κατά το οποίο εγώ έτρωγα ανηλεώς ξύλο από δυο μεγαλύτερα παιδιά που προφανώς οι ρίζες τους κρατούσαν από κάποιο παρακλάδι του Αττίλα του βάρβαρου, ενώ ο Κλάους προσπαθούσε με πολύ ενδιαφέροντα και καλοδιατυπωμένα επιχειρήματα να τους πείσει να πάψουν να με κοπανάνε στο έδαφος, τον τοίχο, τα διπλανά παγκάκια και γενικά όποιο μέρος έβρισκαν πρόσφορο και εύκαιρο εκείνη τη στιγμή.

Όταν μετά από μέρες κατάφερα ξανά να μιλήσω με τρόπο κατανοητό για τους συνανθρώπους μου και του έθεσα το πολύ απλό ερώτημα γιατι δεν φώναξε αμέσως τον διευθυντή, μόλις με είδε να αιμορραγώ προς όλες τις κατευθύνσεις, μου είπε με ύφος ελαφρώς θιγμένο που δεν εκτιμούσα την παρέμβασή του η οποία εξέθεσε και τον ίδιο σε κίνδυνο, ότι δεν το σκέφτηκε, θα το έκανε όμως οπωσδήποτε την επόμενη φορά,αφού ήταν για μένα τόσο σημαντικό. Αυτό ήταν! Από τότε γίναμε οι καλύτεροι φίλοι. Εκτιμώ πολύ τις ντόμπρες εξηγήσεις.

Ο δεύτερος λόγος που ήθελα τόσο πολύ να πολύ να πάω στο πάρτυ του Κλάους ήταν, γιατί ,για να πω τη μαύρη αλήθεια δεν είχα καμια άλλη πρόσκληση ή προοπτική για εκείνη τη βραδιά. Οπότε ή στου Κλάους με καλό φαγητό, άφθονο ποτό και μουσική ή στο σπίτι μόνος.

Να με λοιπόν στη δεξίωση με τα καλά μου ρούχα ελαφρώς ταλαιπωρημένα και με ένα ποτήρι σαμπάνιας στο χέρι, να παρατηρώ τους γύρω μου, τη φωτιά στο τζάκι, τις λεπτομέρειες στους πίνακες και στα αγάλματα, το πέρα δώθε των σερβιτόρων και κυρίως το πέταγμα μιας μύγας που ήταν θαρρείς και έθετε μεσα στο γενικότερο χαμό του πάρτυ το θεμελιώδες ερώτημα του πώς στο διάολο κατάφερε και την έβγαλε καθαρή με τέτοιο ψοφόκρυο .

Και απολάμβανε και ένα από τα πιο γνωστά πάρτυ από πάνω. Τι να πω. Ίσως να ήτανε μια μύγα φιλότεχνη με πολύ ισχυρή θέληση. Γεγονός πάντως ήταν ότι εγώ βαριόμουνα θανατηφόρα. Στεκόμουν σε μια γωνία μόνος,έπινα τη σαμπάνια μου και προσπαθούσα να υπολογίσω πόσα ποτήρια έπρεπε να πιω μέχρι να τελειώσει αυτό το πάρτυ. Κάποια στιγμή μπερδεύτηκα. Ποτέ δεν ήμουν καλός με τους μεγάλους αριθμούς. Και πάνω που σκεφτόμουν αν άξιζε τον κόπο να ξαναρχίσω από την αρχή, έγινε. Μα το Θεό, ήταν σαν σε ταινία. Και δε σας λέω ψέματα, γιατί εγώ με τις ταινίες έχω μια κάποια ευαισθησία.

Η μπάντα άρχισε να παίζει τζαζ μουσική και μια μια όμορφη κυρία με πλησίασε και μου συστήθηκε. Τη λέγανε Έμμα και ήταν μεταπραγματική καλλιτέχνης. Φυσικά και δεν ρώτησα τι σημαίνει αυτό. Απλώς κούνησα το κεφάλι μου με νόημα και άφησα την Έμμα που ήταν και μεταπραγματική καλλιτέχνης να αποφασίσει με ποιο ακριβώς νόημα. Το παράξενο πάντως ήτανε πως καθόλου δεν δυσκολευτήκαμε να επικοινωνήσουμε. Ήταν φοβερό το πόσο χαλαρά κυλούσε η κουβέντα.

Η Έμμα ηταν έξυπνη και πνευματώδης και αστεία και η νύχτα περνούσε τόσο όμορφα που είχα αρχίσει να πιστεύω ότι τελικά υπάρχει ζωή και πριν το θάνατο και κατά μια περίεργη σύμπτωση  είχε κάνει μια στάση απόψε εδώ, στο πάρτυ του Κλάους. Ήταν τόσο υπέροχα. Η σαμπάνια έρρεε άφθονη κι εγώ ετοιμαζόμουν να πω μια ατάκα που την προετοίμαζα εδώ και ώρα στο μυαλό μου, όταν η Έμμα ζήτησε συγγνώμη, είπε ότι πάει λίγο να φρεσκαριστεί και εξαφανίστηκε μέσα στο πλήθος.

Εγώ εν τω μεταξύ συνέχισα να πίνω έντρομος, σίγουρος πως τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου είχαν κιόλας περάσει. Για καλή μου τύχη τρία ποτήρια σαμπάνια αργότερα η Έμμα επέστρεψε και μαζί της και η πεποίθηση ότι ο κόσμος δεν είναι τελικά τόσο κακός όσο λένε. Για κακή μου τύχη όμως φορούσε άλλα ρούχα και το χειρότερο είχε και άλλο όνομα. Για ένα περίεργο λόγο μου ξανασυστήθηκε και αυτή τη φορά τη λέγανε Αμελί και ήταν μεταπραγματική καλλιτέχνης. Τι στο διάολο συνέβαινε; Εγώ μέχρι τώρα ήξερα ότι, όταν οι γυναίκες φρεσκάρονται,φτιαχνουν λίγο το μακιγιάζ τους, δεν αλλάζουν ρούχα και όνομα και κυρίως δεν χάνουν τη μνήμη τους. Τόσο λοιπόν η μοναχική ζωή με άφησε πίσω στις εξελίξεις; Μήπως το ποτό έπαιζε άσχημα παιχνίδια στον έναν από τους δυο μας;

Ήταν αυτή που δε θυμόταν κάτι που είχε γίνει ή μήπως εγώ που θυμόμουν κάτι που δεν είχε γίνει; Και τότε σήκωσα το κεφάλι μου και είδα την κάμερα. Αμέσως τα κατάλαβα όλα. Η τέχνη λοιπόν ποτέ δεν κοιμάται. Η Αμελί/Eμμα, η μεταπραγματική καλλιτέχνης ετόιμαζε ένα βίντεο που θα διερευνούσε τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και μυθοπλασίας ή μεταξύ πραγματικότητας και πραγματικότητας ή μεταξύ πραγματικότητας και μεταπραγματικότητας.

Σε αυτό το παιχνίδι λοιπόν μπορούσα να παίξω κι εγώ. Αν αυτή ήταν η Αμελί, εγώ ήμουνα ο Λούκας. Αν  αυτή  ήταν μεταπραγματική καλλιτέχνης, εγώ ήμουνα εθελοντής γιατρός στα βάθη της Αφρικής. Η αρχή ήταν μόνο δύσκολη. Από τη στιγμή που πήρα φόρα δεν σταματούσα με τίποτε. Πολέμησα εναντίον όλων σχεδόν των γνωστών ασθενειών και κανα δυο άγνωστων που επινόησα εκείνη τη στιγμή.

Είπα μαζεμένα όσα ψέματα δεν είχα πει σε όλη μου τη ζωή και σε κανα δυο προηγούμενές μου. Κάποια στιγμή βέβαια έχασα τον έλεγχο της ιστορίας μου και του εαυτού μου. Μου φαινόταν πως μιλούσα πότε στην Αμελί και πότε στην Έμμα. Επρεπε κάθε φορά να αλλάζω ρόλο. Δεν ξέρω αν τα κατάφερνα πάντα. Υπήρχαν στιγμές που ενώ μιλούσα με την μία, νόμιζα πως έβλεπα την άλλη να εξαφανίζεται μέσα στο πλήθος. Ζούσα μάλλον σε μια μεταπραγματική πραγματικότητα.

Την επόμενη μέρα ξύπνησα με έναν τρόμερό πονοκέφελο στον καναπέ του φίλου μου. Παρα λίγο να σε βγάλουν νοκ άουτ οι δίδυμες μου είπε, και τότε είδα να ξεδιπλώνονται μπροστά μου ανήμερα Χριστουγέννων εικόνες ανείπωτης ξεφτίλας. Τόσο ανόητος λοιπόν που σχεδόν έδινα καινούριο νόημα στη λέξη.

Είδα με το νου μου το όραμα της θεάς ήττας να απλώνει τα φτερά της και να έρχεται πετώντας βιαστική προς το μέρος μου. Το να μαθευτεί η όλη ιστορία ήταν απλώς ζήτημα ημερών, αν όχι ωρών. Πάντως είμαι περίεργος , ειπε ο Κλάους, τι είπες στην Αμελί κι έχει τόσο πολύ εντυπωσιαστεί μαζί σου.

Εγώ απολύτως τίποτα, του απάντησα, αλλά ο δίδυμος αδερφός μου δυστυχώς πάρα πολλά.