12112017Δευ
ΕνημέρωσηΠεμ, 09 Νοε 2017 11am

Το Περιβόλι του Τρελού

Ο Χρόνος, σε περίοδο κρίσης.

skitso 2

Πανδαμάτορας, Αδυσώπητος ή απλώς η Φύση;

Ζήσαμε μαζί του κάθε στιγμή της ζωής μας και ασταμάτητα θα συνεχίσουμε να συμπορευόμαστε μέχρι εκείνη - ίσως την κορυφαία - όπου δεν θα έχει πια την παραμικρή σημασία, για εμάς προσωπικά.

Χορέψαμε και χορεύουμε αυτό το ταγκό για δύο, σφικτά δεμένοι πάνω του, την ίδια στιγμή που και αυτός συνεχίζει να το κάνει με το σύνολο των «ορατών τε, πάντων και αοράτων» χωρίς κανείς να μπορεί να αντικαταστήσει, ειδικά ετούτο τον καβαλιέρο. Εμείς περιμένουμε, υπομονετικά ή ανυπόμονα κι εκείνος εντελώς απαθής, κουβαλάει σε μας, με το πλήρωμά του διάφορα, προκαλώντας μας, με συνέπεια, κάθε είδους συναίσθημα που διαθέτει η «παλέτα» της ψυχής μας.

 

Τον αγαπάμε αγνά όταν φέρνει τα γενέθλια, τις γιορτές, τις σημαντικές επετείους μας και υστερόβουλα όταν κλείνουμε τις επαγγελματικές μας συμφωνίες. Τον λατρέψαμε όταν μας έστεψε πρωταθλητές Ευρώπης, από το πουθενά, τον αποθεώνουμε όταν απλώνει  μπροστά μας το θαύμα της ζωής και τον μισούμε βαθειά όταν κάνει το ίδιο με το θάνατο. Τον αναζητήσαμε ως άγνωστο (t) προσπαθώντας να λύσουμε το πρόβλημα της φυσικής και τον θαυμάσαμε όταν αποκαλέστηκε η τέταρτη διάσταση, στη γνωστή πια θεωρία του φίλου μας, του Αλβέρτου.  Προκαλούσε και συνεχίζει να προκαλεί συγκινήσεις δια των στιγμών του, μεγάλες όταν τις προσδοκούμε,  ακόμα μεγαλύτερες όταν έρχονται απροσδόκητα. Το μόνο που δεν αποφασίζει είναι να διαθέτει μια κάποια περιοδικότητα για τις καλές ή τις κακές, με τη δική μας πάντα έννοια, ειδήσεις. Μικρά ή μεγάλα σερί απ’ τις πρώτες, τις δεύτερες ή μία – μία, εναλλάξ, παραμένουν απόλυτη δική του επιλογή.

 

Έστω κι αν εκείνος ουδόλως ενδιαφέρεται, εκείνο που αλλάζει είναι η δική μας αντίληψη  γι’ αυτόν, ανάλογα με την περίσταση. Πώς άραγε ένοιωθε ο Λεωνίδας βλέποντας τους Πέρσες να παρακάμπτουν τις Θερμοπύλες, πώς ένοιωθαν οι Ρωμαίοι πριν «μπουκάρουν» ο Αστερίξ με τον Οβελίξ, πώς ένοιωθε ο Χριστός λίγο πριν το «Τετέλεσθαι»; Όμως ο χρόνος δεν έχει πάντα να κάνει με το γνωστό στίχο των Χαϊνηδων «νοιώθω του τέλους το θεριό να με παραμονεύει…». Το βραδινό ραντεβουδάκι, η πρωινή βόλτα του Σαββάτου, η μέρα του χαρτζιλικιού, του δώρου, του ντέρμπι και της Αθλητικής Κυριακής, οι απονομές, αλλά και κάθε γλυκιά στη σκέψη αναμονή, τον κάνει απαλό σαν καλοκαιρινό αεράκι, όχι μόνο γιατί έτσι μας «χρυσώνει το χάπι η ζωή» αλλά και γιατί έτσι, the show must go on. Ω ναι, ο χρόνος έτσι όπως εμείς τον νοιώθουμε, περνάει απίστευτα γρήγορα όταν εμείς τον απολαμβάνουμε και απίστευτα αργά όταν εμείς οι ίδιοι θέλουμε να συρρικνώσουμε σε μια στιγμή εκείνο, που μας κάνει να υποφέρουμε. Όπως και μ’ όλα τα ανθρώπινα, ο χρόνος μάς είναι αδιάφορος όταν περισσεύει και πολυπόθητος, όσο τίποτα άλλο, όταν λιγοστεύει.

 

Μ’ όλα τα παραπάνω μέσα στο μυαλό μας, πώς άραγε αντιδρούμε απέναντι στο χρόνο κι εκείνος απέναντί μας, σε μια περίοδο κρίσης όπως τούτη που περνάμε; Ανθρώπινα θα έλεγα, κι ας κατηγορηθώ για γενικολογίες. Τον τεντώνουμε εμείς, ψάχνοντας την 25η ώρα της σκληρής Ευρώπης της Μέρκελ αλλά αυτός θα τελειώσει πιο γρήγορα από ότι εμείς θέλουμε, κάνοντας το πρόβλημα μεγαλύτερο, οξύτερο. Τον υποτιμάμε αφού κινούμε διαδικασίες αλλαγής συνθηκών μέσα στην Ευρωζώνη προς χάριν των εξασφαλίσεων απέναντι στα ατίθασα παιδιά του Ευρωπαϊκού Νότου, τη στιγμή που η Ευρώπη χρειάζεται προοπτική. Χρειάζεται πολύς την στιγμή που η Ευρώπη όλων αναζητάει προοπτική κι εκείνος, πάντα απαθής, δεν το έχει σε τίποτα να βγάλει από τη φαρέτρα του το βέλος που θα έχει σκαλισμένο απάνω του το τέλος της Ευρωζώνης. Τον μεταθέτουμε ανεξέλεγκτα, υποθηκεύοντας τις συντάξεις του μέλλοντος (2014-2020) για να πληρώσουμε τις συντάξεις του αύριο (2012-2013), τι πρωτότυπο για μας! Κι εκείνος, δίκαια κι άδικα, θα μας μεταφέρει ακόμα πιο γρήγορα από το σήμερα στο αύριο και μπροστά σε ένα ακόμα αδιέξοδο, «αναγκάζοντάς» μας, στο εν τω μεταξύ, να μειώσουμε τα όσα - ήδη λίγα - δίνουμε στους συνταξιούχους και να αυξήσουμε, τα όσα - ήδη πολλά - παίρνουμε από τους προς συνταξιοδότηση.

 

Τον προκαταλαμβάνουμε όλοι εμείς αλλά κυρίως τα μέχρι πρότινος συναποφασίζοντα πρωτοπαλίκαρά του, προσπαθώντας να αποκαθηλώσουν ταχύτερα τον πρώην πρωθυπουργό «μας», αυτόν τον ίδιο που προσπαθεί να τον εκμεταλλευτεί, περνοδιαβαίνοντας τα διάφορα «εντευκτήρια Ευρωπαϊκής πολιτικής» για να εισπράξει πληρωμένα χειροκροτήματα, αντί να πει μια ειλικρινή κουβέντα έστω κι αν αυτή είναι «αντίο» ή «συγνώμη». Ο χρόνος, θα τους αντιμετωπίσει όλους, όπως τους αρμόζει. Οι πρώτοι, αν έπραξαν σωστά «θα φορτώσουν με πραμάτεια», αλλιώς θα έχουν την τύχη του προπέτη Βαγγέλη στο Ζάππειο, μέρες του 2007. Ο δεύτερος, πρωταθλητής ήδη στην πολιτική θολούρα, θα αποτελέσει πραγματική πρόκληση για τους Σκανδιναβούς, θέτοντάς τους το δίλημμα για το εάν θα πρέπει να επινοήσουν νέο Νόμπελ, εκείνο του ακαταλληλότερου ή του πιο προσκολλημένου στην εξουσία.

 

Δεν υπάρχει αμφιβολία, ο χρόνος είναι πάντα ο ίδιος σε απόλυτα μεγέθη, αυτό μπορεί να το επιβεβαιώσει και το πιο φθηνό ρολόι, που διατίθεται από τους υπαίθριους πωλητές της Ομόνοιας. Εκείνο που αλλάζει είναι η δική μας πίεση που μας κάνει να τρέμουμε, όπως όταν βάζουμε το κλειδί στην πόρτα ενός παράνομου διαμερίσματος, φοβούμενοι μη μας δουν, προσπαθώντας άτσαλα να εξαφανίσουμε μερικά δεύτερα. Κι αυτό ακόμα, δεν κάνει το χρόνο να αλλάζει, κάνει τη δική μας αντιμετώπιση διαφορετική, απέναντι στο χρόνο που κυλάει. «Κάθε δευτερόλεπτο που περνάει είναι ένα επίγραμμα που δε μπορείς να γυρίσεις πίσω για να το γράψεις διαφορετικά. Αν είχα τη δυνατότητα να ζω παράλληλα δυο ζωές, στη μια θα αγκάλιαζα την Τερέζα, ενώ στην άλλη θα την πέταγα έξω για χάρη της Σαμπίνε», είπε ο Τομάς στην «Αβάσταχτη ελαφρότητα του Είναι». Όσο όμως κι αν αποτελεί θέλγητρο, το ταξίδι μπρος ή πίσω στο χρόνο είναι μια πολυτέλεια που δεν την έχουμε. Κι έτσι το επίγραμμα του χρόνου είναι πάντα ένα, ενώ εμείς, συχνά, πάνω στο ίδιο επίγραμμα, προσπαθούμε να χωρέσουμε δυο και τρεις ζωές. Κι όποιος ζει παραπάνω ζωές, παθαίνει έμφραγμα.

 

Πανδαμάτορας ή αδυσώπητος, πικρός ή ηδύς, ελαφρύς ή βαρύς και εν τέλει καλός ή κακός, ο χρόνος θα συνεχίσει το ίδιο κανάλι που έχει χαράξει για μας, καθοδηγούμενος από τη φύση, εκτός κι αν κάποτε ξεπεράσουμε την ταχύτητα του φωτός και «νοιώσουμε» τη σχετικότητά του στην καθημερινότητά. Μέχρι τότε, οι δικές μας βουλές, τα δικά μας πάθη, οι δικές μας αμαρτίες θα του προσδίδουν μια διαφορετική χροιά χρωματίζοντάς τον ενίοτε, με όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου και κάνοντάς μας να τον αγαπάμε, διαδοχικά, τόσο πολύ όσο όταν παίρνει γλυκά από το μυαλό το μεγάλο μας έρωτα, γιατρεύοντας την πληγή και να τον μισούμε ακόμα πολύ όσο όταν μας φέρνει στη μνήμη την εικόνα του πλοίου που φεύγει μαζί της για τελευταία φορά, έστω κι αν εμείς είμαστε που καθυστερήσαμε να πάμε στην προβλήτα, παλεύοντας χρόνια με τον εαυτό μας.

 

So you run and you run to catch up with the sun but it's sinking
Racing around to come up behind you again.
The sun is the same in a relative way but you're older,
Shorter of breath and one day closer to death.

Every year is getting shorter never seem to find the time.
Plans that either come to naught or half a page of scribbled lines
Hanging on in quiet desperation is the English way
The time is gone, the song is over,
Thought I'd something more to say.

 

Pink Floyd, “Time”, LP “The Dark Side of the Moon”, Μάρτιος 1973

 

Κυριάκος Γ. Κώτσογλου

Μηχανικός Παραγωγής & Διοίκησης MSc