Στήλη Άλατος

Φύλλο 109 - Μάρτιος 2012

Ελευθερία

Είναι φορές που ξεχνάει να νυχτώσει

και περνάω τις ώρες μου σε μια άνυδρη μέρα.

Είναι οι ψίθυροι εκείνων που πέθαναν

δίχως να βρούνε καμία δικαίωση,

δίχως να βρούν δυο μέτρα γης

για να φυτέψουν το νεκρό τους σώμα.

Δίχως να βρούνε κάποιον

που θα τους κουβαλούσε

-έστω σαν μακρινή ανάμνηση-

από τον ένα χρόνο στον άλλον.

Είναι η μανία της θάλασσας

που απειλεί να σπάσει τα παράθυρα

και να με πλημμυρίσει.

Λοιπόν το φεγγάρι

έχει παρανοήσει

καθώς σχεδιάζω να δραπετεύσω

σε μια πιο ευρύχωρη φυλακή.

 

Ενύπνιο

Τον ξύπνησε η τηλεόραση του διπλανού.

Μεταμεσονύκτιοι πυροβολισμοί, σειρήνες, ουρλιαχτά.

Ακούμπησε στο παράθυρο και άναψε τσιγάρο.

Έξω η πόλη,

ένα βήμα πριν πάει στο διάολο,

αυτή και τα φώτα της και οι αυριανές πιθανές βροχές της.

Κι όμως αυτή τη στιγμή κάπου στον κόσμο

κάποιος αγόραζε τον τυχερό λαχνό

που θα του χάριζε ένα σκασμό λεφτά,

κάποιος βογκούσε από ηδονή

σ’ ερωτικά σεντόνια

ή γέμιζε το ποτήρι του με αφράτες φυσαλίδες σαμπάνιας.

 

«Η ζωή, ως γνωστόν, συνεχίζεται,

με μας όμως τι γίνεται» σκεφτόταν.

Έσυρε τις παντόφλες του ως το κρεβάτι

Ξάπλωσε και δίχως να το καταλάβει

βυθίστηκε ξανά στον ύπνο.

 

Είδε το αγαπημένο του όνειρο, πως ήταν σταρ.

 

Καθημερινότητα

Φωνές, τσακωμοί απ’  το δίπλα διαμέρισμα,

Ένα μωρό που κλαίει εδώ και ώρα.

Το τηλέφωνο χτυπάει συνεχώς.

Γυρεύουνε κάποιους που ζούσανε εδώ πριν πολλά χρόνια.

Στο διάδρομο βήματα, κάποιος πουλάει κάτι.

Πόρτες που κλείνουν με θόρυβο.

Ο ήχος του ασανσέρ, κόσμος πηγαινοέρχεται.

Τα πρωινάδικα στη διαπασών,

γέλια υστερικά, χαρές και πλούσια δώρα.

Προχτές η διπλανή μου έκλαιγε

καθώς την έπαιρνε η αστυνομία.

Είχε σκοτώσει τα δυο της τα παιδιά,

«δεν το  ’κανα εγώ» τους φώναζε

Η καθαρίστρια βλαστημούσε

«τόσο αίμα δεν φεύγει».

 

Έξω στο δρόμο ένας δεινόσαυρος

περνώντας πάνω απ΄τα αυτοκίνητα τσαλαπατούσε

τα τελευταία ίχνη της καθημερινότητάς μας.