Όψεις - Απόψεις

Συνέντευξη των Γιάλα

«Η παραδοσιακή μουσική δεν ήταν ποτέ η μουσική της εξουσίας ή των πλουσίων» Συνέντευξη των Γιάλα στον Νίκο Σβέρκο

Η παρέα των τριών μουσικών που έπαιξε τα αγαπημένα της τραγούδια σε στέκια και σκηνές σε όλη την Ελλάδα κυκλοφορεί σε λίγες μέρες τον πρώτο της δίσκο. Με αφορμή αυτό τον δισκο , οι Γιάλα απάντησαν στις ερωτήσεις μας για τις επιρροές τους, την μουσική πραγματικότητα στην Ελλάδα και την σχέση της με την κρίση.


Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά. Τι σημαίνει η λέξη «Γιάλα»;

Η λέξη γιάλα είναι ένα επιφώνημα τούρκικης προέλευσης, που το συναντάμε σε πολλά τραγούδια της ελληνικής παράδοσης και του ρεμπέτικου ρεπερτορίου. Δεν σημαίνει κάτι συγκεκριμένο, απλά χρησιμοποιείται ως επιφώνημα για να εκφράσει επιδοκιμασία, σε γλέντια και τέτοιες ανάλογες περιπτώσεις.

 

Για έξι χρόνια λειτουργούσατε ως παρέα που έπαιζε διασκευές των αγαπημένων της  τραγουδιών σε πολλά στέκια ανά την Ελλάδα. Τι σας παρακίνησε να φτιάξετε έναν δίσκο με τα δικά σας τραγούδια;

 

Η δημιουργία των τραγουδιών δεν έγινε από την μια στιγμή στην άλλη. Είναι μια διαδικασία που προκύπτει  σε κάθε άνθρωπο με διαφορετικό τρόπο και σε διαφορετικό χρόνο. Έτσι και με μας, ενώ πριν μερικά χρόνια δεν φανταζόμασταν ότι μπορούσαμε να γράψουμε τραγούδια, σιγά - σιγά προέκυψαν ιδέες, μουσικές, στίχοι στον καθένα από τους τρεις μας. Όλα τα συγκεντρώσαμε, τα αξιολογήσαμε και δουλέψαμε πάνω σε αυτά. Και μέσα από αυτήν την διαδικασία προέκυψε αυτός ο δίσκος.

 

Δημιουργείτε τραγούδια με έντονη την επιρροή της παραδοσιακής μουσικής της Κρήτης. Πώς και δεν ακολουθείτε την «μόδα» που θέλει τα νέα συγκροτήματα να παίζουν δυτικότροπες μουσικές;

 

Καταρχάς, το κυριότερο είναι ότι και οι τρεις καταγόμαστε από την Κρήτη. Και πέρα από αυτό, η Κρήτη, σε ό,τι αφορά στο θέμα παραγωγής παραδοσιακής μουσικής, είναι μια ιδιάζουσα περίπτωση συγκριτικά με άλλες περιοχές, γιατί αυτή η παραγωγή ουσιαστικά ποτέ δεν σταμάτησε για να ξαναρχίσει. Υπάρχει μεγάλη αγάπη για το τραγούδι και το χορό με κύριους εκφραστές τη νεολαία, που ξεκίνησε εδώ και πολλές δεκαετίες και συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας και μάλιστα με αυξανόμενο ρυθμό. Οπότε, σε ένα βαθμό ίσως και να θεωρηθεί φυσιολογικό. Από την άλλη, μας αρέσουν και παίζουμε και κομμάτια που είναι και από άλλες περιοχές ή που μπορεί και να μην έχουν σχέση με την παράδοση. Απλά έτσι μας βγήκε.

 

Πέρα από όλα αυτά πάντως, η δύσκολη εποχή για την παραδοσιακή μουσική ήταν η περίοδος της χούντας και της μεταπολίτευσης. Η χούντα την χρησιμοποίησε ως προπαγανδιστικό μέσο  και αυτό είχε σαν αποτέλεσμα μια αποστροφή του κόσμου -και ιδιαίτερα της νεολαίας- προς αυτήν έως και πριν λίγα χρόνια. Κυρίως στράφηκαν σε δυτικότροπες μουσικές που θεωρήθηκαν και πιο «επαναστατικές», παραγνωρίζοντας ότι η παραδοσιακή μουσική δεν ήταν ποτέ η μουσική της εξουσίας ή των πλουσίων. Ήταν πάντα η μουσική του απλού ανθρώπου, που συνήθως ήταν και φτωχός και υποδουλωμένος. Ίσως είναι η πλέον ταξική έκφραση της μουσικής διαχρονικά. Τραγουδιέται από τον λαό και, το κυριότερο, δημιουργήθηκε από τον λαό. Τα τελευταία χρόνια ευτυχώς παρατηρούμε μια στροφή προς αυτήν την κατεύθυνση και είναι κάτι που μας χαροποιεί ιδιαίτερα.

 

Ποιές δυσκολίες έχει να αντιμετωπίσει ένας άνθρωπος που αποφασίζει στην σημερινή Ελλάδα να ασχοληθεί με τη μουσική δημιουργία;

 

Το να αποφασίσει κάποιος να ασχοληθεί με την μουσική δημιουργία δεν είναι δύσκολο. Οποιοσδήποτε θα μπορούσε να δημιουργήσει κάτι. Το δύσκολο είναι να μπορείς να βιοποριστείς από αυτό, έτσι ώστε να μπορείς να το καλλιεργήσεις και να το πας πιο μακριά. Δυστυχώς στην Ελλάδα -εκτός ελαχίστων περιπτώσεων- οι πιο πολλοί αξιόλογοι δημιουργοί συνήθως ήταν φτωχοί ή άσημοι και όλοι αναγνωρίζονταν κατά κύριο λόγο μετά θάνατον. Και ας φανταστούμε πόσοι άλλοι είχαν το ταλέντο και δεν τόλμησαν καν να το προσπαθήσουν! Έτσι κι αλλιώς στην Ελλάδα δεν υπάρχει καμία πρόνοια για το συγκεκριμένο θέμα και καμία στήριξη από την πολιτεία. Και ύστερα ακούμε τα τελευταία χρόνια πιο συχνά την έκφραση «δεν γράφονται πια ωραίες μουσικές». Ας δώσουμε ένα πιο πρόσφατο παράδειγμα: Ποιός από το ευρύ κοινό θυμάται τους συνθέτες ή τους στιχουργούς της χρυσής περιόδου του «εντέχνου» της περιόδου 1980-1990; Συνήθως την επιτυχία σε όλα τα επίπεδα την καρπώνονταν οι ερμηνευτές. Κανείς δεν ενδιαφερόταν ποιος δημιούργησε το κομμάτι, απλά κοιτούσαν το ποιος το τραγουδάει. Οι συνθέτες και οι στιχουργοί έμεναν στην αφάνεια και από ένα σημείο και μετά σταμάτησαν να γράφουν.

 

Το να δημιουργήσεις λοιπόν και, ακόμα περισσότερο, να εκδόσεις μια δουλειά είναι πολύ πιο δύσκολο από όσο φαντάζεται κάποιος. Θέλει χρόνο, χρήμα και πολλή υπομονή και όλα αυτά γνωρίζοντας ότι οι κόποι σου μπορεί  να μην ευοδωθούν ποτέ και ας έχεις γράψει και την πιο όμορφη μουσική του κόσμου. Στην δικιά μας περίπτωση ο δίσκος μας βγήκε με δικά μας έξοδα και θα προσπαθήσουμε να το διακινήσουμε μόνοι μας, γνωρίζοντας ότι ίσως ποτέ δεν θα αποσβέσουμε τα λεφτά που βάλαμε και που σίγουρα δεν μας περίσσευαν.

 

Υπάρχει μια φράση που λέει ότι «σε καιρούς κρίσης η τέχνη παίρνει τα πάνω της». Βλέπετε να ισχύει κάτι τέτοιο σήμερα στην Ελλάδα;

 

Ναι έτσι φαίνεται, αν και είναι λίγο νωρίς ακόμη για να το πούμε αυτό. Εξάλλου ακόμη δεν έχουμε καν βγει από το σοκ. Αλλά ιστορικά έτσι πάντα γινόταν. Σε περιόδους κρίσης και κοινωνικής αναταραχής οι άνθρωποι της τέχνης αλληλεπιδρούν με το κοινωνικό περιβάλλον και «τρέφονται» δημιουργικά.

 

Ποιό από τα τραγούδια που έχετε γράψει ή διασκευάσει θεωρείτε ότι ταιριάζει περισσότερο στην σημερινή οικονομική και πολιτική κατάσταση και γιατί;

 

Πιστεύω το «Καφενείον η Ελλάς» σε  στίχους του Κ.Χ Μύρη και μουσική του Γιάννη Μαρκόπουλου το οποίο το έχουμε συμπεριλάβει στο πρόγραμμα των εμφανίσεων μας. Η τελευταία στροφή αναφέρει:


«Στο καφενείον "Η ΕΛΛΑΣ" οι θεατρίνοι
μ΄ ασετυλίνη και κεριά
την Γκόλφω παίζουν στα παιδιά
με φουστανέλες δανεικές
και δάκρυ πληρωμένο δυο αυγά
και τρεις δραχμές, περάστε κόσμε».
Είναι εύλογο να καταλάβει κανείς το γιατί..

 

συνεργασία : http://rednotebook.gr