12142017Πεμ
ΕνημέρωσηΠεμ, 09 Νοε 2017 11am

Όψεις - Απόψεις

H εκλογική άνοδος της Χρυσής Αυγής.

440.000 συμπολίτες μας επέλεξαν στις εκλογές της 6ης Μαΐου να ψηφίσουν Χρυσή Αυγή. Επέλεξαν να στηρίξουν ένα πολιτικό μόρφωμα, το οποίο, εκτός από ανοικτά ναζιστικό, είναι και υπεύθυνο για εκατοντάδες δολοφονικές επιθέσεις εναντίον μεταναστών, μελών οργανώσεων της Αριστεράς και του αντιεξουσιαστικού χώρου.

Ένα μόρφωμα, η ύπαρξη του οποίου ευθύς εξαρχής θα όφειλε να παρεμποδίζεται. Όχι γιατί η απαγόρευση πολιτικών ιδεολογιών έχει να προσφέρει τίποτα στην ελληνική δημοκρατία, αλλά διότι πολλά στελέχη του θα έπρεπε να έχουν διωχθεί για εγκλήματα του κοινού ποινικού δικαίου.

Η πλούσια ρητορική που αναπτύσσεται αυτές τις μέρες σχετικά με το νέο αυτό φαινόμενο στον Τύπο, στο βαθμό που περιορίζεται γύρω από το «ας μην υπερβάλουμε, οι 440.000 αυτοί ψηφοφόροι δεν είναι ναζιστές», αποκρύπτει το τι είναι αυτοί οι συμπολίτες μας. Εδώ λοιπόν θα μας απασχολήσει το τι αποκαλύπτει η στάση αυτή από μόνη της, και όχι μόνο ως αντίδραση απέναντι στο καταρρέον πολιτικό σύστημα. Στην κατεύθυνση αυτή, έχουμε να κάνουμε ορισμένες παρατηρήσεις:

1) Σε αντίθεση με τις υπόλοιπες χώρες της δυτικής Ευρώπης, στην Ελλάδα οι δημοσκοπήσεις δεν αντιμετώπισαν κανένα πρόβλημα στην πρόβλεψη των εκλογικών αποτελεσμάτων της άκρας δεξιάς. Το γεγονός αυτό αποκαλύπτει ότι η στήριξη της δεν συνδέεται με κάποιο πολιτικό «στίγμα», το οποίο ο ψηφοφόρος προσπαθεί να αποκρύψει, όπως π.χ. στη Γαλλία.

2) Παρότι η συνήθης άποψη στο δημόσιο λόγο θέλει την άκρα δεξιά ως μία παρθενογένεση της ελληνικής πολιτικής, η εκλογική της γεωγραφία δίνει την εικόνα ενός κόμματος με παρουσία μεν σε όλη τη χώρα, αλλά με έμφαση στα αστικά κέντρα και σε περιοχές με παραδοσιακά συντηρητική εκλογική συμπεριφορά.

Τα υψηλότερα της ποσοστά συναντώνται στη «δεξιά» Πελοπόννησο, και μάλιστα σε περιοχές που δεν αντιμετωπίζουν ιδιαίτερα προβλήματα από την παρουσία μεταναστών. Αντίστοιχα, οι χαμηλότερες επιδόσεις της Χρυσής Αυγής καταγράφονται στη «δημοκρατική» Κρήτη, παρόλο που και εδώ δεν υπάρχουν λίγα κρούσματα ρατσιστικής βίας τα τελευταία χρόνια.

3) Η συγκεκριμένη εκλογική γεωγραφία της Χρυσής Αυγής συμπληρώνεται από μία στέρεη κοινωνική γεωγραφία. Στην Ελλάδα το κράτος ποτέ δεν ενοχοποίησε τον πρότερο μη έντιμο βίο, ποτέ δεν ολοκλήρωσε τις διαδικασίες αποχουντοποίησης και έτσι πάντα διατήρησε κοιτίδες εντός του, στις οποίες η άκρα δεξιά είχε χώρο για να κινείται ιδεολογικά. Όσο τα κόμματα εξουσίας αποτελούσαν δίκτυα εξυπηρέτησης πελατειακών σχέσεων, οι στάσεις αυτές εγκολπώνονταν στα κόμματα αυτά.

Η ανικανότητα τους, όμως, σήμερα να υπηρετήσουν αυτές τις λειτουργίες, αποδέσμευσε πολιτικά και τους φορείς ακροδεξιών ιδεών. Ανάμεσα στα κατώτερα στρώματα των σωμάτων ασφαλείας, του στρατού και της νύχτας συναντάει κανείς μία ιδιαίτερη κοινωνική υποκατηγορία, η οποία αναλαμβάνει σε όλες της τις εκφάνσεις τη χρήση της βίας στην ελληνική κοινωνία, σε νόμιμες ή λιγότερο νόμιμες περιστάσεις.

4) Οι 440.000 ψηφοφόροι της Χρυσής Αυγής δεν είναι λοιπόν ναζιστές. Κινούνται όμως σε ένα κοινωνικό και ιδεολογικό πλαίσιο, όπου η έκφραση της επιλογής τους αυτής δεν είναι διόλου επιλήψιμη. Και αυτό γιατί ο ρατσισμός ως πολιτική στάση και επιλογή είναι εκ των πραγμάτων διαδεδομένος πολύ πέρα από τον στενό πυρήνα των ψηφοφόρων της άκρας δεξιάς.

Το γεγονός ότι η στάση απέναντι στο μεταναστευτικό αποτέλεσε βασικό κριτήριο, στη βάση του οποίου ένα αυξανόμενο τμήμα του εκλογικού σώματος επέλεξε το κόμμα που θα στηρίξει, δεν είναι άσχετο με την μετατόπιση της ατζέντας της πολιτικής αντιπαράθεσης από κόμματα του πρώην δικομματισμού και τα μεγάλα Μ.Μ.Ε. - από την ανεργία, τη λιτότητα και την ύφεση, στην ασφάλεια και τον φόβο για τις μολυσματικές συνέπειες της εξάπλωσης των «λαθρομεταναστών».

5) Ο ρατσισμός, ωστόσο, δεν είναι το μόνο στοιχείο που συνέχει το εκλογικό ακροατήριο της Χρυσής Αυγής. Η ψήφος εκφράζει και μια υπαρκτή και ορατή ιδεολογική μετατόπιση εντός της ελληνικής κοινωνίας προς τον αντικοινοβουλευτισμό. Μια μετατόπιση, δηλαδή, προς την κατεύθυνση της ανοικτής αμφισβήτησης της θέσης ότι οι αστικοί κοινοβουλευτικοί θεσμοί είναι ένας αποδεκτός τρόπος για την εκδήλωση του πολιτικού και κοινωνικού ανταγωνισμού.

Ο αντικοινοβουλευτισμός αυτός σήμερα εκφράζεται με τις καλτ υπερβολές ενός «Καιάδα» και των μάτσο φίλων του, που απειλούν με τις φυσικές τους ενέργειες τμήματα τις ίδιας της κοινωνίας.

Αύριο όμως μπορούμε να τον φανταστούμε να μετουσιώνεται σε μία ωριμότερη πολιτική πρόταση, που να συνέχει ιδεολογικά ακόμα και «εκσυγχρονιστικά» και «μεταρρυθμιστικά» τμήματα της ελληνικής κοινωνίας, όπως συνέβαινε και στον μεσοπόλεμο με τον φασισμό.

6) Τα εκλογικά ακροατήρια της Αριστεράς και της άκρας δεξιάς μπορεί να ήταν ως επί το πλείστον ανταγωνιστικά (αν και όχι πάντα), στην παρούσα όμως φάση αποτελούν, σε ιδεολογικό επίπεδο, ευθέως ανταγωνιστικές διεξόδους και προτάσεις ερμηνείας της κρίσης πολιτικής εκπροσώπησης.

Σε αυτό λοιπόν το πλαίσιο, και για να εξουδετερώσει τον φασιστικό κίνδυνο, η Αριστερά δεν οφείλει πρωτίστως να εστιάσει σε αυτόν, αλλά κυρίως να επιτύχει σε αυτό που η ίδια αποπειράται να κάνει. Να πείσει δηλαδή ότι η ίδια αποτελεί βιώσιμη διέξοδο από την κρίση. Ως τέτοια δε, να διατηρήσει την μεταπολιτευτική κληρονομιά του γνήσιου θεματοφύλακα της δημοκρατίας.

7) Η ψήφος στη Χρυσή Αυγή δεν είναι ενδεικτική μόνο της διάδοσης του ρατσισμού και του αντικοινοβουλευτισμού στην Ελλάδα. Κοντά σε αυτά, μαρτυρά και τη διάδοση ενός νέου αμυντικού σεξισμού. Η ψήφος στη Χρυσή Αυγή ήταν συντριπτικά μεγαλύτερη στους νέους άνδρες.

Η Μεταπολίτευση αποτέλεσε μία τεράστια θετική τομή (και αυτό πάντα το ξεχνάμε) ως προς τη θέση της γυναίκας στη χώρα, τόσο κοινωνικά όσο και οικονομικά. Η οικονομική κρίση θέτει την μεταπολιτευτική κατανομή των ρόλων των δύο φύλων σε πρώτο πλάνο.

Οι αξιακές μετατοπίσεις που έφερε η Μεταπολίτευση στέρησαν από τον «Έλληνα» άνδρα την ικανότητα να ενσαρκώνει το αρρενωπό ιδεώδες του τροφού και ηγέτη της οικογένειας. Η κρίση σήμερα επισφραγίζει αυτή τη μετατόπιση, αφού και να ήθελε, ο άνδρας δεν θα μπορούσε να αποτελεί αυτό το αυτόνομο και απολύτως κυρίαρχο υποκείμενο στο οικογενειακό καταμερισμό της εξουσίας.

Απηχώντας λοιπόν τις αναλύσεις της σχολής της Φρανκφούρτης για την «αυταρχική προσωπικότητα» που στήριζε τον φασισμό, ο έλληνας άνδρας υποχωρεί σε ένα πολιτισμικό παράλληλο σύμπαν, εντός του οποίου ο οικονομικός και κοινωνικός του «ευνουχισμός» υπεραναπληρώνεται από  επιλογές (πολιτισμικές μέχρι πρόσφατα, και εσχάτως και πολιτικές) εξόχως βίαιες και αρρενωπές.

Η οπαδική βία στα γήπεδα, η ανάδειξη του σώματος του body building ως ιδιαίτερο αισθητικό ιδεώδες, και οι αισθητικοί κώδικες της νυχτερινής διασκέδασης μιλούσαν για την ανάδυση αυτού του νέου αμυντικού σεξισμού από χρόνια.

Η Χρυσή Αυγή αποτελεί την αυθεντική πολιτική έκφραση του νέου αυτού σεξισμού, ως αίτημα επαναφοράς σε μια κοινωνική τάξη πραγμάτων όπου η γυναίκα θα είναι στην κουζίνα της και η παρανοϊκή ομοφοβία (που ανακαλύπτει σεξουαλική διαστροφή και εκθηλυσμούς παντού, για να καλύψει την όποια «ανεπάρκεια») στην εξουσία.