Στήλη Άλατος

Φύλλο 110 - Απρίλιος - Μαίος 2012

Μπάμπα – Τζιμ

« Ένας παγωμένος άνεμος φυσούσε  στη σκοτεινή πολιτεία...» πάντα έτσι ξεκινούσε τις ιστορίες του ο Μπάμπα – Τζιμ, είτε επρόκειτο για την Νέα Υόρκη, για το Παρίσι ,το Λονδίνο είτε για καμιά επαρχία στην άκρη του κόσμου, ξεχασμένη και από το θεό και από το διάολο,

έπρεπε πάντα κατά τη γνώμη του η πολιτεία να είναι σκοτεινή και ο άνεμος παγωμένος, να μπαίνει μέσα από τις χαραμάδες σαν εξευτελιστική ανάμνηση, να ασπρίζει τα πρόσωπα των ανθρώπων, να παγώνει τη φωτιά στην εστία και να ψάχνει διαδρόμους μυστικούς να φτάσει ως στα σπλάχνα, έτσι που να λυγίσουν οι άνθρωποι, να πέσουν στα γόνατα και να σπάσουν σε θρύψαλα, χιλιάδες κομματάκια που επιστρέφουν το φως σε κάθε κατεύθυνση. Ίσως ο λόγος να ’ταν ότι στο ερείπιο που ζούσε ποτέ δεν χόρτασε ζέστη.

Λοιπόν με τον Μπάμπα – Τζιμ είχαμε κάνει μια πολύ σημαντική συμφωνία, αυτός μου έλεγε ψέματα κι εγώ έκανα πως τον πιστεύω, κι έτσι τις νύχτες κρατιόμασταν ζωντανοί πράμα που, ό,τι και να πεις, δεν είναι και λίγο.  Στην αυτοσχέδια σόμπα του ο Μπάμπα – Τζιμ έκαιγε ό,τι είχε καταφέρει να μαζέψει στη διάρκεια της μέρας.

Μια φορά μου είπε πως είχε κατά λάθος ρίξει στη φωτιά ένα κουτί με πυροτεχνήματα και γέμισε το δωμάτιο με σχήματα και χρώματα , θαρρείς και κάποιο αόρατο χέρι  κεντούσε στο σκοτάδι, κι έλεγα ότι θα απογειωθεί το δωμάτιο και θα σβουρίζει πάνω από την πόλη και θα χτυπάν παλαμάκια τα μικρά παιδιά μέσα στον ύπνο τους .

Σαν βασιλική στέψη ήμουν εκεί ,μόνος στο δωμάτιο , με τα βεγγαλικά να σφυρίζουν δίπλα στ’ αυτί μου σαν παιχνιδιάρικα ζώα, κι έλεγα που είναι οι φίλοι  και οι γνωστοί να με δουν  και να με θαυμάσουν μέσα σ’ αυτή τη φωταψία. Δεν θέλει και πολλά ο άνθρωπος για νά ’ναι ευτυχισμένος και μόλις το ’ πα αυτό θυμήθηκα που τότε στο Ρίο ντε Τζανέιρο έκανα  παρέα με τον βασιλιά των αστέγων και τον έπεισα να ανεβάσουμε μια θεατρική παράσταση για έναν βασιλιά που τα χάνει όλα .

Η παράσταση είχε τρομερή επιτυχία και τα κουρέλια που φορούσε στο τέλος ο βασιλιάς ήταν εντελώς αληθινά. Καίγανε φωτιές στο λόφο ,γιατί φυσούσε ένας παγωμένος αέρας , κι ο κόσμος έσκυβε το κεφάλι κι έκανε χώρο να περάσει από μπροστά του ο βασιλιάς, σαν να αναγνώριζε στην καταστροφή του ένα κρυμμένο μεγαλείο που τον έκανε έναν απ΄ αυτούς. Κι οι μπάτσοι εκείνο το βράδυ δεν χτύπησαν ,ίσως εξαιτίας του κρύου ή ίσως γιατί οι πουτάνες απείλησαν ότι θα τους κόψουν την πίστωση. Η σκοτεινή πολιτεία ροχάλιζε, ανύποπτη για το μεγαλείο της εκείνη τη νύχτα.

Ή έπειτα πάλι, τότε που νιαούριζα σαν ερωτευμένος γάτος έξω από ένα παρισινό μπουρδέλο κοντά στον Σηκουάνα και περίμενα την Τζούλια που ποτέ δεν μου αποκάλυψε το αληθινό της όνομα, θαρρείς και αυτό από μόνο του έφτανε για να ξετυλίξω το κουβάρι της καταγωγής της και να διεισδύσω στα πιο καλά κρυμένα μυστικά της ύπαρξής της. Έβγαινε από το μικρό πορτάκι σακατεμένη από τους τόσους επιβήτορες. Ένας παγωμένος άνεμος φυσούσε  στη σκοτεινή πολιτεία.

Η ζωή ειναι σκατά ώρες – ώρες, μου έλεγε αντί για καλησπέρα, κι εγώ που ήμουν έτοιμος να συμφωνήσω με το πιο ανεπαίσθητο κούνημα του κεφαλιού της, με την πιο παρανοϊκή της άποψη για τη ζωή και το θάνατο, κουνούσα το κεφάλι μου κι ας ήμουν ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος στον κόσμο.

Περπατούσαμε δίπλα στο ποτάμι καθώς η πρωινη ομίχλη διαλυότανε σιγά – σιγά κι έδινε τη θέση της σε μια παγωμένη γκρίζα μέρα, έπειτα η Τζούλια μας αγόραζε από μια καυτή σούπα με εντόσθια ζώων σε ένα μαγαζάκι -τρύπα δίπλα στο λιμάνι και καθώς τρώγαμε κοιτούσαμε τους γερανούς συνεχώς να φορτώνουν καράβια. Με τόση φτώχεια ποιος στο διάολο θα τα φάει όλα αυτά; συνήθιζε να ρωτάει κι εγω δεν έλεγα τίποτε κι ήμουν έτοιμος να σκάσω από την πολλή αγάπη.

Έπειτα πηγαίναμε στο δωμάτιό της και την έλουζα , μόνο τόσο μ’ άφηνε να την αγγίζω, δεν σ’ έχω εσένα για τέτοια, μου έλεγε, τα έχω σιχαθεί πια. Κι έτσι περνούσαν οι μέρες  και οι νύχτες μας.Κι ύστερα ένα βράδυ δεν ξανάρθε. Στην αρχή νόμισα ότι βρήκε κάποιον τελικά να την εξασφαλίσει για το υπόλοιπο του βίου της. Το ήξερα ότι ψαχνόταν. Έπειτα όμως  έμαθα ότι την ξεκοίλιασε ένας τύπος για να της πάρει δύο φράγκα όλα κι όλα. Κωλοζωή.

Ο Μπάμπα – Τζιμ, που δεν είχε κανέναν να τον νοιαστεί και που νοιαζόταν για μένα. Ο Μπάμπα – Τζιμ, που ο μεγάλος του γιός έχει αφήσει τα κόκαλά του στον Αμαζόνιο , ψάχνοντας για εξαφανισμένες φυλές. Που οι δυο του κόρες ζουν στην Αμερική σε μια θρησκευτική σέχτα που τις απαγορεύει να έχουν επικοινωνία με τον έξω κόσμο. Πιθανόν η μία τους θα γεννήσει τον Μεσία της ανθρωπότητας.

Που η μικρή του κόρη είναι βιρτουόζος του βιολιού με παγκόσμια καριέρα και ντρέπεται για τον πατέρα της. Ο αντζέντης της έχει δηλώσει επανειλημένα  πως είναι ορφανή. Που ο μεγάλος του γιός είναι μυστικός πράκτορας  και για αυτό η κυβέρνηση του έχει δώσει μια εντελώς καινούρια ταυτότητα. Απαγορεύεται να επικοινωνεί με τους δικούς του για λόγους εθνικής ασφάλειας.  Η μοναχοκόρη του πέθανε από υπερβολική δόση.

Ο Μπάμπα – Τζιμ ,που αμφιβάλλω αν έχει παιδιά ή σκυλιά, που καίει τις νυχτες χαρτόκουτα για να ζεσταθεί, που έχει καταστρέψει το συκώτι του με αλκοόλ αμφίβολης ποιότητας, που σε ανύποπτο χρόνο ένα παγωμένο βράδυ μου ’χε πει απελπισμένος ότι όλα τα εγκλήματα τελικά συγχωρούνται σε βάθος χρόνου , γιατί κι ο χρόνος, όπως όλοι,  είναι βέβαια πάντα με την πλευρά των νικητών, με την πλευρά των αδίστακτων, των καθαρμάτων.

Η ζωή είναι σκατά ώρες-ώρες, μου έλεγε και γελούσε.  Ο Μπάμπα – Τζιμ που τον σακάτεψαν οι μπάτσοι ,γιατί τον πέρασαν για μετανάστη, γιατί τον πέρασαν για ερωτευμένο, γιατί δεν τους άρεσε η φάτσα του, γιατί τους απήγγειλε κατάμουτρα μερικά ποιήματα, γιατί τους αποκάλεσε μπάτσους, γιατί είχαν καιρό να δείρουν,γιατί η γη γυρίζει γύρω από τη σελήνη και ο ήλιος εδώ και καιρό έχει ξεχάσει τι πρέπει να κάνει.

Οι πιο βρωμιάρηδες την βγάζουν πάντα καθαρή και ο Μπάμπα – Τζιμ είναι θαμμένος κάτω από τόσα σωληνάκια, ώστε στο τέλος σχεδόν υπνωτισμένος από τις διακλαδώσεις να ξεχνάς την ύπαρξή του. Αν καταφέρει να ξυπνήσει, ίσως μας πει μιαν ακόμη ιστορία.« Ένας παγωμένος άνεμος φυσούσε  στη σκοτεινή πολιτεία...»