Το Περιβόλι του Τρελού

Δραστική Ουσία, Ιατροφαρμακευτική Εμποροπανήγυρις. Γιατί, Ιατρέ μου;

 

Κατά τις προσφωνήσεις του ο Έλληνας, μόνο σε λίγες, πραγματικά ειδικές περιπτώσεις, χρησιμοποιεί το κτητικό «μου». Πρωτίστως, το χρησιμοποιεί ως ευαγγέλιο, όταν έχει ανάγκη κάποιον κι εκεί θα ανακράξει: «Θεέ μου», «Παναγία μου», «Πάτερ μου», «Μαμά μου», «Αδερφέ μου». Δευτερευόντως, το χρησιμοποιεί στις ερωτικές ή σεξουαλικές του αναζητήσεις αναφωνώντας τα: «Αγάπη μου», «Μανάρι μου», «Μωρό μου» ή και «Ζαργάνα μου».

Εν συνεχεία, το χρησιμοποιεί διανθίζοντας τους αθλητικούς του σχολιασμούς, ουρλιάζοντας «Παιχταρά μου», «Ομάδα, Ομαδάρα μου», μέχρι και… «Ομορφάντρα μου». Από κει και πέρα, στο επαγγελματικό πεδίο, μία και μόνη ειδικότητα, ένα και μόνο επάγγελμα απολαμβάνει το προνόμιο αυτό. Ο Έλληνας δεν προσφωνεί «Μπακάλη μου» δε λέει καν «Δικηγόρε μου», ούτε «Μηχανικέ μου», με ευκολία όμως θα τον ακούσουμε να λέει «Γιατρέ μου…».

Πέρα από το χιούμορ και τον εξωραϊσμό, το «Γιατρέ μου…» φανερώνει ανέκαθεν την αδυναμία του Έλληνα σε κείνον που αναλαμβάνει να διαφυλάξει ή ακόμα περισσότερο να αποκαταστήσει το πιο ακριβό, το πιο πολύτιμο αγαθό του, την Υγεία του, εκείνο που ο ίδιος έχει εναποθέσει με εμπιστοσύνη στο γιατρό του. Και δεν είναι λίγο, το αντίθετο, είναι το παν! Πολύ συχνά έχει τύχει να συζητάμε για τα προβλήματα της καθημερινότητας, κι όμως δεν είναι σπάνιες οι φορές που έχω ακούσει αυτή την πολύ σοφή κουβέντα από τους πιο παλιούς, οι οποίοι κουνώντας το κεφάλι τους λένε: «Δυστυχώς, μόνο όταν έχουμε πρόβλημα υγείας στο σπίτι μας, τότε μόνο έχουμε τη δυνατότητα να αποδίδουμε τη σωστή σημασία στα άλλα προβλήματά μας…». Χιλιοειπωμένο μα και χίλιες φορές ξεχασμένο μέσα στην καθημερινότητα, αλλά σε κάθε περίπτωση ενδεικτικό της σημασίας που δίνουμε στην υγεία.

 

Ως ασθενής, λαμβάνω φάρμακα σε καθημερινή βάση κάνοντας δια βίου αντιπηκτική θεραπεία, έχοντας δρασκελίσει εδώ και καμιά δεκαριά χρόνια εκείνο το περίεργο διαχωριστικό διάζωμα που ξεχωρίζει τους υγιείς από τους ασθενείς και ανήκοντας στους δεύτερους. Μοιραία, έχω αρκετά μεγάλη σχέση με γιατρούς και φαρμακοποιούς – ενίοτε αυτούς της γωνίας – όμως την καλύτερη και αντιπροσωπευτικότερη πληροφόρησή μου σε σχέση με τον τίτλο του άρθρου την έχω πάρει από φίλους και γνωστούς ιατρικούς επισκέπτες, οι οποίοι δεν είχαν αντίρρηση να μου μιλήσουν παρά τον όρκο τιμής για «ομερτά», τον οποίο είχαν δώσει καταλαμβάνοντας την εν λόγω προνομιούχο θέση.

 

Εργαζόμενοι σε μικρότερες ή μεγαλύτερες φαρμακευτικές εταιρείες οι φίλοι μου, είχαν την ευκαιρία τους ο καθένας να περηφανευτεί για κάτι. Άλλος για το ότι η εταιρεία του ήταν μια από τις τρεις που παρήγαγε το εμβόλιο της γρίπης κι άλλος για το ότι η δική του δεν έκανε τίποτα άλλο από το να παράγει αντίγραφα γνωστών επωνύμων φαρμάκων, πουλώντας τα φθηνότερα, αφού η σύνθεση των τελευταίων δεν αποτελούσε πλέον «πατέντα». Εκεί που δεν υπήρχε διαφορά ήταν στις παροχές τους. Ακόμα και στην εποχή που «οι σκύλοι δενόταν με τα λουκάνικα» ένας εξ αυτών μου έλεγε ότι στις επισκέψεις του στα κεντρικά γραφεία της, η εταιρεία δεν ήθελε τα στελέχη της να χρησιμοποιούν το μετρό ή άλλο μέσο μεταφοράς, εκτός του ταξί - για λόγους πρεστίζ -. Για μισθούς, στόχους, πριμ και άλλες συμπληρωματικές παροχές όπως αυτοκίνητα, κινητά, έξοδα παράστασης, γεύματα, κουπόνια κ.λπ., δεν θα κάνω αναφορά, εξάλλου δε μου είναι επιτρεπτό, μου έχει μείνει εντούτοις η περιγραφή της ετήσιας εορτής μιας από τις εταιρείες που προσέφερε στο σύνολο των πωλητών της (!) διακοπές στο Dubai, με σαφάρι και κατά τη διάρκεια της ανάλυσης των ετήσιων αποτελεσμάτων, προσκεκλημένος της ήταν ο Νίκος Γκάλης με σκοπό να τους βοηθήσει να εντρυφήσουν παρακαλώ, στην έννοια του ηγέτη. Ακόμα κι αν τα παραπάνω φαντάζουν υπερβολικά, ας κρατήσουμε μικρό καλάθι ακόμα, εξάλλου δε φταίει ο εργαζόμενος αν του τα προσφέρουν, ούτε μπορούμε να του ζητήσουμε ευθύνες για το ότι δε μπορούσε να φανταστεί ότι μια τέτοια bell epoch κάποτε θα έφτανε σε αδιέξοδο, συγκρουόμενη - κατά κάποιο τρόπο - με την γενιά των νέο-αστέγων.

 

Εκείνο που μου προκαλούσε αλγεινή εντύπωση ήταν οι αναφορές για τους γιατρούς και την επιλογή των φαρμάκων που συνταγογραφούσαν. Ακόμα κι αν δεχθώ ότι το μεγαλύτερο ποσοστό ήταν πιστοί στον όρκο του Ιπποκράτη, το τμήμα εκείνων που οι φαρμακευτικές προτάσεις τους διαμορφωνόταν κάτω από τη λογική των παροχών που λάμβαναν από τους εμπορικούς αντιπροσώπους, μου προκαλούσε φόβο και με το μέγεθος και με την έκτασή του. Μια απίστευτη κατηγοριοποίηση των γιατρών σε μεγάλους και μικρούς, βάσει τζίρου και πελατείας – Αλφάδες και Βητάδες – σε ακριβούς και φθηνούς, διακριτικούς και απροκάλυπτους. Κι εκεί άρχιζε η εμποροπανήγυρις. Πώς θα πάρουν οι «πελάτες» γιατροί τις παροχές που τους είχαν υποσχεθεί, τί είδους μελέτη θα έπρεπε να σκαρφιστούν κάθε φορά για να εμφανίσουν την ιατρική αμοιβή ως αντίτιμο συμμετοχής, πώς θα γίνει εφικτό να εκτοπίσουν την υφιστάμενη εταιρεία για να συνεργαστεί η δική τους με ένα γιατρό, πόσο θα ανεβεί το φάρμακό τους με τη νέα μεταγραφή, πόσο έχει πειράξει κάποιον συγκεκριμένο το ότι δεν χρηματοδοτήθηκε τότε το ταξίδι του στο παγκόσμιο συνέδριο, πού θα θελήσει φέτος να πάει διακοπές;

 

Για τους καημένους τους ασθενείς, ποτέ σχεδόν δεν άκουγα κουβέντα. Οι γιατροί «πήγαιναν κι ερχόταν» ως μεταγραφές από τις φαρμακευτικές εταιρείες κάνοντας τους αντιπροσώπους να πανηγυρίζουν, να βρίζουν, και φυσικά να περνούν ένα μεγάλο μέρος της μέρας τους, αναλύοντας τα αποτελέσματα μέσα από τα software των πωλήσεών τους για να δουν ποιός λέει αλήθεια και ποιός ψέματα, εντούτοις το χειρότερο δεν είχε έρθει ακόμα και δεν ήταν το εμπορικό κρεσέντο. Συχνά τους άκουγα να λένε για το πόσο δύσκολος ή δύσθυμος ήταν ο γιατρός στο να «εκπαιδευτεί» στο νέο προτεινόμενο φάρμακο. Το χειρότερο ήταν αυτό. Συχνά ο γιατρός ενδιαφερόταν περισσότερο για τις οικονομικές παροχές παρά για την απόδοση του φαρμάκου και ο φαρμακευτικός αντιπρόσωπος ήταν ο δάσκαλός του!  Αυτή η μετατροπή του γιατρού σε ενδιάμεσο – μεταξύ εταιρείας και ασθενή - επ’ αμοιβή παρέχοντα φαρμάκων, για τα οποία δεν γνώριζε επακριβώς τη σύνθεση, τη δομή ή και πόσο δόκιμα θα είναι εξατομικευμένα σε κάθε ασθενή, προκαλεί το λιγότερο απορία, οργή και θυμό.

 

Μετά από αυτά, πόσο τυχαία μπορεί να είναι η Ελληνική «εφεύρεση» της εμπορικής ονομασίας του φαρμάκου; Πόσο μπορεί πια να απεγκλωβιστεί ο ιατρός από το Μάρκετινγκ εταιριών γιγάντων όπως η Glaxo, η Pfizer και η Novartis; Το αποτέλεσμα είναι εκείνο που αποτελεί πλέον το θέμα των ημερών. Ο γιατρός απομακρύνεται γνωστικά από την δραστική ουσία του φαρμάκου, δηλαδή τη γενεσιουργό αιτία του κι αυτό δυστυχώς μπορεί πλέον κανείς να το διαπιστώσει, ιδίοις όμμασι. Μοιραία θα ακούσει τις «αλήθειες» του εμπορικού αντιπροσώπου σχετικά με τις ιδιότητες του φαρμάκου και την πλάστιγγα για την φαρμακευτική επιλογή του θα γείρει πλέον η οικονομική διευθέτηση και το ανάλογο κίνητρο που θα δώσει η μία πλευρά στην άλλη. Στον παραπάνω ανελέητο συντονισμό μεταξύ των παροχών και των ζητούμενων, η επιστήμη δυστυχώς δεν έχει θέση.

 

Για να έχουμε κοινή αντίληψη στο παραπάνω, θα παραθέσω και πάλι ένα προσωπικό παράδειγμα. Στο πλαίσιο της προσωπικής μου αντιπηκτικής αγωγής, λαμβάνω καθημερινά το φάρμακο με την εμπορική ονομασία Sintrom και κόστος περίπου 1,5 Ευρώ το κουτί. Πρόσφατα, στην αγορά εμφανίστηκε ένα νέο αντιπηκτικό φάρμακο, με τιμή κοντά στα 120 Ευρώ! Μια φίλη μου, εργαζόμενη σε Ιατρική Επιχείρηση, με πληροφόρησε ότι οι εκεί αρμόδιοι γιατροί έχουν αντικαταστήσει σε όλους – μα όλους - τους ασθενείς τους που υπόκεινται σε αντιπηκτική θεραπεία, το παλαιό φάρμακο με το νέο και ακριβό σκεύασμα. Πριν βγάλω την απόφασή μου και φανώ κακεντρεχής συνάντησα τη γιατρό μου και ρώτησα την άποψή της για το νέο φάρμακο. Η απάντησή της ήταν απλή και γρήγορη. «Είναι καλό το νέο φάρμακο όμως δεν έχει καμία σχέση με την δική σου αντιπηκτική θεραπεία. Προορίζεται μόνον για όσους ασθενείς παρουσιάζουν κολπική μαρμαρυγή». Στην αμέσως επόμενη και λογική ερώτηση γιατί οδηγούνται εν συνόλω οι ασθενείς στο νέο φάρμακο, η αντίδρασή της ήταν ένα σήκωμα των δύο ώμων και μια παράλληλη χαρακτηριστική γκριμάτσα κάμψης των χειλιών.

 

Συνεχίζοντας την ενδιαφέρουσα κουβέντα μαζί της, μου εξήγησε ότι πράγματι οι γιατροί σε μεγάλο βαθμό εκπαιδεύονται από τους πωλητές αγνοώντας τις δραστικές ουσίες των φαρμάκων, επιλέγουν εμπορικά σήματα, συχνά υψηλού κόστους, επανορθωτικές διαδικασίες ή και χημειοθεραπείες στο όνομα της ωφελείας, φορώντας το μανδύα του όρκου, της δωρεάν υγείας και του ενδιαφέροντος για τον ασθενή. Μοιραία, θα έρθουν σε ρήξη με όποιον προσπαθήσει να σταματήσει αυτό τον κύκλο χρήματος. Τα αντίγραφα των πρωτοτύπων φαρμάκων, τα περίφημα γενόσημα αποτελούν ένα σημείο των καιρών. Προφανώς φάρμακα τα οποία περιέχουν την ίδια δραστική ουσία θα έχουν και τα ίδια αναμενόμενα αποτελέσματα, εντούτοις, ποιος θα ασχοληθεί με προϊόντα των οποίων η αξία μπορεί να είναι ακόμα και κατά 70% φθηνότερα, με αποτέλεσμα να συρρικνώνεται το οικονομικό περιθώριο όλων των πρωταγωνιστών; Ο ανταγωνισμός ανέκαθεν είναι επιθυμία όλων όταν είναι αγοραστές, εντούτοις κανείς δεν τον επιθυμεί όταν πια λειτουργεί «δίκην πωλητή». Γιατί, ιατρέ μου;

 

Κι αφού οι οικονομικές συγκυρίες δεν ευνοούν πλέον σπατάλες κι οι καιροί «που έδεναν τους σκύλους με τα λουκάνικα» πέρασαν ανεπιστρεπτί, τι μας μένει για να μη χάσουμε τη μάσα; Μας μένει η επίκληση στην ποιότητα των φαρμάκων, αφού δε μπορούμε να κατηγορήσουμε τη δραστική ουσία, μας μένει η «απειλή» της διαθεσιμότητας και οι επαρκείς ποσότητες, μας μένει ο πλημμελής έλεγχος των από τις εταιρείες και τους κρατικούς φορείς γενοσήμων, μας μένουν οι υπανάπτυκτες χώρες στις οποίες παράγονται γενόσημα, μας μένει κι ο ιατρικός μας σύλλογος για να δώσει με το αδιαμφισβήτητο κύρος του την τελευταία μάχη της αποκλειστικής επιλογής από τον γιατρό του επιλεγόμενου φαρμάκου. Ο ασθενής θα ακούσει μια ακόμα φορά το «γιατρό του» για το «ανώτερης ποιότητας» σκεύασμα που του γράφει κι ο καημένος θα αναφωνήσει μαζί του ότι δεν θέλει «κακό φάρμακο», ο δε φαρμακοποιός θα καταδικαστεί, όπως συμβαίνει εδώ και χρόνια, να μην κάνει αυτό που σπούδασε, να επιλέγει δηλαδή βάσει της δραστικής ουσίας ή και του κόστους. Γιατί, ιατρέ μου;

 

Αν θα έπρεπε να συμφωνήσω πράγματι σε κάτι, αυτό θα ήταν το ότι φάρμακο δεν είναι μόνο η δραστική ουσία. Ακόμα και αν η τελευταία αποτελεί τη θεραπευτική βάση, τα έκδοχα, τα πρόσθετα ή κάθε άλλη συμπληρωματική του φαρμάκου ουσία για να εισαχθεί στον οργανισμό μας, παίζει το ρόλο της στην ανεκτικότητα από τον ασθενή αλλά και την αποτελεσματικότητα της δραστικής ουσίας. Δεν είναι λίγες οι φορές που κάποιο κορυφαίο φάρμακο δεν επιλέγεται λόγω της αρνητικής επενέργειας που έχουν στον ασθενή οι συμπληρωματικές ουσίες και με την έννοια αυτή είναι πιθανό, ένα γενόσημο να έχει διαφορετική επίδραση σε σχέση με το πρωτότυπο, εξαιτίας του ότι θα έχει την ίδια δραστική ουσία αλλά όχι την ίδια ακριβώς χημική σύνθεση. Έτσι, το ίδιο πιθανό είναι εξατομικευμένα σε κάποιους ασθενείς, το γενόσημο να έχει καλύτερη απόδοση από το πρωτότυπο ή και αντίστροφα. Αυτή δεν θα έπρεπε να είναι η συνεισφορά του θεράποντος ιατρού; Εσείς τι λέτε;

 

Δυστυχώς, για μια ακόμα φορά τα πράγματα είναι περιπλεγμένα σε βαθμό που δεν είναι εύκολο να αποσαφηνιστούν. Το Ελληνικότατο προνόμιο της παρουσίας καλοντυμένων πωλητών ή και περιποιημένων πωλητριών με όμορφους δερμάτινους χαρτοφύλακες έξω από τα γραφεία ιδιωτικών ή δημοσίων ιατρείων αποτελεί μια ευρεσιτεχνία η οποία δεν συναντάται στην υπόλοιπη Ευρώπη και έχει κατοχυρωθεί, εν Ελλάδι. Όμως τα λεφτά – Άρη μου – είναι πολλά και το ταγκό αυτό χορεύεται από δύο, τις φαρμακευτικές εταιρείες και τους ιατρούς. Φαρμακοποιοί και ασθενείς δεν χωρούν στην πίστα κι αν θέλουν να χορέψουν θα πρέπει να συνθέσουν ένα νέο ζευγάρι ή να ικανοποιηθούν από τα μέχρι σήμερα υψηλά εμπορικά κέρδη, χωρίς δικαίωμα επιλογής οι πρώτοι, ενώ οι δεύτεροι δεν πρέπει να μιλάνε καθόλου για να μπορούν να τσουγκρίζουν «στην υγειά μας». Οι φαρμακευτικοί κολοσσοί υφίστανται σε όλο τον κόσμο και θα συνεχίσουν, αλλά μόνο στην Ψωροκώσταινα λαμβάνει χώρα αυτό το πανηγύρι. Πιστός στις αρχές μου, να μην παραλείψω όλους εκείνους τους πραγματικά λειτουργούς, που μένουν πιστοί στον όρκο τους και έξω από όλες τις παραπάνω σπέκουλες, χρησιμοποιώντας το φαρμακευτικό κύκλωμα όπως του πρέπει. Ενημερώνονται σωστά, μαθαίνουν ό,τι απαιτείται για τις εξελίξεις στο χώρο και τις δραστικές ουσίες και εν τέλει αποφασίζουν ξεχωριστά, ανάλογα με τον ασθενή χωρίς να θυσιάζουν τα πάντα στο βωμό του χρήματος, ακόμα κι αν οι καιροί το ευνοούν. Ο καρδιολόγος μου είναι ένας από αυτούς, γι’ αυτόν θα έβαζα με ευχαρίστηση το χέρι μου στη φωτιά και επίσης, προέρχεται από τη Γερμανική σχολή. Άραγε πως θα το δικαιολογήσουμε όλο αυτό στους τελευταίους; Είναι και η χρήση των γενοσήμων μια ακόμα απώλεια κυριαρχικών δικαιωμάτων ή η εν γένει διάθεσή μας για διαχείριση του δημοσίου ή ιδιωτικού χρήματος στη λάθος κατεύθυνση; Θίγεται μήπως η Ελληνική περηφάνια με τα γενόσημα ή σκύβει το κεφάλι στις παροχές του κεφαλαίου; Αποτελεί επιστημονικό καθήκον ή ντροπή με πρωτοπόρο τον ιατρικό σύλλογο Αθηνών που αψηφώντας το απίστευτα υψηλό επίπεδο των αξιών των μελών του σέρνει τον χορό του «Ποιοτικού, Επώνυμου Φαρμάκου»; Γιατί, ιατρέ μου;

Κυριάκος Γ. Κώτσογλου

Μηχανικός Παραγωγής & Διοίκησης MSc