12162017Σαβ
ΕνημέρωσηΠεμ, 09 Νοε 2017 11am

Στήλη Άλατος

Φύλλο 112 Αύγουστος - Σεπτέμβριος 2012

Βροχή

     Στο μπαράκι έβλεπες μόνο θλιμμένες φάτσες, όσο μπορούσες να δεις δηλαδή σε αυτό το μωβ ημίφως που άλλες φορές στεκόταν ακίνητο πάνω από τα κεφάλια των θαμώνων σαν τοξική αιθαλομίχλη κι άλλες φορές, λες κι είχε τη δική του νοημοσύνη, στριμωχνόταν στους τοίχους κι άφηνε χώρο στο σκοτάδι να κάνει το δικό του παιχνίδι.

Από την άλλη βέβαια δε χρειαζόταν να δεις και πολλά. Μόλις περνούσες το κατώφλι η μιζέρια σ’ έπιανε από το λαιμό και σε κοπανούσε τρεις τέσσερις φορές στους τοίχους μέχρι να καταλάβεις ποιος είχε το πάνω χέρι εκεί μέσα.

Άλλωστε μια πιο επίμονη ματιά έκει μέσα μπορούσε να με οδηγήσει στην αρχή ενός οδυνηρού δρόμου αδικαιολόγητης όσο και χορταστικής βίας με μόνη μου ελπίδα ο ρόλος του θύματος , που αναμφίβολα μου μέλλονταν να παίξω, να είναι καλογραμμένος και όσο το δυνατόν πιο σύντομος.

Αν τους κοιτούσα προσεκτικά, υπήρχε ο κίνδυνος να  κοιτάξουν κι αυτοί προσεκτικά εμένα, κι αν εξαιρέσεις ότι ήμουν μουσκίδι από πάνω μέχρι κάτω κι από μέσα μέχρι έξω κι ότι αντί για παπούτσια ένιωθα να φοράω δυο τρικυμισμένες θάλασσες, όλα τα υπόλοιπα πάνω μου ήταν εξαιρετικά αταίριαστα με τον περιβάλλοντα χώρο και μαρτυρούσαν ή ,αν θέλετε, φώναζαν ή ,ακόμα καλύτερα, ούρλιαζαν πως είχα διασχίσει πολλά παράλληλα σύμπαντα μέχρι να καταλήξω από διαβολική σύμπτωση στο συγκεκριμένο μπαρ για να διαπιστώσω πώς διασκεδάζουν οι κάτοικοι σε αυτή τη διάσταση.

Έξω ο Θεός έβγαζε τ’ άντερά του με τη μορφή μιας λασπερής βροχής που μούλιαζε τα πάντα σε χρόνο dt και μου δημιουργούσε την ακλόνητη βεβαιότητα πως την επόμενη μέρα όλοι οι κάτοικοι θα έβρισκαν τα αυτοκίνητά τους δυο νούμερα μικρότερα. Κατά διαστήματα αστραπές αυλάκωναν τον ουρανό και οι εκκωφαντικές βροντές που τις ακολοθούσαν υπογράμμιζαν το γεγονός, πως, όταν θέλει ο θεός μπορεί να γίνει πολύ σπαστικός.

Αυτοί ήταν και οι δύο πιο σημαντικοί  ή - για να το θέσω με ειλικρίνεια- οι μοναδικοί λόγοι που με οδήγησαν σ’ αυτό το μπαρ. Το χαρούμενο κουδούνισμα της καμπανούλας στην πόρτα θα μπορούσε να είναι το πιο σύντομο ανέκδοτο στην ιστορία των μπαρ παγκοσμιώς, διαχρονικά και σε όλα τα σύμπαντα.

   Το μέρος γενικά και σε αδρές γραμμές έμοιαζε σαν καταφύγιο των τελευταίων επιζώντων μιας πυρηνικής καταστροφής. Ένα τελευταίο ποτάκι, πριν μας πάρει όλους ο διάολος. Από κάτι σαν ηχεία ακουγόταν κάτι σαν μουσική. Ο τραγουδιστής του συγκροτήματος ήταν μάλλον αιώνια καταδικασμένος να τραγουδάει από τον πάτο ενός πηγαδιού για αυτό και οι τσιρίδες του μόλις που ακούγονταν σ’ ένα πανδαιμόνιο από ηλεκτρικές κιθάρες, μπάσα που κρατούσαν ένα ρυθμό πέρα βρέχει, συνθεσάιζερ – για όνομα του καλού και ελεήμονος Θεού – και ντραμς.

Ο τύπος από τη δισκογραφική που τους υπέγραψε συμβόλαιο θα πρέπει να ήταν τίγκα στα ναρκωτικά. Το διοικητικό συμβούλιο της δισκογραφικής επίσης. Δεν έτρεφα απολύτως καμία αμφιβολία για τους θαμώνες. Για κακή μου τύχη τα τραπεζάκια στις γωνίες ήταν όλα πιασμένα όπως επίσης και τα τραπεζάκια στα πιο σκοτεινά σημεία κι εκείνα που ήταν κοντά στην έξοδο κινδύνου, που για κάθε καλοπροαίρετο παρατηρητή παρουσίαζε ανησυχητικές ομοιότητες με την συνηθισμένη έξοδο από την οποία μπήκα. Έτσι για μας τους τολμηρούς δεν έμενε παρά μόνο η λύση του μπαρ η οποία απείχε έτη φωτός απο κάθε πιθανότητα γρήγορης διαφυγής σε περίπτωση ανάγκης.

Γύρω στα δέκα μέτρα δηλαδή. Φυσικά θα μπορούσα να φύγω αμέσως, η περιρέουσα ατμόσφαιρα όμως με έπεισε πως δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή για ανούσια επίδειξη αποφασιστικότητας που πολύ πιθανόν θα παρερμηνευόταν με τον χειρότερο τρόπο από τους θαμώνες, τον μπάρμαν, τις σερβιτόρες, που έδειχναν ανησυχητικά μπρατσωμένες για τα δικά μου δεδομένα, και τους γοριλοειδείς τύπους που στέκονταν στην έξοδο και έπαιζαν έναν μυστήριο ρόλο ,τον οποίο δεν ήμουν επ’ ουδενί διατεθιμένος να αποκρυπτογραφήσω. Το «συγγνώμη λάθος» πιστεύω πως δεν είχε κανένα απολύτως αντίκρυσμα σ’ αυτό το μέρος.

     Ο τύπος στο μπαρ μ’ έκοψε από πάνω μέχρι εκεί που μπορούσε να φτάσει το βλέμμα του, δηλαδή περίπου μέχρι τη μέση, κι αφού, έπειτα από λίγη ώρα και μια αιωνιότητα έκρινε ότι με είχε κάνει να αισθανθώ επαρκώς σκουπίδι, με ρώτησε τι θα πάρω.

Τι έχετε; Τον ρώτησα κι εγώ με τη σειρά μου, νιώθοντας για πρώτη φορά στη ζωή μου να κοντράρω στα ίσα τον χάρο. Με αδιάφορο βλέμμα άρχισε μάλλον να μου απαγέλλει τον κάτάλογο ενώ ταυτόχρονα σκούπιζε ένα ποτήρι με μια πετσέτα που πολύ πιθανόν θα είχε καθαρίσει τη βρώμα όλου του κόσμου απ’την εποχή των μονοκύτταρων οργανισμών. Ο ορύμαγδός της μουσικής ήταν τέτοιος που δε μου επέτρεπε να ακούω παρά μόνο διακεκομμένες συλλαβές, φθόγγους και ήχους που δεν αντιστοιχούσαν σε κανένα από τα γνωστά μου ποτά.

Όταν τελικά σταμάτησε, του είπα να μου φέρει το τελευταίο. Μου γύρισε την πλάτη και άρχισε να κατεβάζει διάφορα μπουκάλια ενώ εγώ κοιτούσα το άπειρο και προσπαθούσα να δείχνω αδιάφορος, σαν τύπος που πάει συχνά σε κάτι τέτοια μέρη ενώ μέσα μου περίμενα με τρόμο τι θα μου σερβίρει η τύχη να πιω. Δεν ήταν και τόσο άσχημο, αν εξαιρέσει κανείς ότι ήταν κραυγαλέα πολύχρωμο, με ομπρελίτσα και ότι ο μπαρμαν το σέρβιρε στο ποτήρι που επί ώρα σκούπιζε με την προϊστορική πετσέτα.

Η τιμή του όμως ήταν αστρονομική, αν λάβει κανείς υπόψη του τη μουσική και όλα τα άλλα. Είχα τη φριχτή υποψία ότι εκεί σε χρέωναν ανάλογα με τη φάτσα σου κι ότι με το μικρό πολύχρωμο ποτό μου είχαν εξασφαλίσει τουλάχιστον μια γύρα κερασμένα ποτά για όλους τους υπόλοιπους πελάτες.

    Όταν παρήγγειλα δεύτερο ποτό, η μουσική σταμάτησε. Στην αρχή νόμισα ότι η διακοπή οφειλόταν στην κατάπληξη όλων για το απρόσμενο θάρρος μου. Έπειτα όμως ένας τύπος ανέβηκε στη σκηνή, η μουσική ξανάρχισε, χωρίς όμως λόγια αυτή τη φορά και ο τύπος άρχισε να τραγουδάει. Χριστέ μου, καραόκε, η υπέρτατη δοκιμασία, η τιμωρία για όσους βγάζουν τίμια το ψωμί τους και χάνονται ένα βροχερό απόγευμα, το ηχητικό αντίστοιχο μιας μετααποκαλυπτικής καταστροφής. Ωστόσο ο τύπος δεν ήταν γενικά καθόλου κακός.

Θα μπορούσε ακόμα να σταθεί και σ’ένα μαγαζί μέσης ποιότητας, αν ο κόσμος δεν είχε τόσες προκαταλήψεις. Ουτε και οι επόμενοι που ακολούθησαν ήταν κακοί, δεν ξέρω βέβαια  αν έπαιξαν ρόλο και τα ποτά, που κατέφθαναν μπροστά μου σε όλο και πιο εξωτικούς χρωματισμούς. Ο κόσμος χειροκροτούσε, γελούσε, ψιλοτραγούδαγε, μερικοί μάλιστα κάνανε και ωραία δεύτερη φωνή, οι λάμπες καίγονταν ενώ κάποιοι καπνοί που στιγμιαία με ανησύχησαν αποδείχτηκε τελικά ότι δεν ήταν τίποτα παραπάνω από τον ενισχυτή που παρέδωσε το πνεύμα του ηρωικά μαχόμενος στο βωμό της τέχνης.

Συνεχίσαμε χωρίς μικρόφωνο. Κι εγώ χαμογελούσα, κέρασα μια γύρα, έπειτα μια δεύτερη και μια τρίτη, ο μπάρμαν κόντεψε δυο φορές να με γκρεμίσει από το κάθισμά μου χτυπώντας με φιλικά στηνπλάτη και τα πολύχρωμα ποτά κατέφθαναν μπροστά μου σε ποτήρια του μισού λίτρου με όλο και πιο όμορφες ομπρέλες ,σαν ψυχεδέλεια, κι έπειτα λοιπόν ανέβηκε ο τύπος να τραγουδήσει. Κι ήταν τόσο πελώριος που όλοι εμείς οι υπόλοιποι στο μπαρ θα μπορούσαμε να είμαστε το μπρελόκ για τα κλειδιά του .

Στάθηκε στη μέση για να τραγουδήσει και ο ένας προβολέας από τα δεξιά κάηκε από την τρομάρα του μ’ ένα απειροελάχιστο πλόπ, σαν να μην ήθελε να τραβήξει την προσοχή κι έτσι φωτιζόταν μόνο από αριστερά το προσωπό του κι ήταν σαν να βγήκε από βουβή ταινία τρόμου, το φρικιό του τσίρκου, κι έπειτα έγινε το απίστευτο. Απο αυτό το πλάσμα βγήκε μια ψιλή φωνή εντελώς αταίριαστη, θέλω να πω σκεφτείτε τα δύο πιο αταίριστα πράγματα πολλαπλασιάστε τα με το άπειρο και υψώστε τα στη ν και τότε ίσως κατά προσέγγιση θα  έχετε αυτό που άκουγα και έβλεπα μπροστά μου. Ήταν σαν τραγουδίστρια κινέζικης όπερας που αποκαλυπτόταν μόνο για μας εκεί πανω στην αυτοσχέδια σκηνή. Κανείς μας δε μιλούσε, κι όχι βέβαια γιατί φοβόμασταν αλλά γιατί μας είχε μαγέψει.

Τραγούδησε τραγούδια που τα περισσότερα δεν τα είχα ξανακούσει, κι εντάξει εγώ δεν θα κλαιγα με τέτοια τραγούδια αλλά να που έκλαψα και μετά και οι άλλοι τραγούδησαν μαζί του και μετα  είπε κι ο μπάρμαν ένα κομμάτι παρέα του κι εγώ είπα ένα ποίημα που δεν ήξερα ότι το θυμόμουν και έβαλα και δικά μου λόγια, γιατί δεν το θυμόμουν όλο,  κι έξω έβρεχε του θανατά και δεν ξέρω για σας αλλά εγώ, όταν βρεχει, περνάω πολύ ωραία.