Η Συνέντευξη του Μήνα

Οι άστεγοι στην Ελλάδα

homeless

Γράφει Όλγα Παναγιωτοπούλου

Στην Ελλάδα, το φαινόμενο της έλλειψης στέγης είναι αρκετά πρόσφατο συγκριτικά με άλλες Ευρωπαϊκές χώρες. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια συνεχής αύξηση του άστεγου πληθυσμού που τείνει να πλησιάσει τους αντίστοιχους των Ευρωπαϊκών χωρών.

 

 

Αυτό γίνεται πιο φανερό από το γεγονός ότι κατά τη διετία 2009-2011 οι άστεγοι αυξήθηκαν κατά 25%. Αν και στις αρχές της δεκαετίας του '90 το φαινόμενο των αστέγων θεωρούνταν «εισαγόμενο», λόγω της μεγάλης εισροής μεταναστών και αιτούντων άσυλο κυρίως από χώρες του πρώην Ανατολικού μπλοκ, σύντομα έγινε αντιληπτό πως στους άστεγους έχουν προστεθεί και κοινωνικο-οικονομικά ευπαθείς ομάδες του γηγενή πληθυσμού. Στις μέρες μας, ιδιαίτερα μετά το 2008, οι άστεγοι αποτελούν κομμάτι της καθημερινής ζωής καθώς σύμφωνα με εκτιμήσεις ο αριθμός των ατόμων που διαβιούν εκτός στέγης ή σε επισφαλείς συνθήκες στέγασης στην Ελλάδα ανέρχεται σε 20.000, αριθμός που συνεχώς αυξάνεται. Η μεγαλύτερη συγκέντρωση αστέγων συναντάται στα μεγάλα αστικά κέντρα. Είναι χαρακτηριστικό ότι από τους 20.000 αστέγους, οι 11.000 βρίσκονται στη Αθήνα.
Αν και το φαινόμενο των αστέγων παίρνει ανησυχητικές διαστάσεις, η Πολιτεία δεν αναγνωρίζει τους άστεγους ως ειδική κατηγορία, γεγονός που οδηγεί σε ζητήματα ελλείψεων ορισμού και συνεπώς καταγραφής του φαινομένου. Δεδομένου ότι δεν υπάρχει στην χώρα μας ακριβής προσδιορισμός του «τι είναι άστεγος» προκύπτουν βασικά προβλήματα στην αντιμετώπιση του φαινομένου που κυρίως σχετίζονται με την έλλειψη κατάλληλων υπηρεσιών και συντονισμού μεταξύ των αρμόδιων Υπουργείων και φορέων (κυρίως ΜΚΟ). Τα παραπάνω γίνονται φανερά από το γεγονός ότι η μόνη επίσημη καταγραφή των αστέγων στην Ελλάδα έγινε το 2009 από το Υπουργείο Υγείας, στην οποία βρέθηκε ότι ο αριθμός τους ανέρχεται σε 7.720 άτομα, αριθμός που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική διάσταση του φαινομένου. Απόρροια των προβλημάτων αυτών είναι η έλλειψη δημόσιων πολιτικών πρόληψης και αποτελεσματικής αντιμετώπισης των αναγκών των αστέγων. Υπάρχουν ωστόσο αρκετοί φορείς (κυρίως ΜΚΟ) που προσπαθούν να ξεπεράσουν αυτά τα εμπόδια κυρίως σε τοπικό επίπεδο. Σύμφωνα με έρευνα της Κλίμακας, το 72% των αστέγων έχει έρθει σε επαφή με κάποιον ξενώνα ή κάποιο πρόγραμμα που αφορά στους άστεγους.

Η οικονομική κρίση και η ανεργία που πλήττει σχεδόν όλες τις ηλικίες και τις επαγγελματικές κατηγορίες ενισχύουν την αύξηση των αστέγων. Τα 3 πρώτα τρίμηνα του 2011, χάθηκαν 370.000 θέσεις εργασίας, ενώ οι μισθοί στον ευρύτερο πληθυσμό μειώθηκαν κατά 22% και στους νέους κατά 32%. Παράλληλα, η ανεργία των νέων έχει διπλασιαστεί τα δύο τελευταία χρόνια και έφτασε το 48% το Νοέμβριο του 2011. Στο γράφημα 1 μπορούμε να διαπιστώσουμε την αντιστρόφως ανάλογη πορεία της απασχόλησης και της ανεργίας κατά τα έτη 2010-2011. Μέσα σε ένα χρόνο, δηλαδή από το Γ' τρίμηνο του '10 μέχρι το Γ' τρίμηνο του '11 ο αριθμός των απασχολούμενων έχει μειωθεί δραματικά, ενώ αντίθετα ο αριθμός των ανέργων ολοένα αυξάνεται.

Το φαινόμενο των αστέγων έχει διαφοροποιηθεί τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά σε σχέση με το παρελθόν. Για παράδειγμα, το 90,7% των αστέγων είναι εγγράμματοι, ενώ το 10,9 % είναι απόφοιτοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Η εμπειρία της «Κλίμακας» έχει δείξει ότι εάν θα μπορούσαμε να φτιάξουμε ένα «προφίλ» του μέσου αστέγου, αυτός θα είναι άντρας, 45-50 ετών (ο ηλικιακός μέσος όρος συνεχώς αυξάνει) και ζει στο δρόμο για διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ετών. Ένα σημαντικό ποσοστό των αστέγων είναι ψυχικά ασθενείς (οι αλκοολικοί εντάσσονται σε αυτή την κατηγορία), ενώ το 40% είναι πρώην φυλακισμένοι είτε για μικροκλοπές είτε για χρήση ουσιών είτε για χρέη στο δημόσιο.

Σήμερα, μπορούμε να εντοπίσουμε στην Ελλάδα 3 βασικές κατηγορίες αστέγων:

1) τα άτομα σε κατάσταση έλλειψης στέγης για μεγάλο χρονικό διάστημα λόγω συνδυασμού παραγόντων όπως η ανεργία, το χαμηλό εισόδημα, οι ψυχικές διαταραχές, η χρήση ναρκωτικών και η κατάχρηση αλκοόλ.
2) οι μετανάστες ή αιτούντες άσυλο και οι πρόσφυγες σε μεταβατικό στάδιο. Πιο συγκεκριμένα, είναι άτομα στα πρώτα στάδια της εγκατάστασης τους στην Ελλάδα τα οποία αντιμετωπίζουν έντονα ζητήματα έλλειψης στέγης. Επίσης, ζουν για μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα σε ακατάλληλες κατοικίες και σε συνθήκες υπερσυνωστισμού. Σύμφωνα με την Ελληνική Στατιστική Υπηρεσία (2010), 1 στους 4 Έλληνες (25,5%) που δεν είναι φτωχός, ζει σε κατοικία που δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες του.
3) οι νεοάστεγοι, οι οποίοι είχαν ικανοποιητικό βιοτικό επίπεδο, μέτριο εως και υψηλό μορφωτικό επίπεδο και οδηγήθηκαν στην έλλειψη στέγης ως αποτέλεσμα της ανεργίας ή/και των χαμηλών εισοδημάτων. Ωστόσο, διατηρούν ακόμα δεσμούς με το οικογενειακό τους περιβάλλον, δεν εμφανίζουν ψυχικά νοσήματα και έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα για αποκατάσταση και επανένταξη.

Η εμφάνιση των νεοαστέγων συμπίπτει με τη γενιά των νεόπτωχων κάνοντας σαφές ότι η φτώχεια πλήττει άτομα που κατά το παρελθόν είχαν υψηλό ή επαρκές βιοτικό επίπεδο. Στους νεοάστεγους μπορούν να συμπεριληφθούν άτομα που έχασαν την ιδιοκτησία τους με δήμευση, λόγω δανείων ή άλλων οφειλών. Σήμερα, περισσότερα από 50.000 ακίνητα βρίσκονται υπό την απειλή του πλειστηριασμού, από τα οποία τα 20.000 αφορούν την πρώτη κατοικία. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι μόνο τον πρώτο μήνα του 2011 κινήθηκαν οι νομικές διαδικασίες για περισσότερες από 4.000 εξώσεις. Επίσης, σε αυτή την κατηγορία ανήκουν νέοι που έχουν απομακρυνθεί από την οικογένειά τους και μαστίζονται από ανεργία ή δεν μπορούν να συντηρήσουν μια κατοικία καθώς και άτομα που έχασαν τη δουλειά τους λίγο πριν βγουν στη σύνταξη. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 27,8% του μη φτωχού Ελληνικού πληθυσμού δυσκολεύεται να αντεπεξέλθει στις δαπάνες στέγασης.

Οι αλλαγές στη δομή της ελληνικής κοινωνίας και οικογένειας είναι φανερές τα τελευταία χρόνια. Η μετάβαση από το μοντέλο της διευρυμένης και προστατευτικής οικογένειας στην πυρηνική και σε συνδυασμό με τη ραγδαία αστικοποίηση, επέφεραν την χαλάρωση των δεσμών αλληλεγγύης στα αδύναμα ή με ιδιαιτερότητες μέλη. Έτσι πολλά άτομα που τη μία στιγμή βρίσκονται κάτω από την οικογενειακή προστασία, την άλλη στιγμή μπορεί να απειληθούν από τη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό. Σύμφωνα με την Ελληνική Στατιστική Αρχή, το 2010 η Ελλάδα με 27,7% καταλαμβάνει την 7η θέση στην ΕΕ των 27 χωρών σε ποσοστό φτωχών και κοινωνικά αποκλεισμένων ατόμων.

Η έλλειψη κοινωνικής ευαισθητοποίησης και η καθυστέρηση εφαρμογής στην Ελλάδα μέτρων και πολιτικών για την αντιμετώπιση κοινωνικών προβλημάτων που ισχύουν ήδη σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες αποτελούν τροχοπέδη στην επίλυση του προβλήματος των αστέγων. Επιπλέον, οι πολιτικές δρακόντειας λιτότητας που εφαρμόζονται στα πλαίσια των επιταγών του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας αναμένεται να αυξήσουν τα ποσοστά των αστέγων, ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά κέντρα, τα οποία αντιμετωπίζουν και τα σημαντικότερα κοινωνικο-οικονομικά προβλήματα. Η υψηλή ανεργία, τα χαμηλά εισοδήματα, η αποδυνάμωση του κράτους πρόνοιας είναι μερικοί από τους παράγοντες που θα εντείνουν τον αποκλεισμό από τη στέγη. Συνάμα, το φαινόμενο των νεοαστέγων είναι εκείνο που θα μας απασχολήσει ιδιαίτερα στο μέλλον, καθώς τα μικρο-μεσαία κοινωνικά στρώματα είναι εκείνα που πλήττονται περισσότερο από την οικονομική κρίση.