12142017Πεμ
ΕνημέρωσηΠεμ, 09 Νοε 2017 11am

Η Συνέντευξη του Μήνα

«"Με παρηγορεί που ο χρόνος είναι αειθαλής και ας είναι η ζωή μας φυλλοβόλα"…»

H MHLIA
H TELEYTAIA ERGASIMI

Μια συζήτηση με την Μαριννέλα Βλαχάκη με αφορμή την κυκλοφορία της Μηλιάς του Ροΐδη και των διηγημάτων «Η Τελευταία Εργάσιμη»

Συνέντευξη στον Ματθαίο Φραντζεσκάκη

«Η Μηλιά»  

 Πως ξεκινάει η ιστορία της διασκευής του παραμυθιού του Ροΐδη;

 Διάβαζα ανέκαθεν με πολύ ενδιαφέρον τον Ροΐδη. Μου άρεσε ο ιδιαίτερος τρόπος που είχε να παρεμβαίνει στα κακώς κείμενα. Έτσι όταν έπιασα τη Μηλιά στα χέρια μου, διαπίστωσα ότι ενώ διατηρούσε όλη τη γλύκα και η αθωότητα του παραμυθιού υπήρχαν και κάποια στοιχεία που αναγνώριζες με μιας τη σκέψη και τον τρόπο του συγγραφέα. Το 2009 μετέφερα τη «Μηλιά» επί σκηνής και έδωσα αρκετές παραστάσεις, το χάρηκα. Τότε βέβαια δεν φανταζόμουν ότι θα αξιωθεί μετά από τρία χρόνια να βγει σε βιβλίο με το CD της παράστασης και θα εξακολουθήσει μ' αυτόν τον τρόπο να επικοινωνεί με τα παιδιά.

 

Η έκδοση της Μηλιάς παντρεύει την διασκευή σου με την εικονογράφηση του Νίκου Μπλαζάκη αλλά και με μια πλούσια μουσική και αφηγηματική δουλειά. Θα μας πεις δυο λόγια για τους υπόλοιπους συντελεστές ;

 

Μπορεί στις παραστάσεις να βρισκόμουν μόνη μου στη σκηνή, αλλά είχα σημαντική υποστήριξη από τους συνεργάτες μου και τους ευγνωμονώ γι αυτό. Ο καθένας στον τομέα του κατάθεσε τον καλύτερο εαυτό του. Ο Κωστής Καπελώνης προσφέρθηκε με χαρά να είναι ο αφηγητής στο παραμύθι μας. Ο Νίκος Μπλαζάκης ζωγράφισε δύο φορές τη «Μηλιά». Μία για τις σκηνογραφικές ανάγκες της παράστασης και μία για την εικονογράφηση του βιβλίου. Ο Λεωνίδας (Μαριδάκης)  έγραψε  υπέροχη μουσική και η Δάφνη Πανουργιά τραγούδησε με απίστευτη ευαισθησία. Όλοι το χαρήκαμε κι αυτό το διαπιστώνει αμέσως όποιος ακούει το CD.

 

Πόσο εύκολο είναι να «πειράξεις» τον Ροΐδη έτσι ώστε να παραμένει ζωντανός αλλά και αναλλοίωτος;

 

Προσπάθησα να μην πειράξω το κείμενο και νομίζω ότι πήγε καλά. Άφησα να ακούγεται η μουσικότητα της γλώσσας του και αφαίρεσα μόνο κάποια  σημεία του κειμένου που δυσκόλευαν την αμεσότητα που απαιτεί η αφήγηση, στον προφορικό λόγο. Φυσικά δεν πρόσθεσα τίποτα δικό μου.  



Αλήθεια γιατί πιστεύεις ότι μιλάει μετά από τόσα χρόνια « Η Μηλιά» σε μικρούς και μεγάλους;

Πιστεύω ότι μιλάει και στα σημερινά παιδιά γιατί είναι ένα κλασικό παραμύθι με γερή δομή, περιπέτεια, συναίσθημα, αγωνία και χιούμορ. Το συγκεκριμένο παραμύθι το άκουγε ως παιδί ο Ροΐδης στην Ιταλία κι αργότερα ως ενήλικας πια το ξανάγραψε προσθέτοντας και δικά του στοιχεία. Διαβαζότανε λοιπόν και πριν τον Ροΐδη και θα διαβάζεται και από τις επόμενες γενιές. Αυτή είναι η αξία του κλασικού.

 

Επιλέγεις να κλείνει το παραμύθι με μια αναφορά στην ευτέλεια της πολιτικής. Επικεντρώνοντας στην παιδεία, ποιος είναι ο στόχος σου;

 

Δεν προσπαθώ να πω εγώ κάτι. Αφήνω ωστόσο το συγγραφέα να ακουστεί γιατί δυστυχώς η ευτέλεια της πολιτικής ζωής εκείνης της εποχής, που ο συγγραφέας σχολίαζε με καυστικό και χιουμοριστικό τρόπο, παραμένει ζωντανή και στις μέρες μας.

 

 «Η Τελευταία Εργάσιμη»

 

Δεκατρία διηγήματα  συγκροτούν την «τελευταία εργάσιμη», ποια είναι η αναφορά τους;

 

Είναι διηγήματα με διαφορετική ατμόσφαιρα το καθένα, που αναφέρονται σε διαφορετικές ιστορίες. Πατούν στο σήμερα μιλούν για το χθες και αγγίζουν τις διαχρονικές ανάγκες και αγωνίες των ανθρώπων. 

 

Εικόνες που ανασύρεις από την μνήμη ή ιστορίες φαντασίας;

 

Εμπνέομαι από την πραγματικότητα, πρέπει να συγκινηθώ για να γράψω. Συνήθως όταν δεχτώ ένα ισχυρό ερέθισμα αρχίζω να γράφω μια ιστορία. Στη συνέχεια μπορεί να εμπλουτιστεί με μνήμες ή με στοιχεία μυθοπλασίας για να αναπτυχθεί και να δομηθεί αλλά ο πυρήνας είναι μια αληθινή στιγμή. Ένα βίωμα.

 

Ξεκίνησες ποιητικά αλλά τα τελευταία χρόνια δείχνεις μια ιδιαίτερη επιμονή στον πεζό λόγο…

 

Δεν αισθάνομαι ότι αντικατέστησα την ποίηση με τον πεζό λόγο. Άλλωστε είναι σχετικά πρόσφατη η ποιητική συλλογή «Τα πολύτιμα». Η διαφορά είναι ότι ένα διήγημα ή ένα μυθιστόρημα διαβάζεται από περισσότερους ανθρώπους και γι αυτό μένει αυτή η εντύπωση. Η ποίηση είναι ένας ιδιαίτερος τόπος που επισκέπτονται λιγότεροι. Σίγουρα όμως έχω επιμονή με ό,τι καταπιάνομαι σε κάθε περίοδο.

 

Πριν μερικά χρόνια σε μια παλιότερη συνέντευξη μου έλεγες «"Με παρηγορεί που ο χρόνος είναι αειθαλής και ας είναι η ζωή μας φυλλοβόλα"…»  επιμένεις;

 

Όσο περνά ο καιρός και πιο φανατικά!

Εμμανουήλ Ροΐδη

«Η Μηλιά»

Διασκευή: Μαρινέλλα Βλαχάκη
Εικονογράφηση: Νίκος Μπλαζάκης
Εκδόσεις Πυξίδα της Πόλης

http://ekdoseis-pek.blogspot.gr/

Το βιβλίο περιέχει CD με θεατρική απόδοση του παραμυθιού

από τους, Κωστή Καπελώνη και Μαρινέλλα Βλαχάκη

Πρωτότυπη μουσική από το Λεωνίδα Μαριδάκη

και τραγουδούν, Δάφνη Πανουργιά-Λεωνίδας Μαριδάκης

Το παραμύθι «Η Μηλιά» του Εμμανουήλ Ροΐδη δημοσιεύτηκε πρώτη φορά το 1895 και είναι το μοναδικό έργο του συγγραφέα που έγραψε στη δημοτική.

«Ένα ηλικιωμένο ζευγάρι βρίσκει ένα πρωί, κάτω από ένα μηλόδεντρο, μέσα στο δάσος ένα κοριτσάκι, σκεπασμένο με άνθη λευκά, που είχε ρίξει απάνω του ο άνεμος τη νύχτα. Αμέσως το υιοθετούν και το φωνάζουν Μηλιά. Το κορίτσι έχει μεγάλη καρδιά, αγαπάει πολύ τους γονείς του και προστατεύει με κάθε τρόπο τα ζώα και τα πουλιά του δάσους . Εκείνα με τη σειρά τους το ανταμείβουν και…»

Ένα τρυφερό παραμύθι που κρατάει ευχάριστη συντροφιά στα παιδιά αλλά και στους μεγάλους που αισθάνονται κάποιες στιγμές παιδιά.

«Η Τελευταία Εργάσιμη»

Μαρινέλλα Βλαχάκη

Εκδ. «Μετρονόμος»

 

«Έντιμες και βαθιά ανθρώπινες ιστορίες εξ αφορμής μιας φωτογραφίας, μιας σκηνής στο δρόμο, ενός τυχαίου συμβάντος.
Με γλώσσα ζωντανή και απέριττη, με «καθαρούς» διαλόγους και ρέουσα γραφή, ξετυλίγονται αναπάντεχα γεγονότα, αντιδράσεις, σκέψεις, ανατροπές -που οδηγούν τους «αφανείς», χαμηλόφωνους ήρωες, στα όρια της ανθρώπινης αντοχής και στάσης. Κάποτε ξεπερνούν τα εμπόδια, κι άλλες φορές ξεπερνιούνται από αυτά.
Στα διηγήματα της Μαρινέλλας Βλαχάκη, ο αναγνώστης συχνά συναντά τον εαυτό του κι άλλοτε πάλι νιώθει πως τα πρόσωπα, είναι οικείοι, πολύ δικοί του άνθρωποι.
Το ιδίωμα της δυτικής Κρήτης «ακούγεται» προσδίνοντας μουσικότητα δραματική, σχεδόν παραστατική δραματικότητα στα κείμενα» αναφέρει για το βιβλίο ο ποιητής Αντώνης Περαντωνάκης.