Εστιάζοντας...

Ο απόηχος μιας εκδήλωσης …

antinazi by Pablonfire

Γράφει η Αικατερίνη Βενιανάκη*

Με αφορμή την εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στις 15-12-2012 σε μία κατάμεστη από κόσμο αίθουσα, που συνδιοργάνωσαν η ΕΛΜΕ Χανίων και η Ένωση Γονέων Ν. Χανίων με ομιλητές τους Γ. Τσιάκαλο και Ι. Κούρτοβικ, με θέμα: Σχολεία ενάντια στο ρατσισμό και το φασισμό, θα ήθελα να διατυπώσω τις απόψεις μου.

Για πληρέστερη κατανόηση της παρουσίας της ναζιστικής ακροδεξιάς στα σχολεία, για να διευρυνθεί ο διάλογος, ώστε οι μαθητές να θωρακιστούν απέναντι στην επιχειρούμενη χειραγώγηση και εξαπάτησή τους από ακροδεξιούς, απαιτείται τόσο συστηματική και εμπεριστατωμένη συζήτηση των εκπαιδευτικών με τους μαθητές όσο και αποφασιστικές αλλαγές στα αναλυτικά προγράμματα και στη λειτουργία του σχολείου (Τσιάκαλος, 2012).

Με το παρόν κείμενο επιχειρείται η παρουσίαση της συναισθηματικής διάστασης που δεν καταγράφεται συχνά, την οποία θα προσπαθήσουμε να αναπτύξουμε, η οποία εξηγεί την παρουσία της Χρυσής Αυγής στα σχολεία. Αν και οι περισσότεροι έφηβοι δεν είναι ιδεολογικά ενταγμένοι στο χώρο αυτό, όμως είναι δυνατόν να εκδηλώσουν βίαιες συμπεριφορές.

Είναι γεγονός ότι ένας μεγάλος αριθμός μαθητών εδώ και αρκετά χρόνια δεν εμπλέκεται ενεργά στη μάθηση για διάφορους λόγους: Δυσκολίες μάθησης εγγενούς αιτιολογίας, δυσκολίες μάθησης που οφείλονται σε συναισθηματικούς –περιβαλλοντικούς παράγοντες, χαμηλή επίδοση που οφείλεται σε γλωσσικές ή πολιτισμικές ιδιαιτερότητες, έλλειψη κινήτρων για μάθηση, μαθησιακά κενά, ακατάλληλη διδασκαλία, κ.λ.π. Αυτοί είναι μερικοί από τους λόγους που ευθύνονται για την αποτυχία των μαθητών αυτών να μετέχουν ενεργά στη μαθησιακή διαδικασία με συνέπειες στη μετέπειτα γνωστική, συναισθηματική, κοινωνική και επαγγελματική πορεία τους.

Αν το σχολείο δεν αποτελέσει ένα πόλο έλξης για αυτούς τους μαθητές, αν το σχολείο δεν καλλιεργήσει σε όλους τους μαθητές την αίσθηση της κοινότητας, δηλ. την αίσθηση που πρέπει να έχει μαθητής του ανήκειν στη σχολική κοινότητα, ικανοποιώντας βασικές συναισθηματικές ανάγκες της ανθρώπινης ύπαρξης, τότε οι μαθητές αυτοί- και δυστυχώς όχι μόνο αυτοί- θα αποτελούν μια «ευάλωτη ομάδα» μια ομάδα που θα βρίσκεται σε υψηλό κίνδυνο να ικανοποιήσει τις ανάγκες της αυτές με άλλο τρόπο, ακολουθώντας άλλα «σκοτεινά» μονοπάτια. Η χειραγώγηση και εξαπάτηση των μαθητών επιτυγχάνεται και σε επίπεδο επιχειρημάτων, αλλά και μέσα από την ικανοποίηση βασικών συναισθηματικών αναγκών τους. Με ποιο τρόπο;

Ας προσπαθήσουμε να απαντήσουμε πρώτα το ερώτημα: Ποιες βασικές συναισθηματικές ανάγκες των μαθητών δεν ικανοποιεί το σχολείο σήμερα!!!

Ανάγκη για αναγνώριση, άμεσα συνδεδεμένη με την αίσθηση της αξίας του εαυτού. Βασική ψυχολογική ανάγκη είναι η αυτή της αναγνώρισης του παιδιού-εφήβου από τους Σημαντικούς ΑΛΛΟΥΣ, του να μην περνά απαρατήρητος από το σχολείο, να νιώθει ότι αξίζει και ότι οι Άλλοι τον εκτιμούν, να ενισχύεται και να ανατροφοδοτείται από τους ενηλίκους.

Όμως αρκετοί μαθητές βιώνουν αισθήματα αναξιοσύνης, επειδή αποτυγχάνουν στη μάθηση, βιώνοντας από την αρχή της σχολικής τους ζωής τη ματαίωση των προσπαθειών τους, την απογοήτευση και στη συνέχεια την παραίτηση   από τη μαθησιακή διαδικασία. Άμεσα συνδεδεμένη με την παραπάνω ανάγκη που δεν ικανοποιείται, συνδέεται και μια άλλη βασική συναισθηματική ανάγκη των μαθητών, που επίσης δεν ικανοποιείται, η ανάγκη για μάθηση, να μπορούν δηλαδή όλοι οι μαθητές να εξερευνούν και να μαθαίνουν μέσα από συνεργατικές πρακτικές μέσα στην τάξη.

Όμως συνήθως, οι «ευάλωτοι» μαθητές είναι οι αποδέκτες όχι μόνο κοροϊδευτικών σχόλιων από τους συμμαθητές τους, αποκλείοντάς τους με αυτό τον τρόπο από την ομάδα των υπολοίπων που μπορούν να μετέχουν ενεργά στη μάθηση, αλλά και του σχολείου και της οικογένειας που αποδίδει την ευθύνη στους ίδιους που δε θέλουν ή και δε μπορούν να μάθουν, ενοχοποιώντας τους για την έλλειψη προσπάθειας, τη χαμηλή απόδοσή τους, την έλλειψη κινήτρων για μάθηση ή και σε πολλές περιπτώσεις αποδίδει την ευθύνη στην ίδια την αναπηρία ή τη διαταραχή.

Η ευαλωτότητα αυτή πιθανόν διαπερνά όλους τους τομείς ανάπτυξης και είτε «καθηλώνει» τους μαθητές υιοθετώντας μια παθητική στάση ζωής, είτε τους ωθεί σε προκλητική συμπεριφορά απέναντι σε όλους όσους μετέχουν στην εκπαιδευτική διαδικασία. Με αυτά τα δεδομένα, δεν ικανοποιείται μια άλλη βασική ψυχολογική ανάγκη των μαθητών η ανάγκη για δύναμη του να μπορούν να κάνουν πράγματα, να δρουν ατομικά και ομαδικά.

Ως αποτέλεσμα της μη ικανοποίησης των παραπάνω βασικών ψυχολογικών αναγκών, η απόρριψη που βιώνουν αυτοί οι μαθητές φαίνεται να αποτελεί μονόδρομο, αφού οι «ευάλωτοι» μαθητές που αναφέραμε προηγουμένως, απορρίπτονται από τους ΑΛΛΟΥΣ ως ΠΡΟΣΩΠΑ, ως ΟΛΟΤΗΤΕΣ.

Επομένως, οι «ευάλωτοι» μαθητές δεν ικανοποιούν την ανάγκη του ανήκειν στη σχολική κοινότητα. Η απόρριψη από την ομάδα του σχολείου, η ανάγκη του ανήκειν σε μια ομάδα που δεν ικανοποιείται στο σχολείο, θα βρει άλλους τρόπους-να ικανοποιηθεί-ικανοποιώντας παράλληλα και άλλες βασικές συναισθηματικές ανάγκες, την αποδοχή ως ΠΡΟΣΩΠΟ, ως ΟΛΟΤΗΤΑ.

Αν και τα επιχειρήματα τα οποία χρησιμοποιούν για να χειραγωγήσουν και να εξαπατήσουν τους μαθητές δεν αντέχουν σε αντιπαράθεση, π.χ., η Χρυσή Αυγή «επιβάλλει» το νόμο, αφού η πολιτεία αδυνατεί να προστατεύσει τους πολίτες της, η Χρυσή Αυγή «νοιάζεται» για τους αδύναμους Έλληνες εξαντλώντας όλα τα φιλανθρωπιστικά αισθήματά της απέναντι σε Έλληνες μόνο, κι όχι στους Άλλους, που οι Άλλοι φαίνεται να ευθύνονται για τα δεινά των Ελλήνων, εντούτοις οι μαθητές μας δεν έχουν μάθει να σκέφτονται, να συγκρίνουν, να διερευνούν, αφού έχουν γνωρίσει την ύλη των μαθημάτων και προπάντων «την Ιστορία» μέσα από την εξιστόρηση γεγονότων και όχι: α) συνδέοντάς τη με τη ΖΩΗ… διερευνώντας και εντοπίζοντας… επικοινωνώντας και συνεργαζόμενοι με τους μαθητές (βλ. στόχοι τεσσάρων επιπέδων της Unesco:1996).

Αν σε αυτό το «έλλειμμα» προσθέσουμε τις βασικές ψυχολογικές ανάγκες (ανάγκη για δύναμη, αποδοχή, ανάγκη για αναγνώριση και αξία,   ανάγκη του ανήκειν), που ικανοποιεί η ομάδα, μέσω των αλληλεπίδρασης και αλληλεξάρτησης των μελών της, συμπεριφορά που ρυθμίζεται από κανόνες (και μάλιστα άκαμπτους), ύπαρξη κοινών στόχων, αντιλαμβανόμαστε ότι οι μαθητές αυτοί εύκολα χειραγωγούνται από τους άλλους, αφού τους παρέχουν ένα φαινομενικά ασφαλές πλαίσιο για να δράσουν.

Μάλιστα είναι και έτοιμοι να αναλάβουν δράση ως «ομάδα» από την οποία αντλούν δύναμη. Μία δύναμη που πηγάζει από εξωτερικούς παράγοντες και όχι από εσωτερική δύναμη, που θα την εξωτερικεύσουν με τη βία. Μια βία, η οποία έχει αποδέκτες τους ΑΛΛΟΥΣ, τους διαφορετικούς. Επομένως, υπάρχει ο ΕΧΘΡΟΣ, ο οποίος ευθύνεται για τα δεινά μας και αποενεχοποίηση όταν θα συμπεριφερθούν με βία απέναντί του. Δικαιολογούν τις πράξεις τους με τα παρακάτω επιχειρήματα, τα οποία στην ουσία συνθέτουν το μηχανισμό ηθικής απεμπλοκής (Bandura, 1991).

Η ευθύνη διαχέεται στα μέλη της ομάδας και δεν υπάρχει προσωπική ευθύνη, β) ο διαφορετικός Άλλος αξίζει να πάθει όσα του κάνουν, γ)υποβαθμίζουν το θύμα, το οποίο είναι κατώτερο από τους ίδιους και δ) οι πράξεις τους συγκρίνονται με άλλες και δεν φαίνονται να είναι τόσο κατακριτέες. Τέτοιες συμπεριφορές, όταν εμφανίζονται στα σχολεία από ομάδες μαθητών, η αντίδραση της σχολικής κοινότητας πρέπει να είναι άμεση, ώστε να μη μαθαίνουν οι μαθητές μέσα από την ανοχή των ενηλίκων (γονέων- εκπαιδευτικών) να χρησιμοποιούν το μηχανισμό αυτό και να παγιώνεται.

Όμως, όπως λειτουργεί σήμερα το σχολείο περισσότερο παρέχει το πλαίσιο για εκδήλωση φαινομένων ρατσιστικής βίας. Περισσότερο προωθεί την ατομική μάθηση παρά προάγει συνεργατικές πρακτικές. Περισσότερο αποκλείει παρά ενσωματώνει μαθητές, περισσότερο αρνείται, παρά αποδέχεται τη διαφορετικότητα. Έχουμε περισσότερο σχολεία που δεν είναι για Όλους, σχολεία που κυνηγούν την ύλη, παρά ενταξιακά σχολεία.

Έχουμε σχολεία που ο ρόλος τους εξαντλείται στη μετάδοση πληροφοριών και λιγότερο σχολεία που οι μαθητές κατασκευάζουν τη γνώση, που οι μαθητές αισθάνονται ότι ανήκουν σε αυτά.

Η ανάγκη ικανοποίησης βασικών συναισθηματικών αναγκών μπορεί να επιτευχθεί   με την αξιοποίηση των εμπειριών των μαθητών, εστιάζοντας ο εκπαιδευτικός στα δυνατά σημεία που διαθέτει ο κάθε μαθητής, με την αξιοποίηση της διαφορετικότητας, ώστε να ακούονται όλες οι φωνές, στις οποίες δεσπόζουν οι καλές διαπροσωπικές σχέσεις μεταξύ μαθητών, εκπαιδευτικών και μαθητών, εκπαιδευτικών μεταξύ τους, οι συνεργατικές πρακτικές, οι οποίες έχουν κοινό στόχο να παραχθεί έργο.

Με αυτόν τον τρόπο   είναι δυνατόν ο κάθε μαθητής να προσεγγίζεται ως ΟΛΟΤΗΤΑ για να μπουν τα θεμέλια για τη διεργασία διαμόρφωσης ΟΜΑΔΑΣ μέσα στην τάξη, ώστε ο κάθε μαθητής να αισθάνεται ότι ικανοποιούνται οι βασικές συναισθηματικές ανάγκες του.

Επομένως, η απαίτηση για ένα άλλο σχολείο πιο δημοκρατικό, ανθρώπινο και ενταξιακό πρέπει να αποτελέσει στόχο για όλη την εκπαιδευτική κοινότητα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Bandura, A., (1991). Social cognitive theory of moral thought and action, in

               W.M.Kurtines & Gewirtz (eds), Handbook of moral behavior and

               development, Vol. 1, Theory. Hilldale, NJ: Erlbaum.

 

Τσιάκαλος Γ., (2012). Η Χρυσή Αυγή προσπαθεί να επαναφέρει τη ναζιστική

                 ιδεολογία, στην εφημερίδα στην εφημερίδα ΧΑΡΑΥΓΗ: 18 Νοεμβρίου

                 2012: 12.

 

*PhD Βενιανάκη Αικατερίνη

Προϊσταμένη ΚΕ.Δ.Δ.Υ Χανίων

Διδάσκουσα (407/80) στο Π.Τ.Δ.Ε

Πανεπιστήμιο Κρήτης