12182017Δευ
ΕνημέρωσηΠεμ, 09 Νοε 2017 11am

Όψεις - Απόψεις

Στρατός ως ο «Μεγάλος Ασθενής»

stratos

Φανταστείτε ένα στρατιώτη από ένα ορεινό χωριό της Ευρυτανίας ή της Αρκαδίας να κατατάσσεται στον Ελληνικό Στρατό τις παραμονές των Βαλκανικών Πολέμων.

Φανταστείτε τι σήμαινε η μεταφορά από ένα αγροτικό τρόπο ζωής, χοντρικά απαράλλακτο μερικές εκατοντάδες χρόνια, σε ένα θεσμό σύμβολο του τρόπου συγκρότησης των νεωτερικών κοινωνιών.

Φανταστείτε την αίσθηση της αλλαγής που σηματοδοτούσε η μετάβαση από ένα σύμπαν αντικειμένων που το ανώτατο τεχνολογικό τους όριο ήταν ξύλινες βιοτεχνικές κατασκευές για την μεταποίηση πρώτων υλών κινούμενες από υδραυλική ενέργεια, σε ένα περιβάλλον που οι νεωτερικές σιδερένιες πολεμικές μηχανές καθόριζαν το μέτρο του μέλλοντος.

Για τον μέσο νεοσύλλεκτο οπλίτη η μεταφορά στο περιβάλλον του στρατού θα πρέπει να ισοδυναμούσε με το ψυχολογικό αποτύπωμα που θα άφηνε σε μας σήμερα μία απαγωγή από εξωγήινους.

            Η αντίθεση με το σημερινό τεχνολογικό ισοζύγιο μεταξύ στρατού και λοιπής κοινωνίας δεν θα μπορούσε να είναι ποιο τρανταχτή. Με τη εξαίρεση συγκεκριμένων επίλεκτων σωμάτων του ελληνικού στρατού, ο μέσος κληρωτός έρχεται αντιμέτωπος με ένα ταξίδι πίσω στο χρόνο, περιτριγυρισμένος από αντικείμενα της τεχνολογίας εξοπλισμών της ψυχροπολεμικής περιόδου. Το μέσο ιδιωτικό όχημα που οδηγεί ο μέσος οπλίτης στην πολιτική του ζωή είναι τρεις γενιές μπροστά από τα οχήματα μεταφοράς του προσωπικού στον Ελληνικό Στρατό.

            Η βασική πρακτική βιοξουσίας, κατά τον Μισέλ Φουκώ, στην οποία σε υπέβαλε ο στρατός ήταν ο εγκλεισμός. Ο ολοκληρωτικός εγκλεισμός που αποσκοπούσε στην αναμόρφωση του προτύπου συμπεριφοράς ώστε να γίνει το υποκείμενο συμβατό με τις ανάγκες της πολεμικής μηχανής. Η πρακτική αυτή απέβλεπε τόσο σε ψυχολογικούς όσο και σε ιδεολογικούς στόχους. Επιδίωκε, δηλαδή, τόσο στην αποκοπή του από εξωτερικά ερεθίσματα ώστε να μην έχει το υποκείμενο επαφή με τις κανονικότητες της πολιτικής του ζωής, όσο και στην ανικανότητα του οπλίτη άρθρωσης κριτικού λόγου απέναντι θεσμό, παρά μόνο στα διάκενα της εξουσίας: το βράδυ στη «ζούλα» ανάμεσα στους συναδέρφους, στο πρόστυχο μήνυμα στην πόρτα της τουαλέτας, στην κατά το δοκούν οικειοποίηση των συμβόλων της στρατιωτικοποίησης στο λόγο του.

            Η ερμητική αυτή κλειστότητα είναι και αυτή σήμερα εκ των πραγμάτων κενό γράμμα. Η επέκταση των δικτύων των μέσων μεταφοράς, η επέκταση των τηλεπικοινωνιακών δικτύων, το διαδίκτυο και η επέκταση των φορητών συσκευών πρόσβασης σε αυτό, και φυσικά τα κινητά, κάνουν τον αποκλεισμό πρακτικά ανέφικτο. Τα χρόνια τα παλιά η μητέρα του νέου που έφευγε φαντάρος έκανε τραπέζι στην διευρυμένη οικογένεια, μην γνωρίζοντας αν και πότε θα τον ξανάβλεπε. Σήμερα τον παίρνει 8 τηλέφωνα μέχρι το τέλος της «δύσκολης» μέρας κατάταξης και στην πρώτη βραδινή αναφορά ο Αρχιλοχίας διατάζει: « να παίρνεται τις μανάδες σας στο κινητό τα απογεύματα τηλέφωνο!» Ο χωρικός αποκλεισμός καθίσταται ανέκδοτο καθώς η αρχή της μη-επαφής με τον έξω κόσμο μεταμορφώνονται σε ποινές που δίδονται λόγω αποστολής SMS εν ώρα υπηρεσίας. Αυτό που καταρρέει εδώ και καιρό είναι πρωτίστως η ομοιορφοποιητική λειτουργία του στρατού μέσα από την επέκταση των δικτύων μεταφοράς και επικοινωνίας.

            Η ομοιομορφοποίητική λειτουργία όμως αυτή, την εποχή συγκρότησης των εθνικών στρατών, δεν είχε μόνο τις σημερινές, αρνητικές, συνδηλώσεις. Ο στρατός μέχρι και τις αρχές του προπροηγούμενου αιώνα ήταν ο κατεξοχήν νεωτερικός θεσμός που συγκροτούταν μαζί με τα νέα αναδυόμενα κράτη. Δίπλα στις εξουσιαστικές του λειτουργίες, όπως η απαλοιφή της εθνοτικής διαφοράς και η ιδεολογική κατήχηση, επιτελούσε και θετικές λειτουργίες. Έστηνε ένα γιγάντιο φίλτρο υγειονομικών υπηρεσιών που αποσκοπούσε στην ανύψωση του γενικού επιπέδου υγείας του πληθυσμού και στον περιορισμό των λιμωδών νοσημάτων, κατασκεύαζε ένα κοινό γλωσσικό σύμπαν στη βάση του οποίου οι πολίτες εντάσσονταν σε μία κοινότητα νοήματος και είχαν πρόσβαση στο κράτος. Και τέλος, ενέτασσε τον πολίτη, έστω και πλασματικά, σε μία κοινότητα ομοίων, την οποία η κοινωνική διαφορά, το υφιστάμενο κοινωνικό κεφάλαιο και η άνιση ταξικά προσδιορισμένη πρόσβαση στα κέντρα εξουσίας (το «μέσο» ελληνιστί) στη συνέχεια υπέσκαπταν. Δεν είναι τυχαίο εξάλλου ότι στην ελληνική περίπτωση, μέχρι και την δυναμική εμφάνιση του εργατικού κινήματος, οι παρεμβάσεις του στρατού στην πολιτική ζωή της χώρας έως και το 1908 στο Γουδί κινούνταν σε προοδευτική κατεύθυνση. Αναχαίτιζαν τις δυνάμεις που, στο όνομα τις πελατειακής πολιτικής αναπαραγωγής τους, αντιστέκονταν στη ολοκλήρωση της συγκρότησης σε έθνος-κράτος. Λειτουργίες, όλες τους, που επίσης σήμερα καρκινοβατούν.

Η μεταπολίτευση είχε ως αποτέλεσμα την επιλεκτική διατήρηση της επιχειρησιακής ετοιμότητας ορισμένων μόνο τμημάτων του στρατού, αυτών δηλαδή που ταυτίζονταν με τις αναγκαιότητες της εξωτερική πολιτική της χώρας όπως τις επέβαλαν οι ασύδοτοι πολεμικοί εξοπλισμοί. Το υπόλοιπο στράτευμα παρέμενε καθηλωμένο και σταδιακά έμοιαζε όλο και περισσότερο με ένα ταξίδι στο χρόνο. Σαν ένα αφρόντιστο μουσείο εθνικοφροσύνης που και οι ίδιοι του οι φύλακες δεν πίστευαν στο περιεχόμενο των εκθεμάτων του. Η κατάρρευση τόσο των δημοκρατικών όσο και των ομοιομορφοποιητικών-εξουσιαστικών λειτουργιών του άφηνε τις ιδεολογικές του πτυχές ανέπαφες και συνάμα τελείως παραλυμένες.

Όλες οι παραπάνω δυσλειτουργίες του Ελληνικού Στρατού μεγεθύνονται σήμερα εν μέσω κρίσης. Οι πολεμικοί εξοπλισμοί παραμένουν τερατώδεις την ώρα που τα στρατόπεδα αντιμετωπίζουν προβλήματα σίτισης και θέρμανσης. Ο οπλισμός του κληρωτού και οι υποδομές σκουριάζουν, την ώρα που επίλεκτα τμήματα του εξειδικεύονται στις προκλήσεις των «ασύμμετρων απειλών». Και ο θεσμός της υποχρεωτικής στράτευσης παραμένει ύστατο τεκμήριο μίας πατριδοκάπηλης πολιτειότητας την ώρα που χιλιάδες ορθολογικά σκεπτόμενοι νέοι αναζητούν τρόπους να αποφύγουν τον «χαμένο χρόνο».

Μέχρι να βρεθεί η πολιτική βούληση για την ουσιαστική δημοκρατική του μεταρρύθμιση ο στρατός θα παραμένει για την ελληνική κοινωνία ο «Μεγάλος Ασθενής».