12162017Σαβ
ΕνημέρωσηΠεμ, 09 Νοε 2017 11am

Στήλη Άλατος

Φύλλο 115 Φεβρουάριος - Μάρτιος 2013

Συμβάντα σχετικά αδιάφορα

Στην πόλη νυχτώνει

τα φώτα σβήνουν ένα – ένα

στις φωτεινές οθόνες της τηλεόρασης

κάτι πολιτικοί χειρονομούν

κοφτές κινήσεις

μελετημένες

 

                    για να ’ ναι τα πτώματα

επιμελώς ακρωτηριασμένα

τα χείλη τους φρουρούνε μπάτσοι

ασφαλίτες με πολιτικά

κάτι κοράκια που καιροφυλακτούν

ένας συρφετός ολόκληρος

Οι λέξεις αυτοκτονούν από ασιτία

 

Εν τω μεταξύ κάτω απ΄τη γέφυρα

ένας άστεγος κρυώνει

είναι το μόνο δικαίωμα που του ’ χει απομείνει

να κρυώνει

α ναι, και να ’ναι άστεγος

φοράει κατάσαρκα εφημερίδες

έτσι που κάθε είδηση

τον βρίσκει κατευθείαν στην καρδιά

τον εκτελούν οι λέξεις

κάθε μέρα κι απο λίγο

έπειτα συμβαίνουν τα γνωστά

βροχές και χιόνια

κάτι θερμοκρασίες απίστευτες

το ποτάμι φουσκώνει με μαύρα νερά

αυτός στοιβάζει γύρω του χαρτόνια

οχυρώνεται

στην πιθανότητα ενός κατακλυσμού

 

Καύσωνας

η πόλη βυθίζεται σε μια οφθαλμαπάτη

ένας βρωμιάρης ήλιος

ασπρίζει τα κόκαλα

ο σκύλος πλησιάζει σκεπτικός

με την ουρά στα σκέλια

βρωμάει και ζέχνει, τριγύρω ψυχή

ανθρώπινη

βουτάει ένα κόκαλο στην τύχη

κι εξαφανίζεται, κι αυτός και η σκιά του

 

Πούστικος κόσμος

που αφήνει τους νεκρούς του άταφους.

 

 

Ελεύθερη πτώση

 

Μυρίζω τσιγαρίλα και χθεσινό αλκοόλ

οι φίλοι και γνωστοί με αποφεύγουν

έτσι καθώς τριγυρνάω αδέσποτος

στους λεηλατημένους δρόμους και τις πλατείες

μιλάω σπαστά ελληνικά

για να τους εκνευρίσω

καθαρίζω τα τζάμια τους και τις μαύρες ψυχές τους

είναι το τελευταίο όπλο που μου ’χει απομείνει

να τους θυμίζω τα λευκά πρόσωπα των πνιγμένων

τους νεκρούς φαντάρους στη σκοπιά

τις πουτάνες

που νωρίς το χάραμα μαζεύονται κάτω απ΄τη λάμπα

για να ζεσταθούν απ΄τα χνώτα τους

στοιχειώνω τον ύπνο τους

τα πιο πετυχημένα όνειρά τους

η Μαίρη πέθανε ουρλιάζω

δεν ξέρουν καμιά Μαίρη

δεν θέλουν να ξέρουν

με λοιδωρούν και με χλευάζουν

σκέφτονται να αναθέσουν την περίπτωσή μου

σε εθελοντές δολοφόνους

τη χειρότερη φάρα

 

Αδιαφορώ

από το ύψος των δεκατριών ορόφων

βλέπω τη γη να τρέχει κατα πάνω μου

με χιλιάδες χιλιόμετρα την ώρα

 

 

Συμβάντα σχετικά αδιάφορα

 

Στην πόλη νυχτώνει

τα φώτα σβήνουν ένα – ένα

στις φωτεινές οθόνες της τηλεόρασης

κάτι πολιτικοί χειρονομούν

κοφτές κινήσεις

μελετημένες

για να ’ ναι τα πτώματα

επιμελώς ακρωτηριασμένα

τα χείλη τους φρουρούνε μπάτσοι

ασφαλίτες με πολιτικά

κάτι κοράκια που καιροφυλακτούν

ένας συρφετός ολόκληρος

Οι λέξεις αυτοκτονούν από ασιτία

 

Εν τω μεταξύ κάτω απ΄τη γέφυρα

ένας άστεγος κρυώνει

είναι το μόνο δικαίωμα που του ’ χει απομείνει

να κρυώνει

α ναι, και να ’ναι άστεγος

φοράει κατάσαρκα εφημερίδες

έτσι που κάθε είδηση

τον βρίσκει κατευθείαν στην καρδιά

τον εκτελούν οι λέξεις

κάθε μέρα κι απο λίγο

έπειτα συμβαίνουν τα γνωστά

βροχές και χιόνια

κάτι θερμοκρασίες απίστευτες

το ποτάμι φουσκώνει με μαύρα νερά

αυτός στοιβάζει γύρω του χαρτόνια

οχυρώνεται

στην πιθανότητα ενός κατακλυσμού

 

Καύσωνας

η πόλη βυθίζεται σε μια οφθαλμαπάτη

ένας βρωμιάρης ήλιος

ασπρίζει τα κόκαλα

ο σκύλος πλησιάζει σκεπτικός

με την ουρά στα σκέλια

βρωμάει και ζέχνει, τριγύρω ψυχή

ανθρώπινη

βουτάει ένα κόκαλο στην τύχη

κι εξαφανίζεται, κι αυτός και η σκιά του

 

Πούστικος κόσμος

που αφήνει τους νεκρούς του άταφους.

 

 

Ελεύθερη πτώση

 

Μυρίζω τσιγαρίλα και χθεσινό αλκοόλ

οι φίλοι και γνωστοί με αποφεύγουν

έτσι καθώς τριγυρνάω αδέσποτος

στους λεηλατημένους δρόμους και τις πλατείες

μιλάω σπαστά ελληνικά

για να τους εκνευρίσω

καθαρίζω τα τζάμια τους και τις μαύρες ψυχές τους

είναι το τελευταίο όπλο που μου ’χει απομείνει

να τους θυμίζω τα λευκά πρόσωπα των πνιγμένων

τους νεκρούς φαντάρους στη σκοπιά

τις πουτάνες

που νωρίς το χάραμα μαζεύονται κάτω απ΄τη λάμπα

για να ζεσταθούν απ΄τα χνώτα τους

στοιχειώνω τον ύπνο τους

τα πιο πετυχημένα όνειρά τους

η Μαίρη πέθανε ουρλιάζω

δεν ξέρουν καμιά Μαίρη

δεν θέλουν να ξέρουν

με λοιδωρούν και με χλευάζουν

σκέφτονται να αναθέσουν την περίπτωσή μου

σε εθελοντές δολοφόνους

τη χειρότερη φάρα

 

Αδιαφορώ

από το ύψος των δεκατριών ορόφων

βλέπω τη γη να τρέχει κατα πάνω μου

με χιλιάδες χιλιόμετρα την ώρα

 

 

Συμβάντα σχετικά αδιάφορα

 

Στην πόλη νυχτώνει

τα φώτα σβήνουν ένα – ένα

στις φωτεινές οθόνες της τηλεόρασης

κάτι πολιτικοί χειρονομούν

κοφτές κινήσεις

μελετημένες

για να ’ ναι τα πτώματα

επιμελώς ακρωτηριασμένα

τα χείλη τους φρουρούνε μπάτσοι

ασφαλίτες με πολιτικά

κάτι κοράκια που καιροφυλακτούν

ένας συρφετός ολόκληρος

Οι λέξεις αυτοκτονούν από ασιτία

 

Εν τω μεταξύ κάτω απ΄τη γέφυρα

ένας άστεγος κρυώνει

είναι το μόνο δικαίωμα που του ’ χει απομείνει

να κρυώνει

α ναι, και να ’ναι άστεγος

φοράει κατάσαρκα εφημερίδες

έτσι που κάθε είδηση

τον βρίσκει κατευθείαν στην καρδιά

τον εκτελούν οι λέξεις

κάθε μέρα κι απο λίγο

έπειτα συμβαίνουν τα γνωστά

βροχές και χιόνια

κάτι θερμοκρασίες απίστευτες

το ποτάμι φουσκώνει με μαύρα νερά

αυτός στοιβάζει γύρω του χαρτόνια

οχυρώνεται

στην πιθανότητα ενός κατακλυσμού

 

Καύσωνας

η πόλη βυθίζεται σε μια οφθαλμαπάτη

ένας βρωμιάρης ήλιος

ασπρίζει τα κόκαλα

ο σκύλος πλησιάζει σκεπτικός

με την ουρά στα σκέλια

βρωμάει και ζέχνει, τριγύρω ψυχή

ανθρώπινη

βουτάει ένα κόκαλο στην τύχη

κι εξαφανίζεται, κι αυτός και η σκιά του

 

Πούστικος κόσμος

που αφήνει τους νεκρούς του άταφους.

 

 

 

 

 

 

Ελεύθερη πτώση

 

Μυρίζω τσιγαρίλα και χθεσινό αλκοόλ

οι φίλοι και γνωστοί με αποφεύγουν

έτσι καθώς τριγυρνάω αδέσποτος

στους λεηλατημένους δρόμους και τις πλατείες

μιλάω σπαστά ελληνικά

για να τους εκνευρίσω

καθαρίζω τα τζάμια τους και τις μαύρες ψυχές τους

είναι το τελευταίο όπλο που μου ’χει απομείνει

να τους θυμίζω τα λευκά πρόσωπα των πνιγμένων

τους νεκρούς φαντάρους στη σκοπιά

τις πουτάνες

που νωρίς το χάραμα μαζεύονται κάτω απ΄τη λάμπα

για να ζεσταθούν απ΄τα χνώτα τους

στοιχειώνω τον ύπνο τους

τα πιο πετυχημένα όνειρά τους

η Μαίρη πέθανε ουρλιάζω

δεν ξέρουν καμιά Μαίρη

δεν θέλουν να ξέρουν

με λοιδωρούν και με χλευάζουν

σκέφτονται να αναθέσουν την περίπτωσή μου

σε εθελοντές δολοφόνους

τη χειρότερη φάρα

 

Αδιαφορώ

από το ύψος των δεκατριών ορόφων

βλέπω τη γη να τρέχει κατα πάνω μου

με χιλιάδες χιλιόμετρα την ώρα