12172017Κυρ
ΕνημέρωσηΠεμ, 09 Νοε 2017 11am

Το Περιβόλι του Τρελού

Σωτήριον Έτος, 2013… Θα ξεχαστεί γρήγορα ή θα μας μείνει αλησμόνητο;

Το ότι «Δυστυχώς, Επτωχεύσαμεν…», με την έννοια ότι δε μπορούμε ως κράτος να καλύψουμε τις υποχρεώσεις μας προς τους δανειστές, «Δυστυχώς, Εκατέστη απολύτως σαφές…» τις προηγούμενες χρονιές, ιδιαίτερα δε, την τελευταία.

Σε παράλληλο επίπεδο, η εν λόγω αδιάψευστη πραγματικότητα κατέστησε γελοίους όλους όσους την αρνούνταν πεισματικά και εγκληματικά υπεύθυνους όλους όσους την απέκρυπταν ή την ενίσχυαν συστηματικά. Όσο αφορά δε στους δεύτερους, για μια ακόμα φορά, «…δεν μάθαμε» ως λαός, αφού όλοι αυτοί, είτε βρίσκονται ακόμα στις θέσεις τους, είτε παραδίδουν σεμινάρια ανά την υφήλιο.

Παρόλα αυτά, το ότι ιστορικά δεν ήταν η πρώτη φορά που συναντηθήκαμε με την πτώχευση, παραδόξως θα μπορούσε να θεωρηθεί έως και ευτυχές, με την έννοια ότι θα μπορούσε να αποτελεί την εθνική  κληρονομιά μας, ως «συνταγή επιβίωσης». Αυτή η τελευταία, θα μπορούσε να είχε καταστεί άμεσα χρησιμοποιήσιμη, εφόσον ετούτη η χρεωκοπία είχε τα ίδια χαρακτηριστικά με τις προηγούμενες, πράγμα που εν πολλοίς, ισχύει.

 

Εντούτοις, εκείνο που δυσκολεύει τις σκέψεις κι ακόμα περισσότερο τις πιθανές πράξεις μας δεν είναι οι ομοιότητες, αλλά οι διαφορές που δείχνει να έχει ή ακόμα καλύτερα να έχουμε, αυτή την εποχή. Ποτέ στο παρελθόν πριν από την οποιαδήποτε πτώχευση δεν είχε προηγηθεί αντίστοιχη περίοδος πλαστής ευμάρειας, κι έτσι αυτή η φορά βρίσκει το μείζον ποσοστό της Ελληνικής οικογένειας, εκτός από πτωχευμένο και υπερχρεωμένο κι αυτή είναι η πρώτη μεγάλη διαφορά. Στο ίδιο μήκος κύματος, ποτέ στο παρελθόν η κρίση δεν βρήκε τόσο διαλυμένη την παραγωγική βάση της χώρας σε όλους τους τομείς, όπως τώρα κι αυτό αποτελεί την δεύτερη, κεφαλαιώδους σημασίας, παράμετρο και διαφορά. Μοιραία, δημιουργείται το ερώτημα αλλά και ο προβληματισμός «Που πάμε μέσα στο 2013…», με την απάντηση παρακινδυνευμένη, περισσότερο από ποτέ.

 

Σχολιάζοντας το πρώτο «κεφάλαιο», η πιο μεγάλη αντίφαση στα αυτιά και την τσέπη μας, σίγουρα είναι η διαφορά στους μισθούς και στις θέσεις εργασίας μας. Ακόμα κι αυτά, τα σκάρτα 500 καθαρά ευρώ του κατώτατου μισθού για όσους έχουν περάσει τα 25 χρόνια ζωής, χρειάζονται πρωθυπουργική παρέμβαση για να «διασφαλιστούν» από τις απόψεις – θέσεις περισπούδαστων γενικών γραμματέων, οι οποίοι μάλλον ζουν σε άλλο κόσμο.

Η άποψη των εποχιακών υπαλλήλων, των μερικά απασχολούμενων αλλά και όσων έχουν την ατυχία να είναι κάτω των 25 ετών, θα είναι σίγουρα ενδιαφέρουσα σε σχέση με την ευρηματικότητα των χαρακτηρισμών τους, εντούτοις ο στόχος τους είναι ακόμα πιο κάτω, πράγμα που κάνει απολύτως φανερό ότι υπάρχουν και χειρότερα και ότι ο πάτος του βαρελιού δεν είναι αυτός του βασικού μισθού. Η Λερναία Ύδρα της ανεργίας του 30% στο σύνολο του ενεργού πληθυσμού, αλλά κυρίως του 61% στις ηλικίες έως τα 24 έτη, είναι ένα εξαιρετικά καλό αντίβαρο στη συνείδησή μας κι ο τρόπος να μη νοιώθουμε οργισμένοι αλλά δουλικοί. 

 

Αν το δούμε καλύτερα, στην πραγματικότητα, η μεγαλύτερη αντίφαση είναι εκείνη των τραπεζών. Από την λογική, που εγώ προσωπικά έχω ακούσει να εκφράζεται σε επιχειρηματία από διευθυντή τράπεζας, του «Καλά από όλους έχεις πάρει δάνειο, από εμένα δεν θα πάρεις; Σκέφτομαι ότι κάτι έχεις προσωπικά με μένα…» στην παράνοια του «Καλά, θέλουμε να σου δώσουμε λεφτά κι εσύ συζητάς για το διψήφιο επιτόκιο;» και ακόμα περισσότερο στην παντελή άρνηση.

Αυτό κι αν είναι πραγματικό σοκ. Από την λογική του εορτοδάνειου και του διακοποδάνειου στην παράνοια του ότι πρέπει να υποθηκεύσεις την περιουσία σου για ένα μπλοκ επιταγών, η απόσταση παραείναι μεγάλη για να τη διαβούμε σε μια ή δυο χρονιές. Σε κάθε περίπτωση, όσοι έχουν επιχειρήσει στην πρώτη «σελίδα» και τώρα καλούνται να εξοφλήσουν και να επιβιώσουν στην δεύτερη, μάλλον δεν έχουν καμία τύχη.

Μπορεί φυσικά να έχουν τις ευθύνες τους, ιδιαίτερα για την ελαφρότητα με την οποία δέχτηκαν και κυνήγησαν την πλασματική ευημερία τους, αλλά πως μπορούν να εξοφλήσουν ένα δάνειο 250.000 € ευρώ με ένα μισθό 800; Κάναμε ως κράτος μια διαίρεση με τους δανειστές μας στο εθνικό μας χρέος, δεν θα πρέπει να κάνουμε την αντίστοιχη με τους ιδιώτες; Αν αυτό δε συμβεί, και είναι πολύ κακό σημάδι το ότι δεν έχει συμβεί ως τώρα, προβλέπω πολλές, μικρές και μεγάλες, τραγικές οικογενειακές ιστορίες.

 

Ο δεύτερος, δυσοίωνος πυλώνας, είναι η διαλυμένη παραγωγική μας βάση. Είναι εκείνο το φαινόμενο, που αντί να λειτουργήσει θεραπευτικά ως προς το πρώτο, της ανεργίας και της ανέχειας, δημιουργεί μια επικίνδυνη τάση εδραίωσης φαύλου κύκλου. Τόσο ο πρωτογενής όσο και ο δευτερογενής τομέας μας, θα πρέπει να περιμένουν πολύ για να δουν καλύτερες μέρες. Δύσκολα μπορεί κανείς να ανακαλύψει μέσα του αρνητικά συναισθήματα για τους αγρότες ή τους κτηνοτρόφους, αλλά ειδικά οι πρώτοι, ατυχώς εδώ και χρόνια, είχαν μετατρέψει σε πολυπολιτισμικό εργασιακό περιβάλλον το συντριπτικά μεγαλύτερο τμήμα της παραγωγής τους, αδιαφορώντας οι ίδιοι για την περιουσία τους, αρνούμενοι την πάλη με τη φύση και αποκλειστικά στηριζόμενοι στις επιδοτήσεις, χωρίς παράλληλες επενδύσεις για τη βελτίωση της παραγωγής τους.

Τώρα, θα πρέπει να «στρίψουν» στις επιλογές τους και να ξαναθυμηθούν τι σημαίνει «συμισιακές ελιές», προσφέροντας - τουλάχιστον - μια μικρή προοπτική αισιοδοξίας για το μέλλον, εντούτοις η αδράνεια ως έννοια έχει πολύ μεγάλη δύναμη ιδιαίτερα όταν είναι αρνητική. Η απότομη αλλαγή θα συνεχίσει με συνέπεια την εμφάνισή της στα μπλόκα και το κλίμα αναμένεται να γίνει ακόμα χειρότερο. Είναι θέμα επιβίωσης πλέον.

 

Ο δευτερογενής τομέας διαθέτει με σιγουριά το αρνητικότερο των ρεκόρ της ύφεσης. Οι 2.000 οικοδομικές άδειες του 2007 στο Νομό Χανίων σε σύγκριση με τις λίγο πάνω από τις 200 του 2012, δείχνουν που έχουν χαθεί τα χρήματα που αναζητούμε ως κοινωνία και τοπική οικονομία, ενώ παράλληλα αποδεικνύουν ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρξει ανάκαμψη μόνο με διοικητικά μέτρα. Οι ειδικότητες που υποφέρουν από την εν λόγω μείωση δείχνουν και τον αριθμό των λουκέτων που πρέπει να αναμένουμε μέσα στο 2013, φτάνοντας μέχρι το «μαύρο» χιούμορ ότι όποιος τα εμπορευτεί μάλλον θα θησαυρίσει.

Από την άλλη πλευρά, οι Ελληνικές βιοτεχνίες και βιομηχανίες θα αντιμετωπίσουν την πρόκληση της εξωστρέφειας και των εξαγωγών με αμφίβολα αποτελέσματα, αλλά στη συγκεκριμένη περίοδο, όσες έχουν ακόμα μείνει στα πάτρια εδάφη δεν επιτρέπεται να αποτύχουν.

Το γεγονός ότι το…βασικό συστατικό των Ελληνικών προϊόντων είναι η γραφειοκρατία αποτελεί διαχρονικά ένα μείζον πρόβλημα αλλά το γεγονός ότι τούτο πλέον εκτός από θυμηδία προκαλεί και οργή ενδέχεται να επιφέρει την αποκλιμάκωσή του. Διαφορετικά, θα είμαστε πλέον, άξιοι της μοίρας μας.

 

Ο τριτογενής τομέας και ειδικά ο τουρισμός ήταν πάντα η βαριά μας βιομηχανία και τώρα συνεχίζει να εκπέμπει θετική ενέργεια, στην γκρίζα μας πραγματικότητα. Τα νούμερα, μέχρι την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές, κατά τα τέλη του Φλεβάρη, ήταν ιδιαίτερα ενθαρρυντικά, δείχνοντας μια αύξηση που θα μπορούσε να φτάσει ή και να ξεπεράσει το 20%. Αν όντως συνεχιστεί αυτό, τον Ιούλιο θα στείλουμε κόσμο στον Ομαλό.

Εντούτοις, όσο και αν φαίνεται εκβιαστικό, οι απεργίες στο Μετρό και τα μέσα μαζικής μεταφοράς, τα μπλόκα  και οι πυροβολισμοί, αν δεν αναστρέψουν την παραπάνω τάση, θα προσφέρουν στους δυνητικούς επισκέπτες μας τη δυνατότητα να διαπραγματευτούν ακόμα καλύτερα τα χρήματα που θα δώσουν για να μας επιλέξουν ως προορισμό. Κι αυτό είναι κάτι που δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας. Δεν έχουμε πια να κάνουμε με κουτόφραγκους, αλλά με διαπραγματευτές, που ξέρουν ότι τα χρήματά τους είναι «χρυσά».

 

Αντί να αναφερόμαστε σε οικονομικούς και παραγωγικούς όρους, πολύ θα θέλαμε να προβλέψουμε ότι η κατάσταση θα διορθωθεί, με όρους κοινωνικής αλληλεγγύης, κατανόησης και ανθρωπιάς. Πολύ θα θέλαμε να μας οδηγήσει ξανά στις ανθρώπινες αξίες που χάσαμε αντί στον κανιβαλισμό με τους ανθρώπους της διπλανής πόρτας ή τους μετανάστες που εμείς «καλέσαμε» στα χρόνια της ευμάρειας.

Τα «ευαγγέλια» της δημοσιονομικής προσαρμογής θα αργήσουν πολύ να φανούν στην πραγματική οικονομία, αν φανούν ποτέ, αλλά στον αντίποδα, τα μέτρα και η ύφεση επηρεάζουν την ίδια στιγμή, το τραπέζι, το σπίτι και τα σχέδιά μας. Στην πραγματικότητα, αυτό που μας δυσκολεύει ψυχολογικά, είναι η αλλαγή του σκηνικού «από τα ψηλά στα χαμηλά…».

Ο Έλληνας ποτέ στο παρελθόν, ειδικά πριν από κάθε πτώχευση δεν ήταν πλούσιος, μα τώρα αυτό δείχνει να είναι ένα μεγάλο μέρος από το πρόβλημα. Κάποτε με μισό κιλό μαρίδα κι ένα πεντακοσάρι κρασί ξεκινούσε το γλέντι αλλά τώρα οι εμπειρίες έχουν κάνει τις προσδοκίες πραγματικούς εφιάλτες, σε σχέση με την πραγματικότητα. Για το αν όλα τα παραπάνω δείχνουν το ποτήρι μισοάδειο ή μισογεμάτο υπεύθυνη είναι η αισιοδοξία ή η απαισιοδοξία του καθενός μας. Το σίγουρο είναι ότι το 2013 θα είναι μια πολύ κακή χρονιά που δεν ξέρουμε αν θα ξεχαστεί γρήγορα ή θα μας μείνει αλησμόνητη, καθώς το show «πρέπει» να συνεχιστεί...

 

                                                                                                     Κυριάκος Γ. Κώτσογλου

                                                                                   Μηχανικός Παραγωγής & Διοίκησης MSc