Όψεις - Απόψεις

Από το «εγέρθητου» ως την επιστράτευση η απόσταση είναι λίγη, πολύ λίγη…

back school h 633 451 copy

Οι ιστορικοί που μελετούν το νομικό πολιτισμό της περιόδου του Μεσοπολέμου υποδεικνύουν, σε αντίθεση με αντιλήψεις που θέλουν το καθεστώς Μεταξά να αποτελεί μια απόλυτη αντιδημοκρατική πολιτική τομή στο συνεχές μιας ευνομούμενης πολιτείας, μια σταδιακή διολίσθηση, σχετιζόμενη τόσο με τα επίπεδα της καταστολής όσο και με μια σειρά νομοθετημάτων, στην κατεύθυνση περιστολής της δημοκρατίας.

Η ιστορία του νόμου περί Ιδιώνυμου, η ποινικοποίηση πολιτικών απόψεων και η σταδιακή όξυνση των ταξικών αντιθέσεων εν μέσω της διεθνούς οικονομική κρίσης της δεκαετίας του ’30 αποτελούσαν στιγμές μίας κίνησης του πολιτικού εκκρεμούς προς την άρση των δημοκρατικών κατακτήσεων που θα συνοδεύσει τη χώρα μέχρι και το 1974. Η κρίση τότε, όπως και σήμερα, συρρίκνωνε τις αναδιανεμητικές ικανότητες του κράτους και περιόριζε τα περιθώρια λειτουργίας των συναινετικών θεσμών. Εκείνη την εποχή η υπεράσπιση της δημοκρατίας και η υπεράσπιση του δικαιώματος στην απεργία άρχιζαν όλο και περισσότερο να ταυτίζονται, κάνοντας σταδιακά τις υφιστάμενες πολιτικές ταυτότητες της εποχής, όπως αυτές του φιλελεύθερου ή του αντιμοναρχικού, να ξεθωριάζουν.

            Η σημερινή εποχή μοιάζει όλο και περισσότερο με εκείνον τον ελληνικό μεσοπόλεμο. Όχι με το μεσοπόλεμο του ιστορικού αναθεωρητισμού, που έβλεπε στα δεινά που είχαν επιβληθεί από «εξωτερικές αιτίες» στην γερμανική κοινωνία ως εγκλητικός μηχανισμός δύο ισοδύναμων συμφορών, την έλευση του φασισμού και του μπολσεβικισμού. Αλλά του ελληνικού μεσοπόλεμου, όπου η εμπιστοσύνη του αστικού πολιτικού κόσμου προς τους δημοκρατικούς θεσμούς σταδιακά κλονίζεται και όπου ο ίδιος ο πρώην δημοκράτης γινόταν ο νυν οπαδός του Μεταξισμού, έπειτα συνομιλητής των δυνάμεων κατοχής και στη συνέχεια ο έμπιστος «εθνικόφρων». Η Ελλάδα των μνημονίων μοιάζει σήμερα να έλκεται από ανάλογες τροπικότητες καθώς η ανεργία για το 1/3 της κοινωνίας παγιώνεται και η ηγεμονική αντίληψη εξόδου από την ύφεση, αυτή που υλοποιεί η κυβέρνηση, είναι αυτή της περεταίρω συρρίκνωσης των εισοδημάτων προς όφελος της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας.

Με άλλα λόγια, σήμερα, δεν μπορούμε να βλέπουμε την χρήση της πολιτικής επιστράτευση, ο κατεξοχήν τρόπος διαχείρισης κάθε μορφής κινητοποίησης, ξεκομμένη από την απόφαση του Σ.Ε.Β. να μην υπογράψει Συλλογική Σύμβαση Εργασίας. Η κρίση υποχρεώνει τμήματα του επιχειρηματικού κόσμου να στραφούν προς το κράτος για την επιβίωση τους. Και μην έχοντας άλλη στήριξη πέρα από την συρρίκνωση του μεροκάματου κρύβονται πίσω από τις απαντήσεις που δίνει η κυβέρνηση στις αντιδράσεις των οργανωμένων τμημάτων της εργασίας του δημοσίου και προωθούν μειώσεις μισθών στον ιδιωτικό τομέα. Αν οι καθηγητές με τα οργανωμένα συνδικάτα τους δεν μπόρεσαν να αντιδράσουν στην κυβέρνηση, τι ελπίδα φανταζόμαστε ότι έχουν οι εργάτες γης ή οι εργαζόμενοι στη μεταποίηση;

Ακόμα χειρότερα, σήμερα, δεν μπορούμε να κατανοούμε την χρήση του νομικού εκτρώματος της πολιτικής επιστράτευσης ως αποκομμένου από την ενδυνάμωση της πολιτικής επιρροής του φασισμού στη χώρα μας. Ως νομικός όρος αντλείται από το Σύνταγμα ακριβώς για να περιγράψει περιπτώσεις ακραίας απειλής της εθνικής ασφάλειας ή της δημόσιας υγείας και με αυτό τον τρόπο λογικά κατατάσσει το κάθε κοινωνικό υποκείμενο, εναντίων του οποίου στρέφεται, ως εχθρό του έθνους. Αν ο κ. Σαμαράς επιλέγει να χρησιμοποιήσει στρατηγικές  που ευθυγραμμίζουν τους πολίτες με τις επιλογές της κυβέρνησης στη βάση του καταναγκασμού και της νομικά θεμελιωμένης βίας, υπάρχουν άλλοι, αρμοδιότεροι, που μπορούν να εκφράσουν την στρατιωτικοποίηση του συνόλου της κοινωνίας ευθυγραμμίζοντας τις ήδη εφαρμοζόμενες πολιτικές πρακτικές με την ανάλογη ιδεολογία. Κοινώς, του εκφασισμού της κοινωνίας ηγείται ο κ. Σαμαράς και στα μουλωχτά από πίσω έρπετε ο κύριος Παναγιώταρος.

Τέλος, στις σημερινές συνθήκες, δεν υφίσταται κάποια μορφή στήριξης της κυβέρνησης η οποία να μπορεί να διαχωρίσει το συνολικό θεάρεστο έργο της από «μεμονωμένες ακραίες» πολιτικές πρακτικές όπως αυτή της πολιτικής επιστράτευσης. Ο κ. Σαμαράς δεν επιστράτευσε του εκπαιδευτικούς της Ο.Λ.Μ.Ε. ούτε επειδή ανησύχησε για τον νευρικό κλονισμό των υποψηφίων για τις πανελλαδικές ούτε επειδή φοβήθηκε για τη δυναμική που θα έπαιρνε η συγκεκριμένη, ούτως η άλλως αντιδημοφιλής, (με την βοήθεια των Μ.Μ.Ε.), κινητοποίηση. Χρησιμοποίησε αυτό το άκρως αντισυνταγματικό μέτρο για τρίτη συνεχή φορά ως επίδειξη πολιτικής πυγμής και ως παραδειγματισμό για όλες τις κοινωνικές κατηγορίες που πιθανά στο μέλλον να θελήσουν να διαμαρτυρηθούν. Η στήριξη της κυβέρνησης, ή η έλλειψή της, είναι πλέον συνυφασμένη και με τη συναίνεση προς αυτή την πρακτική ως μορφή διακυβέρνησης, ως το κοινά αποδεκτό μέτρο του τι είναι επιτρεπτό για αυτόν που ασκεί την εξουσία σε αυτή τη χώρα.

 Είναι εντυπωσιακό που μερικές φορές μοιάζει σαν μην βλέπουμε τις ενδεχομενικότητες που ανοίγονται διάπλατα για την ελληνική κοινωνία μπροστά στα μάτια μας. Μιας κοινωνίας, δηλαδή, που εις το εξής θα βρίσκεται διαρκώς υπό τη δαμόκλειο σπάθη του στρατιωτικού καταναγκασμού. Η υπεράσπιση σήμερα του δικαιώματος στη απεργία, στην διαδήλωση, στην κοινωνική διαμαρτυρία είναι κάτι παραπάνω από άσκηση φιλελεύθερων αντανακλαστικών εκ μέρους των πολιτών. Είναι πλέον ταυτισμένη με την αποκάλυψη των κοινωνικών ερείπιων που έχει αφήσει πίσω του το μνημόνιο και τα προγράμματα λιτότητας. Είναι ταυτισμένη με το δικαίωμα των πεινασμένων να πουν ότι πεινάνε. Η μερική, εκ περιστροφής και κατά περίπτωση υποστήριξη της σημερινής κυβέρνησης, ή πτυχών του έργου της «που ούτως ή άλλως έπρεπε να γίνουν», δυστυχώς για πολλούς, μας τελείωσε.