12182017Δευ
ΕνημέρωσηΠεμ, 09 Νοε 2017 11am

Όψεις - Απόψεις

Ο ΣΥΡΙΖΑ, αυτό το διεθνές ατύχημα

Το κόμμα της σημερινής αξιωματική αντιπολίτευσης, ο ΣΥΡΙΖΑ, παρουσιάζεται ομολογουμένως ως ένα παράδοξο πολιτικό φαινόμενο. Τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης τον αντιμετωπίζουν ως μια ελληνική ιδιαιτερότητα.

Ο συνηθισμένος συλλογισμός ακολουθεί την εξής πορεία. Η Ελλάδα, κατ’ εξαίρεση και σε αντίθεση με τις άλλες «αναπτυγμένες» δυτικές χώρες, βρίσκεται σε βαθειά ύφεση εξαιτίας των δομικών αδυναμιών της ελληνικής οικονομίας. Τα μέτρα δημοσιονομικής λιτότητας που την έχουν οδηγήσει στην ύφεση αποτελούν απαντήσεις σε ενδογενής αδυναμίες της χώρας. Η εθνική ιδιαιτερότητα των μέτρων και η κοινωνική αγανάκτηση που αυτά έχουν προκαλέσει έχουν κατ’ αντιστοιχία μορφοποιηθεί σε εθνικά μοναδικές πολιτικού τύπου αντιδράσεις όπως η ανάδειξη ενός νεοναζιστικού κόμματος σε σταθερού στοιχείου του πολιτικού συστήματος και η καθιέρωση μιας δράκας αλληλοσυγκρουόμενων γκρουπούσκουλων, του ΣΥΡΙΖΑ των συνιστωσών, στο ρόλο της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

            Σε αντίθεση με την παραπάνω συλλογιστική θα προσπαθήσω να επιχειρηματολογήσω ότι ο ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο δεν αποτελεί ένα αυστηρά εθνικό φαινόμενο, αλλά ότι, αντίθετα, η μέχρι τώρα επιτυχία του αποτελεί συμβάν με διεθνείς συνέπειες και ότι, αντιστοίχως, η όποια επιτυχία του η αποτυχία του εις το εξής θα είναι αναπόφευκτα και σημαίνουσα για τη διαμόρφωση του πολιτικού τοπίου τουλάχιστον σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.

            Ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί τέκνο του νεοφιλελευθερισμού. Οι πολιτικές διεργασίες της δεκαετίας τους ’90, η πτώση του τείχους και του ανατολικού μπλοκ και η εμπέδωση σε διεθνές επίπεδο των βασικών αρχών της ελεύθερης αγοράς μέσα από υπερεθνικούς θεσμούς όπως η Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο οδήγησαν στη διαμόρφωση ενός πολιτικού και οικονομικού περιβάλλοντος που αποκρυστάλλωνε ως φυσικότητες την αναγκαιότητα διευκόλυνσης της κινητικότητα των κεφαλαίων, την αενάως εντεινόμενη υποχρέωση των κυβερνήσεων για μείωση της παρεμβατικότητα του κράτους, τη συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας και την αντίληψη ότι το χαμηλό κόστος της εργασίας αποτελεί τον βασικότερο συντελεστή της όποιας οικονομικής ανταγωνιστικότητας. Σε αυτό το περιβάλλον, που σήμερα χαρακτηρίζεται διεθνώς ως νεοφιλελεύθερη συναίνεση, πραγματοποιείται την δεκαετία του ‘90 μια άνευ προηγουμένου ένταση της κινητικότητας του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου η οποία υποβοηθάτε και υποβοηθά την κινητικότητα των ίδιων των παραγωγικών επιχειρήσεων ανά τον πλανήτη. Η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, παιδί της παραπάνω συνθήκης, στο όνομα της φυσικότητας των αγοραίων θεσμών είχε αρχίσει να αποκρυσταλλώνει στο εκάστοτε εθνικό συγκείμενο τις παραπάνω πολιτικές κατευθύνσεις ήδη από τις αρχές τις δεκαετίας του ’80.

            Σε επίπεδο εθνικών πολιτικών θεσμών οι αντίστοιχες διεργασίες αποτυπώνονταν μέσα από μια διπλή διεργασία. Από τη μία παρατηρούταν η μεταφορά λειτουργιών του κράτους σε υπερεθνικούς θεσμούς. Έτσι, τα όρια άσκησης νομισματικής, τραπεζικής και δημοσιονομικής πολιτικής συρρικνώνονται για τα περισσότερα κράτη, ενώ στις περισσότερες περιπτώσεις ακόμα και η ίδια η τεχνογνωσία της νομοθετικής εξουσίας μεταβιβάζεται μέσα από διεθνώς ανακυκλούμενα best practices που συγκεντρώνονται και διαχέονται από υπερεθνικούς θεσμούς. Σε επίπεδο λειτουργίας του πολιτικού συστήματος οι σχετικές διεργασίας συνοδεύονταν από την υπέρσυγκέντρωση αρμοδιοτήτων της εκτελεστικής εξουσίας και την επακόλουθη σχάση μεταξύ των πρώην θεσμών της κοινωνίας των πολιτών, που συγκροτούσαν την νομιμοποιητική βάση της μεταπολεμικής αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, με τα κέντρα της εκτελεστικής εξουσίας (π.χ. η ένταση ανάμεσα στην ηγεσία των Άγγλων Εργατικών και της βάσης τους, των κυβερνήσεων Σρέντερ με τα γερμανικά συνδικάτα ή στα καθ’ ημάς του «βαθέως» ΠΑΣΟΚ με τις κυβερνήσεις Σημίτη).

            Η διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση εκδηλώνεται εντός του παραπάνω πολιτικού πλαισίου και εν μέρει εξαιτίας του. Η καθήλωση των μισθών και των κοινωνικών παροχών σε Ευρώπη και Αμερική στα επίπεδα των αρχών της δεκαετίας του ’90 με την συνακόλουθη διαρκή επέκταση των περιθωρίων λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος δημιουργούσε μια χρηματοπιστωτική φούσκα η οποία με τον ένα η με τον άλλο τρόπο (στην αρχή με τα στεγαστικά δάνεια της Αμερικής, στη συνέχεια με το τραπεζικό σύστημα παγκοσμίως και τέλος με το δημόσιο τομέα σε ευρωπαϊκό επίπεδο που απορρόφησε την κρίση του τραπεζικού τομέα) θα οδηγούσε στην κατάρρευση. Η ίδια η κρίση έθεσε επί τάπητος και υπό αμφισβήτηση την κυρίαρχη οικονομική ορθοδοξία, με την Αμερική και την Ιαπωνία να επιδιώκουν να ασκήσουν πληθωριστικές πολιτικές και την Ευρώπη, μέσα από τον συγκεκριμένο συσχετισμό εξουσίας εντός της, να επιμένει σε πολιτικές λιτότητας.

Ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί τέκνο του νεοφιλελευθερισμού, όπως προείπαμε, ακριβώς στο βαθμό που συγκροτείται ως διακριτό πολιτικό μόρφωμα στο γαλαξία της ελληνικής αριστεράς μέσα από την ανάδειξη της παραπάνω προβληματικής ως συνεκτικό στοιχείο της στρατηγική του. Η ελληνική αριστερά, όπως και η ευρωπαϊκή, αναζητούν από τα τέλη της δεκαετίας του ‘90 απαντήσεις στο υπαρξιακό τους αδιέξοδο μέσα από την επαφή με το αντιπαγκοσμιοποιητικό κίνημα και την ανάδειξη της υπεράσπισης των δημοκρατικών δικαιωμάτων από τη μια και των δημοσίων αγαθών από την άλλη ως κεντρικών επίδικων του κοινωνικού και πολιτικού ανταγωνισμού. Σε αυτόν τον προβληματισμό ο ΣΥΡΙΖΑ συμβαδίζει με πλήθος άλλων συνδικάτων, κινημάτων και πολιτικών σχηματισμών σε παγκόσμιο επίπεδο καθ’ όλη τη δεκαετία του 2000 και αλληλοτροφοδοτείται από αυτά.

Η ελληνική κρίση, η επιβολή των μνημονίων ως υποχρεωτικών πακέτων νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων σε αντάλλαγμα για την σύναψη δανειακών συμβάσεων για την αναχρηματοδότηση του υφιστάμενου δημόσιου χρέους και η συνακόλουθη ύφεση της ελληνικής οικονομίας, οδηγούν το ελληνικό πολιτικό σύστημα σε κατάρρευση. Σε αυτή την συγκυρία, με την ανεργία να εκτοξεύεται στα ύψη και την κρίση να ενδύεται το μανδύα μιας πολύμορφης ανθρωπιστικής πλέον καταστροφής, ο ΣΥΡΙΖΑ, με την τεχνογνωσία του στην συμμετοχή στα όποια κοινωνικά κινήματα, και άρα και στα «αντιμνημονιακά», αναδεικνύεται σε αξιωματική αντιπολίτευση. Αυτή όμως η εμπειρία δεν είναι με κανένα τρόπο αποκλειστικά εθνική, στο βαθμό που την Ελλάδα την ακολουθούν κι άλλες χώρες στον τρόπο με τον οποίο θα επιχειρήσουν να υπερβούν την κρίση μέσα από προγράμματα δημοσιονομικής προσαρμογής. Η εθνική ιδιαιτερότητα έγκειται στο timing, στη στιγμή, στην ένταση καθώς και στην υπέρ του δέοντος διαφθορά και ενδοτικότητα στις διεθνείς πιέσεις της κρατούσας, την στιγμή εκδήλωσης της κρίσης, ελληνικής πολιτικής ελίτ.

Από τη στιγμή εκδήλωσης της εκλογικής του επιτυχίας το παράδειγμα του είχε διεθνές αντίκτυπο. Εκτός από την στράτευση εκατοντάδων διανοουμένων, από μετριοπαθείς Κεϋνσιανούς, όπως ο Galbraith, μέχρι το jet set της παγκόσμιας ριζοσπαστικής σκέψης, όπως η Zizek και ο Badiou, που τοποθετήθηκαν στο πλευρό του, η επίδραση του ήταν καταλυτική και στο αριστερό φάσμα της πολιτικής βεντάλιας σε όλη την Ευρωπαϊκή Ήπειρο. Τα αριστερά κόμματα σε Πορτογαλία και Ισπανία, που αντιμετωπίζουν αντίστοιχα προγράμματα, αυτομάτως βγήκαν από το πολιτικό περιθώριο ενώ σε πολλές Ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Μ. Βρετανία, έχουν ξεκινήσει διεργασίες για τη δημιουργία εγχώριων κομματικών σχηματισμών με τα  φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά του ΣΥΡΙΖΑ.

Έτσι, είτε επειδή έτυχε είτε επειδή πέτυχε, η πολιτική σύγκρουση στην Ελλάδα αποτελεί σκηνή ενός παγκόσμιου δράματος. Ενός έργου, όμως, που δεν έχει ως σενάριο του την μάχη ενός μικρού λαού εναντίων των ξένων παρεμβάσεων και επιβουλών, αλλά την προσπάθεια για υπεράσπιση των κατακτήσεων του κράτους πρόνοιας και του κράτους δικαίου τουλάχιστον σε όλη την Ευρώπη, την προσπάθεια αντίστασης απέναντι στην υπέρμετρη ελευθερία του χρηματοπιστωτικού συστήματος και την προσπάθεια αμφισβήτησης σε μια ευρωπαϊκή χώρα της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας. Υπό αυτήν την έννοια ότι πετυχαίνει και ότι αποτυγχάνει ο ΣΥΡΙΖΑ έχει διεθνές αντίκτυπο και εμβέλεια. Σε περίπτωση, δε, ανάληψης κυβερνητικών ευθυνών η ικανότητα μιας αριστερής κυβέρνησης να εφαρμόζει βιώσιμες αναδιανεμητικές πολιτικές, να τονώσει το κράτος πρόνοιας και να εφευρίσκει λύσης σε πρακτικά προβλήματα εν μέσω ασφυκτικών διεθνών πιέσεων θα αποτελεί διαρκές υπόδειγμα προς αντιγραφή και διεθνή προβληματισμό. Εξάλλου, τα παραδείγματα των διαφορετικών ειδών μετά-νεοφιλελεύθερων κυβερνήσεων στη Λατινική Αμερική και του τρόπου με τον οποίο αυτές αλληλοτροφοδοτήθηκαν υποδεικνύουν ότι μια αλλαγή σελίδας πανευρωπαϊκά δεν θα αποτελούσε κάτι το ιστορικά ανεπανάληπτο.

Για εμάς όμως σήμερα στην Ελλάδα, με την επίγνωση της οικονομικής κατάρρευσης της χώρας και το ατομικό δράμα του κάθε πολίτη και της κάθε οικογένειας ξεχωριστά να μας βαραίνει, έχει τεράστια σημασία να αντιληφθούμε, ανεξάρτητα με το αν στηρίζουμε τον εν λόγω κομματικό σχηματισμό ή όχι, ότι το εγχείρημα ΣΥΡΙΖΑ κάθε άλλο παρά τοπική ιδιομορφία είναι. Η συμμετοχή σε αυτόν ή σε κινήματα που θέτουν στην ατζέντα τους μεταρρυθμιστικές προτεραιότητες του εν λόγω φορέα δεν συνιστά απλώς μια κομματική ευθυγράμμιση. Εξάλλου, αν κάτι απέδειξε η κρίση είναι ότι οι μορφές κομματικής εκπροσώπησης ως ανάθεση ή ως μηχανισμοί προώθησης εξατομικευμένων πελατειακών αιτημάτων έχουν περάσει ανεπίστρεπτοι. Εις το εξής, πάνω από το κατώφλι της πολιτικής, της οποίας ικανότητας δηλαδή να επηρεάζουμε συλλογικά τις ζωές μας, θα γράφει «συμμετοχή». Και μόνο δια της συμμετοχής αυτό το διεθνές ατύχημα, ο ΣΥΡΙΖΑ, έχει πιθανότητες επιτυχίας.