12152017Παρ
ΕνημέρωσηΠεμ, 09 Νοε 2017 11am

Όψεις - Απόψεις

Μηδενική ανοχή έναντι των οίκων

K024F01CNS60

Η Ελλάδα είναι η χώρα με το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό, μετά την Ισπανία, ιδιοκατοίκησης στην Ευρώπη. Η ιδιοκτησία της πρώτης κατοικίας, ως προέκταση της αγροτικής μικρό-ιδιοκτησίας, έχει τεράστιο ιστορικό βάθος στη χώρα μας.

Θεμελιώνεται μετεπαναστατικά, αναπαράγεται με της διανομές αγροτικού κλήρου στους μετανάστες από την Μικρά Ασία και μεταφέρεται στα αναδυόμενα αστικά κέντρα μεταπολεμικά μέσα από την αντιπαροχή. Αποτελεί κάτι παραπάνω από μια νομική σχέση στο βαθμό που γύρω από αυτήν γενεές επί γενεών προσάρμοζαν τις οικογενειακές τους στρατηγικές στην βάση της ικανότητας τους να αποκτήσουν ένα σπίτι.

Παράλληλα, ο θεσμός συνέχισε να ενισχύεται μέχρι πρόσφατα από το γεγονός ότι μέχρι και τη δεκαετία του ’90 η αγορά ακινήτων αποτελούσε την βασική μορφή κοινωνικής αποταμίευσης κα συσσώρευσης πλούτου για τα μικρομεσαία στρώματα.

Από τους έλληνες μετανάστες, που τη δεκαετία του ’60 επιστρέφοντας διέθεταν το συσσωρευμένο τους εισόδημα για να «βάλουν ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι τους», μέχρι την ίδια αυτή την ελληνική πολυκατοικία, ως συμμετοχικό εγχείρημα μιας οικογένειας και ενός μικροεργολάβου, η μικρο-ιδιοκτησία της γης κατέληξε να έχει αποτυπωθεί στο αστικό τοπίο της χώρας και στην αισθητική (ή έστω και ακαλαίσθητη) ιδιαιτερότητα των πόλεων μας.

            Κατά την περίοδο ηγεμόνευσης του νεοφιλελευθερισμού στην Ελλάδα, την περίοδο Σημίτη, βασικός κορμός της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής ήταν, εδώ όπως και αλλού, η απελευθέρωση του χρηματοπιστωτικού τομέα και η συνακόλουθη κατακόρυφη αύξηση του δανεισμού των νοικοκυριών. Βασικός κορμός του στην δική μας περίπτωση ήταν τα στεγαστικά δάνεια, καθώς και όλες οι παράλληλες μορφές καταναλωτικών δανείων, που αν και στις επίσημες στατιστικές δεν αποτυπώνονταν ως στεγαστικά (όπως τα επισκευαστικά δάνεια), αποτελούσαν το κέντρο μιας στρατηγικής που αποσκοπούσε στην αύξηση της κατανάλωσης χωρίς την συνακόλουθη αύξηση των πραγματικών εισοδημάτων.

Έτσι, η διεθνή χρηματοπιστωτική κρίση βρήκε την Ελλάδα με μια ανθούσα αγορά κατοικίας της οποίας τον δυναμισμό των κινητοποιούσαν η πιστωτική επέκταση των τραπεζών και το χαμηλό εργατικό κόστος στις κατασκευές.

            Κατά την έναρξη της κρίσης η αγορά κατοικίας, η οικοδομή και οι εργαζόμενοι της, αποτέλεσαν από τα πρώτα θύματα. Από το 2007 έως το 2011 ο κατασκευαστικός κλάδος παρουσίασε μείωση κατά 65%.

Η μείωση αυτή είχε ως αποτέλεσμα την υποχώρηση της απασχόλησης στον κλάδο από τα μέσα του 2007 έως τις αρχές του 2012 κατά 45,5%.

Έτσι, οι, κυρίως μετανάστες, εργαζόμενοι στις κατασκευές αποτέλεσαν και το στρώμα εκείνο της ελληνικής κοινωνίας που πρώτο αισθάνθηκε τις συνέπειες της κρίσης.

Σαν ναν μην έφταναν όμως τα παραπάνω, η ίδια η εσωτερική υποτίμηση της οικονομίας ως στρατηγική εξόδου από την κρίση και η αντίληψη των δανειστών και της Τρόικας ότι η οικονομικές και φοροδοτικές ικανότητες των ελλήνων δεν αποτυπώνονταν στις επίσημες στατιστικές, καθιστούσε σταδιακά την κατοικία ως βασική πηγή από την οποία θα αντλούταν οι επιπλέον φόροι.

Και αυτό την ίδια στιγμή που η πώληση κατοικίας είχε μεγαλύτερο κόστος για τον Έλληνα πωλητή από οποιαδήποτε άλλη χώρα στην Ευρώπη.

            Η σημερινή κυβέρνηση βρίσκεται αυτοπαγιδευμένη εντός του παραλογισμού της πολιτικής της. Το μεγαλύτερο μέρος των τελευταίων δόσεων, για την καταβολή των οποίων οι έλληνες φορολογούμενοι υποτίθεται ότι αφαιμάζονται φορολογικά, κατευθύνεται στην ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών.

Το βασικό όμως πρόβλημα των τραπεζών είναι τα στεγαστικά δάνεια τα οποία οι πολίτες δεν μπορούν να αποπληρώσουν εξαιτίας της υπερφορολόγησης και της εκτίναξης της ανεργίας που η ύφεση προκαλεί. Η απαγόρευση εκπλειστηριασμών πρώτης κατοικίας αποτέλεσε μία σταγόνα λαοφιλούς πολιτικής στον ωκεανό των αντικοινωνικών μέτρων κατά την έναρξη της κρίσης.

Σήμερα, πλέον, συνιστά μια βόμβα, οικονομική και πολιτική, στα θεμέλια της κυβέρνησης και του τραπεζικού συστήματος στο βαθμό που οι κυβερνώντες αρνούνται να εφαρμόσουν πραγματικά ριζοσπαστικά μέτρα. Σκοπός του οικονομικού επιτελείου της κυβέρνησης είναι, με την πρόφαση της προστασίας των πλέον αδύνατον στρωμάτων, να ξεκινήσει πιλοτικά την άρση των απαγορεύσεων, σαλαμοποιώντας τις όποιες κοινωνικές αντιδράσεις ως προστασία των «βολεμένων».

Η δικομματική ελπίζει ότι η ρύθμιση που εξασφαλίζει ότι αγορές κατοικίας σε αλλοδαπούς υπηκόους πάνω από 250.000 εξασφαλίζουν βίζα και το εντεινόμενο ενδιαφέρον για αγορά παραθεριστικής κατοικίας στην Ελλάδα από το εξωτερικό θα είναι αρκετά για την ανάσχεση μιας κατακόρυφης βουτιάς στις τιμές των ακινήτων που θα υπονόμευαν τα κεκτημένα της ανακεφαλαιοποίησης.

            Ανεξάρτητα όμως με όλα αυτά, η επίθεση στον θεσμό της ατομικής ιδιοκτησίας είναι ενδεικτική και κεντρικότατων επιλογών σχετικά με τους μετασχηματισμούς της ελληνικής κοινωνίας στις οποίες τα μνημόνια αποσκοπούν. Αν οι κυβερνήσεις έπαψαν να σέβονται την «ιερή αγελάδα» των μεσαίων στρωμάτων, το σπίτι, είναι απλούστατα γιατί δεν σκοπεύουν στην μελλοντικής τους αναπαραγωγή.

Και αντιστοίχως, αν όλοι αυτοί οι κοινωνικοί σεισμοί αναπόφευκτα οδηγούν σε νέες κοινωνικές αντιδράσεις με βάθος και διάρκεια, οι αντιδράσεις αυτές θα είναι απαραίτητα σημαδεμένες από αυτή την μικροαστική ταυτότητα που πλέον αισθάνεται και βρίσκεται υπό απειλή.