12122017Τρι
ΕνημέρωσηΠεμ, 09 Νοε 2017 11am

Η Συνέντευξη του Μήνα

Είναι δικαίωμα του κάθε καλλιτέχνη να αυτοπροσδιορίζεται και φυσικά δικαίωμα του κάθε θεατή να αποφαίνεται γι’ αυτό που βλέπει. Μιχάλης Βιρβαδάκης, ηθοποιός, σκηνοθέτης, θεατρικός δάσκαλος

DSC 0013
 MG 5671

Συνέντευξη Ματθαίος Φραντζεσκάκης

 Αν σου ζητούσα να αυτοπροσδιοριστείς ως θεατρικός δημιουργός, τι θα έλεγες για τον εαυτό σου;

Ότι ζω 34 χρόνια μέσα στο θέατρο όπως, ας πούμε, ένας Βεδουίνος στην έρημο…

Ποιοι θεωρείς ότι έχουν σημαδέψει τη θεατρική σκέψη σου;

 Ο Πέλος Κατσέλης, δάσκαλός μου, και λίγο αργότερα ο σκηνοθέτης Λευτέρης Βογιατζής που είχα την τύχη να συναντήσω στο δρόμο μου… Δυστυχώς ο άνθρωπος αυτός, ο μόνος ίσως δημιουργός με προσωπικό καλλιτεχνικό στίγμα υψηλής ποιότητος, δεν υπάρχει πια στη ζωή. Αυτό είναι κάτι που ακόμα δεν το έχω καταλάβει πώς έγινε… δεν είμαι καν σίγουρος ότι έγινε. Τώρα, η προσοχή μου είναι στραμμένη στο θέατρο εκτός Ελλάδος, μια και ό,τι γίνεται τα τελευταία χρόνια στον τόπο μας είναι λίγο πολύ μια απροκάλυπτη απομίμηση στοιχείων του Ευρωπαϊκού Θεάτρου και Ευρωπαίων δημιουργών. Προτιμώ λοιπόν να βλέπω το πρωτότυπο από το αντίγραφο.

 

Σε είχα ρωτήσει και παλιότερα, τι είναι αυτό που κάνει αυτούς τους ανθρώπους να χάνουν τις ώρες τους στο θέατρο;

 

Να χάνουν;! Δεν νομίζω πως οι άνθρωποι «χάνουν» την ώρα τους ασχολούμενοι με το θέατρο, είτε μιλάμε για τους ανθρώπους του θεάτρου, είτε για τους θεατές μιας παράστασης. Ξέρετε το θέατρο έχει μια ηλικία 3000 χρόνων τουλάχιστον. Οι άνθρωποι είναι εντελώς εφήμεροι μπροστά του, έρχονται και παρέρχονται, ενώ το θέατρο στέκεται πάντα εκεί και τους κοιτάζει που περνούν…

 

Έχουν δικαιωθεί οι λόγοι για τους οποίους επέστρεψες πριν δώδεκα χρόνια στα Χανιά ;

 

Αυτό θα το ξέρω όταν θα έχω πεθάνει. Προς το παρόν έχω ακόμα τη φιλοδοξία να σκηνοθετώ, να παίζω, να γράφω και να διδάσκω θέατρο.

 

Τα  χρόνια που λειτουργεί η Εταιρεία Θεάτρου «Μνήμη» αισθάνεσαι να έχει φέρει κόσμο πιο κοντά στο θέατρο;

 

Δεν το γνωρίζω. Κι ο λόγος είναι ότι «το πιο κοντά» εγώ το αισθάνομαι ως

μια εσωτερική διαδρομή αυτογνωσίας. Μέσα στον άνθρωπο. Καθένας το γνωρίζει για τον εαυτό του λοιπόν, είτε πρόκειται για ηθοποιούς που έχουν περάσει από τα χέρια μου, είτε για μαθητές μου, είτε ακόμα και για τους θεατές των παραστάσεών μου.  Καμιά φορά συναντώ στην πόλη ανθρώπους, όχι πολλούς, έναν-δυο το χρόνο, που με φανερή συγκίνηση μου λένε ένα δειλό «ευχαριστώ». Μου είναι αρκετό.

 

Ηθοποιός, δάσκαλος, σκηνοθέτης. Γιατί επιλέγεις τρεις ρόλους, για πολλούς, ξένοι μεταξύ τους, για να εκφραστείς;

 

Καταλαβαίνω πως κάποιος έξω από το χώρο του θεάτρου  μπορεί να μπερδεύεται και να βλέπει αυτά τα πράγματα σαν να ήταν διαφορετικά μεταξύ τους. Όμως αυτές οι δραστηριότητες ήταν πάντα ένα, πήγαζαν από το ίδιο ακριβώς ένστικτο μέσα στον δημιουργό. Ας πούμε, ο Αισχύλος έγραφε τραγωδίες, έπαιζε ο ίδιος σ’ αυτές και σκηνοθετούσε τους άλλους ηθοποιούς της εποχής του. Ο Μολιέρος το ίδιο. Δεν γίνεται πάντα κατ’ επιλογήν αυτό, μπορεί να γίνεται και από ανάγκη. Μακάρι να μπορούσα να δούλευα συγκεντρωμένος σε ένα πράγμα κάθε φορά. Όμως αρκετές φορές αναγκάζομαι να μοιράζομαι και σε άλλα πόστα προκειμένου να βγει η δουλειά σωστά. Πριν κάποια χρόνια, αν θυμάσαι, είχα αναθέσει σε μια συνεργάτιδά μου μία σκηνοθεσία…

 

Τι σημαίνει «κάνω τέχνη»; Μιλάμε για μια δραστηριότητα που αφορά τον δημιουργό;

 

Δεν ξέρω τι έχει στο κεφάλι του καθένας που λέει αυτή τη φράση. Υπάρχουν άνθρωποι που λένε κάτι τέτοιο, πηγαίνεις να δεις τη δουλειά τους και τραβάς τα μαλλιά σου μετά… Υπάρχουν κι άλλοι, σεμνότεροι, που χωρίς να το δηλώνουν, κάνουν σοβαρή τέχνη… Είναι δικαίωμα του κάθε καλλιτέχνη να αυτοπροσδιορίζεται και φυσικά δικαίωμα του κάθε θεατή να αποφαίνεται γι’ αυτό που βλέπει.

 

Το δημιούργημα; Τον αποδέκτη – θεατή;

 

Ρωτάς ίσως αν η καλλιτεχνική δημιουργία στο θέατρο πρέπει να λαμβάνει υπόψη της τον θεατή; Ήταν ανέκαθεν πολύ σύνθετο πρόβλημα η σχέση αυτή. Προσωπικά πιστεύω πως τα ζητήματα αυτά κρίνονται στην πράξη, από την αποτελεσματικότητά τους και μόνον. Εγώ όταν διαβάζω τον «Κύκλο με την κιμωλία» του Μπρεχτ δεν αισθάνομαι κανενός είδους «αποστασιοποίηση» όπως την εννοούσε εκείνος, συγκινούμαι μέχρι δακρύων… Και αντίθετα σε πολλά υποσχόμενα έργα δόκιμων, υποτίθεται, νεοελλήνων συγγραφέων νοιώθω τη μεγαλύτερη «αποστασιοποίηση» που μπορείς να φανταστείς, σκέτη θλίψη και παγωνιά ψυχής. Αλάσκα!

 

Η κρίση κατά πόσο επιδρά στον τρόπο που δρα η τέχνη;

 

Θες δεν θες, επιδρά. Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι αυτή η μελαγχολία μέσα στη ψυχή μας που δεν σηκώνεται να φύγει με τίποτα. Μετά από όσα έγιναν και γίνονται, από όσα αποκαλύφθηκαν για την κατασπατάληση του δημόσιου πλούτου της χώρας μας από ανθρώπους υπεράνω πάσης υποψίας, από κόμματα και πολιτικούς αρχηγούς υπεράνω υποψίας, έχει εγκατασταθεί μέσα μας ένα είδος αηδίας και καχυποψίας για το κάθε τι. Μας δηλητηρίασαν. Κάποιοι υποθήκευσαν το μέλλον μας για μερικές χιλιάδες ψήφους, μα αντιλαμβάνεστε το μέγεθος της κομπίνας;! Χρόνια, δεκαετίες απόλυτης αναξιοκρατίας και πελατειακών σχέσεων στο δημόσιο βίο της χώρας, πού αλλού θα κατέληγαν; Πρέπει να αποτινάξεις από μέσα σου τις αρνητικές σκέψεις που σε κατακλύζουν για να μπορέσεις να παίξεις, να σκηνοθετήσεις να διδάξεις…

 

Το θέατρο κινείται στους δρόμους του ή αφουγκράζεται την κοινωνία, τα προβλήματα και τις ανάγκες της;

 

 Οι δρόμοι του θεάτρου είναι οι δρόμοι της ζωής όλων μας. Ο Σαίξπηρ έλεγε πως σκοπός του θεάτρου είναι να στήσει έναν καθρέφτη μπροστά στη ζωή, να απεικονίσει τη ζωή. Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο σημαντικό είναι αυτό. Η λειτουργία της απεικόνισης! Ο θεατής αναγνωρίζει τον εαυτό του μέσα εκεί, σκέφτεται για τον εαυτό του και πιθανόν διορθώνει κάτι μέσα του, όπως διορθώνουμε τη χωρίστρα στο κεφάλι μας το πρωί, λίγο πριν βγούμε απ το σπίτι, με μια γρήγορη ματιά στον καθρέφτη του χωλ. Πιθανόν, θέλω να το πιστεύω αυτό… Βέβαια εκεί ακριβώς ξεκινάνε άλλα προβλήματα, γιατί κανείς δεν θέλει να παραδεχτεί την ασχήμια του μπροστά στον καθρέφτη. Πολλοί μάλιστα ενοχοποιούν τον καθρέφτη που τους δείχνει άσχημους αντί τους εαυτούς τους και τις αντιλήψεις τους. Όταν έγραψα για το θέατρο το έργο «Στην εθνική με τα μεγάλα» το 1997, όλοι, μετά την πρεμιέρα στο θέατρο του Βογιατζή, πέσανε να με κατασπαράξουν γιατί περιείχε σκηνές που δεν άρεσαν. Οι συνειρμοί και οι μεταφορές δεν κολάκευαν το περιούσιο εθνικό μας πρότυπο. Τη φιλαυτία του Έλληνα. Σήμερα, 16 χρόνια μετά, και μετά την αποκάλυψη των αιτίων της οικονομικής κατάντιας του τόπου, και κυρίως τον υβριστικό τρόπο που μίλησαν για μας οι ευρωπαίοι όταν κλήθηκαν να πληρώσουν τα σπασμένα, το λιγότερο που μπορώ να πω είναι πως το έργο αυτό, πιστέψτε με,  ήταν προφητικό!

 

Έχει παρεμβατικό ρόλο;

 

Εάν το αφήσουν να μιλήσει, βεβαίως έχει, πρέπει να έχει. Όμως όπως θα πρέπει να καταλάβατε ήδη, το θέατρο είναι επικίνδυνο παιχνίδι για τους κατέχοντες την εξουσία. Και δεν εννοώ την πολιτική εξουσία μόνον. Εννοώ ασφαλώς και την συντεχνιακή, τους αυτόκλητους πατρόνες του κλάδου. Βρίσκουν τρόπους να το ποδηγετούν. Έμμεσους τρόπους, πλάγιους, λοξούς, ώστε όλα να φαίνονται στην επιφάνεια ταχτοποιημένα και καθαρά. Άργησα κι εγώ να το καταλάβω ξέρετε…

 

Εντοπίζω μια ιδιαιτερότητα-πρωτοτυπία στα κείμενα που επιλέγεις για τις παραγωγές της  Εταιρείας Θεάτρου «Μνήμη». Ποια ανάγκη σε οδηγεί σ΄αυτό; 

 

Η μόνη ιδιαιτερότητα είναι πως προσπαθώ να βρω κείμενα που να ταιριάζουν στις απαιτήσεις και στην ιδιοσυγκρασία μου και να μην έχουν ξαναπαιχτεί στην Ελλάδα. Την έρευνα ρεπερτορίου την θεωρώ εκ των ων ουκ άνευ για ένα σοβαρό θεατρικό σχήμα. Απλώς εσείς παραξενεύεστε επειδή δεν έχετε την εικόνα της λειτουργίας σοβαρών θεατρικών οργανισμών. Μα μην κοιτάτε εδώ τι γίνεται, κοιτάξτε έξω στην Ευρώπη να δείτε πώς δουλεύουν τα θέατρα…

 

Επίσης διακρίνω και μια σταθερή συνάντηση με ποιητές …

 

Αυτό συμβαίνει πράγματι και συμβαίνει λόγω της ιδιοσυγκρασίας μου, όπως είπα και νωρίτερα. Η ποίηση ήταν πάντα μέσα στα ενδιαφέροντά μου, όσο θυμάμαι τον εαυτό μου έγραφα στίχους, λέξεις, ποιήματα, πεζά και μετά τα διάβαζα δυνατά, κλεισμένος στο δωμάτιό μου. Όταν έκανα τη θητεία μου στο πολεμικό ναυτικό το 1981-83, 26 μήνες παρακαλώ, 26 χαμένοι μήνες από τη ζωή μου, το μόνο μου κέρδος ήταν πως εκεί μέσα, εν ώρα βάρδιας, έγραψα το πρώτο μου θεατρικό έργο «Το φεγγάρι και η λίρα» που βραβεύτηκε αργότερα από το ΥΠ.ΠΟ. Βγήκε σαν μια οργανική αντίδραση απέναντι στην ασχήμια του μιλιταρισμού για να μπορέσω να κρατηθώ στη ζωή… σαν να ενεργοποιήθηκε μέσα μου δια της γραφής το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Και σήμερα, το λέω με ειλικρίνεια, αν με ρωτήσεις ποιες παραστάσεις ξεχωρίζω και αγαπώ απ όσες έκανα μέχρι τώρα, τις παραστάσεις των Χανιωτών ποιητών θα σου απαντήσω: Γιώργης Μανουσάκης, Αργύρης Χιόνης, Ελένη Μαρινάκη, Λεωνίδας Κακάρογλου…

 

Πώς θα τοποθετούσες την δουλειά σου σε σχέση  με την υπόλοιπη θεατρική δημιουργία στα Χανιά;

 

Έχεις σκεφτεί ποτέ πως κάθε άνθρωπος του θεάτρου κάνει κατ’ ουσίαν αυτό που μπορεί; Άσχετα αν λέει πως κάνει αυτό που ήθελε;  Ε, λοιπόν, κι εγώ κάνω αυτό που μπορώ.

 

Τι πρέπει να περιμένουμε από το θέατρο "Κυδωνία" στο μέλλον;

 

Παραστάσεις θεατρικών έργων, μαθήματα υποκριτικής σε 2 τάξεις ενδιαφερομένων μαθητών που άρχισαν ήδη και φυσικά κινηματογραφικές προβολές με ταινίες ποιότητος, σταθμούς του παγκόσμιου κινηματογράφου, από τον φίλο και συνοδοιπόρο ποιητή Λεωνίδα Κακάρογλου. Θα ακολουθήσουν σύντομα τα σχετικά Δελτία Τύπου.

 

Τι σημαίνουν τα Χανιά για εσάς; Πώς τα βλέπετε, πώς τα οραματίζεστε;

 

Είναι ο τόπος που γεννήθηκα και γι αυτό η ασχήμια του με πονάει, δεν μ’ αφήνει ανέγγιχτο. Το ποίημα του Γιώργη Μανουσάκη «Αμετακίνητος μετανάστης» το ξέρετε; Εκφράζει απόλυτα και τα δικά μου αισθήματα για την πόλη αυτή.

 

Η ματαιότητα των πραγμάτων …

 

Σε ένα από τα έργα που πρωτοσκηνοθέτησα, «Ο ναυτικός» του Φερνάντο Πεσσόα, μία από τις Αγρυπνούσες κοπέλες εξομολογείται στις άλλες κοπέλες μια σκέψη της, που επειδή είναι μάταιη τη βρίσκει όμορφη! Η διελκυστίνδα αυτή ανάμεσα στη  ματαιότητα και την ομορφιά στοίχειωσε όλη τη ζωή του μεγάλου αυτού δημιουργού της σύγχρονης λογοτεχνίας. Θυσίασε τη ζωή του χάριν της ποίησης! Όσο πιο μάταια είναι τα πράγματα, όσο δεν αποσκοπούν δηλαδή σε κάποιο, οποιοδήποτε, μετρήσιμο κέρδος, τόσο πιο όμορφα φαίνονται στη Σκέψη, εξιδανικεύονται.