12112017Δευ
ΕνημέρωσηΠεμ, 09 Νοε 2017 11am

Το Περιβόλι του Τρελού

Τουρισμός και Κρητικά Προϊόντα – Σοβαρός Δεσμός ή απλά Πλατωνικός Έρωτας;

SEL 5 - 119 - proionta aftodioikisi

«Εμείς κύριοι, δεν έχουμε καλό λάδι, έχουμε το καλύτερο λάδι στον κόσμο και αυτή είναι η διαφορά μας, σε σχέση με τις άλλες ελαιοπαραγωγούς περιοχές, σε όλον τον πλανήτη».

 

Η παραπάνω, επί λέξει, αναφορά του Ηλία Μαμαλάκη στο Κρητικό ελαιόλαδο και εν γένει τα Κρητικά προϊόντα, είναι μια από τις πολλές, είναι η αλήθεια, παραμέτρους του σημερινού μας θέματος, εντούτοις και η πιο σημαντική την ίδια στιγμή. Κι αυτό, γιατί αν θέταμε το δίλλημα του τίτλου σε ένα μικρό παιδί, μάλλον θα θεωρούσε ανούσιο ή περιττό το ερώτημα, αφού στο παιδικό του λεξιλόγιο, λογικά, δεν θα είχε εμπεδωθεί ακόμα η έννοια του «καθαρού κέρδους εκμετάλλευσης» ή αλλιώς του “gross operation profit” ως την πιο κρίσιμη χρηματοοικονομική διάσταση. Όμως, και επειδή τα ερωτήματα αυτά δυστυχώς αποτελούν μέριμνα των ενηλίκων(;) πάμε να ξετυλίξουμε και σήμερα το κουβάρι.

 

Τα Κρητικά προϊόντα, το ελαιόλαδο σε σχέση με το βούτυρο, το μέλι σε σχέση με τη ζάχαρη και τα σιρόπια, τα λαχανικά και τα όσπρια σε σχέση με τα burgers, τα φρούτα και οι ελιές σε σχέση με τα πατατάκια, οι ξηροί καρποί σε σχέση με τα βιομηχανικά σνακ, τα ντόπια νωπά κρέατα σε σχέση με τα εισαγόμενα και κατεψυγμένα, όλα δείχνουν να συνεχίζουν τη μάχη τους ενάντια στο μάρκετινγκ για μια πρόκριση στις καρδιές και τα «κελάρια» μας, εντούτοις στα επαγγελματικά μας ψυγεία δείχνουν να υπολείπονται κι ο βασικός λόγος, δεν είναι άλλος από το κόστος, απ’ την τιμή τους, κι εδώ αρχίζουν τα δύσκολα και τα δυσεπίλυτα.

 

Η Κρητική δίαιτα ως τρόπος ζωής αποτελούσε ένα ευρύτερο κύκλο, μια θεωρία ζωής με κοινωνικές, θρησκευτικές και πολιτισμικές προεκτάσεις, εντούτοις το επίκεντρό της – όσο μπορούμε να την γνωρίζουμε – ήταν η Κρητική Διατροφή με την αδιαμφισβήτητη ποιότητα των προϊόντων της Κρητικής γης. Τα στοιχεία αυτής της διατροφής αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από την εποχή της κλασσικής αρχαιότητας και της στρατιωτικής κυριαρχίας της Σπάρτης, έως και το 2ο παγκόσμιο πόλεμο και την έρευνα των επτά χωρών. Το μικροκλίμα, το έδαφος, ο νησιωτικός χαρακτήρας, ενδεχομένως όλα μαζί να «ευθύνονται» για αυτήν προϊοντική ανωτερότητα, εντούτοις υπάρχει μια ακόμα, ίσως η σημαντικότερη, λεπτομέρεια.

 

Ο Κρητικός κλήρος είναι μικρός σε μέγεθος, οικογενειακός, πολυκερματισμένος, μη μαζικός και ως εκ τούτου πολύ ποιοτικός. Δεν είναι τυχαίο ότι οι ελιές με τις οποίες ξεκινήσαμε την αναφορά μας, ελάχιστη διαφορά έχουν στην συγκομιδή τους από την εποχή του Ομήρου. Το ίδιο συμβαίνει με τα πορτοκάλια, τα σταφύλια και πολλά από τα κηπευτικά μας. Το «αντίτιμο» γι αυτήν την παραδοσιακή παραγωγή, διαβατήριο της καλής ποιότητας των προϊόντων είναι το υψηλό κόστος και κατά συνέπεια, η τιμή. Η μη επίτευξη οικονομιών κλίμακας επιβαρύνει την τελική τιμή όπως άλλωστε είναι λογικό, πράγμα αντίθετο με τις ελιές στην Ισπανία που μαζεύονται με μπουλντόζες και των ισραηλίτικων πορτοκαλιών, τα οποία επιτυγχάνουν εξαιρετικά χαμηλές τιμές, αλλά με ποιότητα εξαιρετικά αμφιλεγόμενη.

 

Για να γίνει εφικτό να υπερισχύσουν τα Κρητικά προϊόντα σε επίπεδο εμπορικότητας από τα φθηνότερα εισαγόμενα, θα πρέπει να γίνει αντιληπτή η προστιθέμενη αξία την οποία δίνουν τόσο στις αισθήσεις όσο και την υγεία μας. Ο ενημερωμένος καταναλωτής πρέπει να απαιτεί και να επιλέγει με βάση αυτό το κριτήριο πράγμα που θα οδηγήσει τον προμηθευτή να αγοράζει και να προσφέρει με την ίδια λογική. Πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι αυτό; Τόσο, όσο να γίνει η ετικέτα «Παραδοσιακό Κρητικό Προϊόν» σ’ όλες τις γλώσσες του κόσμου, ένα «πιστοποιητικό ποιότητας» το οποίο θα κατευθύνει καταναλωτές, προμηθευτές και αγορές. Τόσο οι ευθύνες της πολιτείας σε αυτό τον τομέα όσο και η αποτελεσματικότητά της δεν διεκδικούν δάφνες κι όσο αυτό αργεί, τόσο το ραντεβού με την κατανάλωση θα καθυστερεί.

 

Η «άλλη» προσπάθεια, να μειωθούν οι τιμές των Κρητικών προϊόντων θα ξεκινήσει μοιραία από την υποβάθμιση της ποιότητας αντιστρέφοντας το κύριο δεδομένο για τα Κρητικά προϊόντα, την ποιοτική ανωτερότητά τους. Δυστυχώς, αυτή η προσπάθεια έχει ξεκινήσει - σε ένα βαθμό - με τα φυτοφάρμακα, τις ζωοτροφές αμφιβόλου ποιότητας, την απομάκρυνση γενικά από τους παραδοσιακούς τρόπους παραγωγής. Αυτό δεν θα έχει κανένα αποτέλεσμα, πέραν του ότι ο καταναλωτής θα μπερδευτεί ανεπανόρθωτα. Το χειρότερο όμως είναι ότι τα Κρητικά Προϊόντα εξ’ ορισμού δεν θα μπορέσουν να ανταγωνιστούν τα εισαγόμενα στο «ρινγκ της τιμής» αφού τα κόστη τους θα είναι σχεδόν πάντα υψηλότερα από αυτά που προσφέρει ο τεράστιος, μη ποιοτικός, ευρωπαϊκός κλήρος.

 

Ο Τουρισμός σίγουρα αποτελεί σήμερα τη βαριά βιομηχανία της χώρας μας και παράλληλα ανανέωσε αυτή του την ιδιότητα τουλάχιστον μέχρι και το 2020, οπότε οι στόχοι μας για τους ξένους επισκέπτες, αναμένεται να φτάσουν έως το νούμερο των 20-22 εκατομμυρίων ανά έτος προσφέροντας «πεδίον δόξης λαμπρό» για το πολυπόθητο ραντεβού με τα Κρητικά προϊόντα. Παρόλα αυτά, και προϊόντος του χρόνου, ο Ελληνικός Τουρισμός δείχνει κι αυτός να γίνεται το ίδιο μαζικός, μια πραγματική βιομηχανία χαμηλού κόστους, φέρνοντας στο μυαλό μας αυτό που ξέρουμε πολύ καλά, ότι τίποτε μαζικά παραγόμενο δεν έχει υψηλή ποιότητα. Με το πλείστον των ξενοδόχων να είναι υπερδανεισμένοι και τις γνωστές συνέπειες της κρίσης, η ελαχιστοποίηση του κόστους είναι το ζητούμενο. Πληρώνοντας τα εισαγόμενα και αφήνοντας έξω από τους μπουφέδες και τα πρωινά μας τα Κρητικά προϊόντα, ουσιαστικά χορταίνουμε δαγκώνοντας το χέρι μας, εντούτοις οι τράπεζες έχουν βραχυπρόθεσμες απαιτήσεις κι αυτό κάνει αντίστοιχα ρηχές τις πολιτικές μας. Το βραχιολάκι του all inclusive θα βοηθήσει προς την ίδια κατεύθυνση και το ραντεβού των Κρητικών προϊόντων με τον Τουρισμό θα αναβληθεί ως την ώρα, «που βγαίνουν τα κουκιά».

 

Αν πραγματικά θέλουμε να συναντηθεί ο Τουρισμός με τα Κρητικά προϊόντα, αρχικά εντός και στο μέλλον εκτός Κρήτης, θα πρέπει η μπράντα «Κρητικό Προϊόν» να γίνει τόσο γνωστή  όσο ο Κρητικός ήλιος και να μας κάψει, πρώτα το μυαλό και μετά τις αισθήσεις. Παράλληλα, θα πρέπει και ο ίδιος ο χαρακτήρας του τουρισμού μας να ανακατευθυνθεί προς τον θεματικό, εναλλακτικό, μη μαζικό και συνεπώς ποιοτικό τουρισμό με προεξάρχοντα τον γαστρονομικό και αν γίνεται τον «Κρητικό Τουρισμό». Αυτό το τελευταίο, παρότι ακούγεται όνειρο, όχι μόνο θα αναβιώσει την Κρητική Γαστρονομία και θα προωθήσει τα Κρητικά Προϊόντα, αλλά και θα βοηθήσει στην αναβίωση του Κρητικού τρόπου ζωής, ενός μοντέλου ζωής βασισμένου εκτός από τα διατροφικά, σε μια σειρά περιηγητικά, θρησκευτικά και κοινωνικά πρότυπα, μια καθημερινότητα ευζωίας την οποία έχουμε λησμονήσει αφήνοντάς την απλή ιστορική αναφορά. Σκληρός ο καμβάς, δύσκολη η πλέξη, αλλά η ελπίδα πεθαίνει τελευταία, αρκεί η πολιτεία να κάνει αυτό που οφείλει και τότε ο Τουρισμός – και ενδεχομένως όχι μόνο – θα μπορεί να συναντηθεί, με τα Κρητικά προϊόντα.

 

                                                                                                             Κυριάκος Γ. Κώτσογλου

Μηχανικός Παραγωγής & Διοίκησης PhD