12162017Σαβ
ΕνημέρωσηΠεμ, 09 Νοε 2017 11am

Στήλη Άλατος

Φύλλο 120 - Δεκέμβριος 2013

Βρωμοδουλειά

     Το αφεντικό μου λέει ότι είναι μια δουλειά σαν όλες τις άλλες. Αυτό είναι εύκολο βέβαια να το λες, όταν κάθεσαι πίσω από ένα σένιο γραφειάκι και απαντάς στα τηλέφωνα, ενώ χαζεύεις τις τσόντες που έχεις κατεβάσει στον υπολογιστή σου. «Καθαρίζουμε τις βρωμοδουλειές των άλλων και πάμε στα σπιτάκια μας, ενώ το χρήμα μπαίνει κάθε πρώτη στο λογαριασμό μας». Ορκίστηκα στον εαυτό μου ότι θα παραιτηθώ την ίδια στιγμή που θα μου πει ότι προσφέρουμε και κοινωνικό έργο στην πολιτεία. Έχει και η μαλακία τα όριά της.

Ο τύπος ζει σε ένα παράλληλο σύμπαν φτιαγμένο από αλκοόλ και γυναίκες και είναι απολύτως σίγουρος ότι έχει πιάσει την ευτυχία απ΄τ΄αρχίδια. Τίποτα στο δικό μας πραγματικό σύμπαν δεν μπορεί να απειλήσει τη βεβαιότητά του αυτή. Είναι θαρρείς και η πραγματικότητα τον αποφεύγει. Στρίβει στη γωνία μόλις τον δει. Γλυστράει από πάνω του σαν τη βροχή στον ελέφαντα και σχηματίζει μικρές μεμψίμοιρες λιμνούλες στα πόδια του. Μπορώ τώρα πια να πω με βεβαιότητα ότι θα τον ζήλευα, αν δεν ήταν τόσο ηλίθιος, πέρα από κάθε γιατρειά. Βέβαια θα μπορούσε κάποιος να πει ότι μακάριοι οι ηλίθιοι, γιατί αυτοί θα κληρονομήσουνε τα πάντα. Και κάποιος άλλος να προσθέσει ότι αυτός ζει σε μια σπιταρόνα στην καλύτερη περιοχή της πόλης κι εσύ σε μια ημιυπόγεια τρύπα στη γειτονιά με τα πρεζόνια και τους μαχαιροβγάλτες. Ποιος είναι λοιπόν ο ηλιθιος; Όπερ έδει δείξαι, που έλεγε και ο μαθηματικός μου στο σχολείο.

   Το πρώτο σπίτι το καθάρισα προπαραμονές Χριστουγέννων, πριν τριάντα χρόνια περίπου. Ένας πατέρας και δύο κόρες. Χιόνιζε. Όταν έφτασα, ο Τζο ο μπάτσος ήταν στην αυλή διπλωμένος στα δύο κι έκανε εμετό σαν τρελός. Μέσα στο σπίτι αίμα παντού. Η γειτονιά είχε λαλήσει. Όπου κι αν κοιτούσες δημοσιογράφοι να ανακατεύουν και να ρωτάνε. Τέτοια άγρια φονικά ήταν τότε ακόμη σπάνια. Σήμερα έχουν γίνει ρουτίνα και κανείς σχεδόν δεν ασχολείται. Περιπολικά παντού, μπάτσοι να τρέχουν πάνω κάτω, οι ειδικοί, οι ακόμα πιο ειδικοί , οι επικεφαλείς των ειδικών, τα φλάς των δημοσιογράφων, οι περίεργοι γείτονες και τρία πτώματα στο παιδικό υπνοδωμάτιο. Άλλοι λέγανε ότι το έκανε η μητέρα, άλλοι ο εραστής της, οι σατανιστές, οι Ρώσοι κομμουνιστές, μπλέχτηκαν και οι εξωγήινοι στην υπόθεση από κάτι φυλλάδες της συμφοράς. Ένα μήνα μετά η υπόθεση είχε ξεχαστεί. Πλησίαζαν και οι εκλογές και γινόταν χαμός. Εγώ είχα φτάσει εξοπλισμένος μ’ ένα σκασμό χημικά, αρκετά για να σβήσουν απ’ το χάρτη ένα μικρό χωριό της Αφρικής ή της Ασίας ή όπου αλλού υπήρχε κίνδυνος για την ελευθερία και τη δημοκρατία. Δε μ’ άφησαν να μπω. Περίμενα έξι ώρες περίπου μέχρι η σήμανση να κάνει τη δουλειά της, να πάρει φωτογραφίες, δείγματα, να μετρήσει, να αναλύσει κι όλα τα σχετικά. Έκανε ένα κρύο του κερατά που νόμιζες ότι ξανάρθε η εποχή των παγετώνων. Περίμενα πίνοντας καφέ και καπνίζοντας μέσα στο φορτηγάκι. Χιόνιζε ασταμάτητα. Έπειτα είδα να τους παίρνουν με φορείο. Σκούρες κηλίδες στο μέρος του προσώπου, της κοιλιάς. Παντού. Πώς μπορεί κάποιος να κάνει κάτι τέτοιο σε μικρά παιδιά; Το αφεντικό μου τη μοναδική φορά που τον ρώτησα μου είπε γιατί όχι; Είναι τα πιο εύκολα θύματα. Δεν αντιστέκονται σχεδόν καθόλου. Το πρόβλημα είναι με τους ενήλικες. Αλλά αυτός δε μετράει. Είπαμε,  είναι γκράντ μαλάκας. Έπειτα μπήκα και καθάρισα τα αίματα. Το σπίτι έπρεπε να παραδοθεί έτοιμο την επόμενη μέρα. Η ζήτηση για στέγη στην περιοχή είχε χτυπήσει κόκκινο. Τέλειωσα μετά τα μεσάνυχτα. Ακόμα χιόνιζε. Είδα κι έπαθα να γυρίσω σπίτι μου. Το πρωί ήρθαν κάποια παιδιά να μου πουν τα κάλαντα. Δεν άνοιξα σε κανένα. Καθόμουν ξαπλωμένος στο κρεβάτι μου μ’ ένα μπουκάλι βότκα δίπλα μου κοιτώντας την υγρασία στο ταβάνι. Το μεσημέρι σηκώθηκα με το ζόρι κι έφαγα μερικά κρακεράκια. Έπειτα συνέχισα να πίνω και να καπνίζω μέχρι το βράδυ. Πολύ σκατά Χριστούγεννα. Από την άλλη όμως τι να πει κι ο πατέρας με τις δύο κόρες.

    Έπειτα από τριάντα χρόνια οποιοσδήποτε άλλος σε οποιαδήποτε άλλη δουλειά θα μετρούσε το παρελθόν του μέρα με τη μέρα. Θα είχε ίσως και κάποιες ευχάριστες αναμνήσεις. Το πιο πιθανό. Εγώ τη μετράω φόνο με το φόνο. Θα μπορούσε ΄κάποιος να πει ότι μετά από τόσα χρόνια θα ‘πρεπε να έχω συνηθίσει. Δεν ξέρω. Κάποιες νύχτες γυρνάω και κοιμάμαι σαν να μην τρέχει τίποτα. Σαν ζώο. Είμαι αθώος αυτού του αίματος, σκέφτομαι και κλείνω τα μάτια. Ο ύπνος με παίρνει σχεδόν αμέσως. Δεν ονειρεύομαι τίποτα. Ή κι αν ονειρεύομαι δεν το θυμάμαι. Σαν να μηδενίζει το κοντέρ και την επόμενη μέρα ξεκινάω ξανά. Υπάρχουν όμως και νύχτες που δε με πιάνει ύπνος με τίποτα. Όχι επειδή σκέφτομαι τους φόνους ή οτιδήποτε. Απλώς δεν μπορώ να κοιμηθώ. Ένα σκασμό υπνωτικά να πάρω – και πίστεψέ με το ‘ χω δοκιμάσει άπειρες φορές – και πάλι δε γίνεται τίποτα. Τέτοια βράδια τριγυρνάω στην κεντρική γέφυρα πάνω απο τον ποταμό. Στέκομαι με τις ώρες στην κουπαστή και σκέφτομαι να πηδήξω ή να μην πηδήξω. Στ΄αλήθεια το σκέφτομαι. Έπειτα όμως λέω ότι θα ‘ταν ωραίο να ζήσω μέχρι εκείνη τη μέρα που θα χρειστεί να καθαρίσω απο τα αίματα το σπίτι του αφεντικού μου. Το ξέρω πως κάτι τέτοιες σκέψεις είναι κακές. Ίσως και απαράδεκτες, θα μπορούσε να πει κάποιος, ποταπές. Και προσκυνώ την οξυδέρκειά σας και την ετοιμότητα του πνεύματος. Από κάτι τέτοιες σκέψεις όμως είναι που βγάζει το ψωμί του το αφεντικό μου. Στο κάτω κάτω δεν έχω πια πρόβλημα να το παραδεχτώ. Είμαι ανυπόφορα δειλός. Να, ορίστε αυτομαστιγώνομαι. Το ‘χω κάνει άπειρες φορές μόνος μου και τώρα μπροστά σας. Είμαι τόσο δειλός που μισώ τον ίδιο μου τον εαυτό,  αλλιώς δε θα ‘μενα τόσα χρόνια σ’ αυτήν τη δουλειά να καθαρίζω αίματα και ανθρώπινα περιττώματα από τους τοίχους και τα πατώματα με τόνους χημικά. Ο Τζο ο μπάτσος δεν ξερνάει πια στην αυλή. Έχει μεγαλώσει και το βλέμα του έχει γίνει γυάλινο. Διεκπεραιώνει τις υποθέσεις με επαγγελματική ψυχραιμία. Ο τελευταίος βοηθός που είχα έκλεβε μικρά αντικείμενα από τα σπίτια που καθαρίζαμε και τα πουλούσε σε δημοπρασίες στο e- bay. Αν είχαν λεκέδες από αυθεντικό αίμα έπιαναν καλύτερη τιμή. Πρόλαβε να κάνει μια μικρή περιουσία, πριν τον καταλάβει το αφεντικό μου και τον σουτάρει, αφού πρώτα έβαλε δυο τύπους να του σπάσουν και τα δύο πόδια σ’ ενα σκοτεινό στενό. Έγινε σούσουρο στην αστυνομία. Παρεμπόδιση αστυνομικής έρευνας, υπεξαίρεση υλικού και τα τοιαύτα. Η δουλειά κινδύνευε. Έπρεπε να μπουκωθούν πολλά στόματα με μπόλικο χρήμα.  Κυκλοφορεί απίστευτη τρέλα εκει έξω. Πριν από τρία χρόνια ένας τύπος που μακέλεψε μια οικογένεια έγραψε με αίμα στους τοίχους « για σένα Ρούντιθ» . Έτσι απλά. Σαν να έκανε δώρο στην γκόμεμά του ένα μπουκέτο από φόνους. Οι φυλλάδες το πήραν και το ‘ καναν θέμα. Δυο βδομάδες οι ψυχολόγοι λέγαν τα δικά τους.    Έπειτα, όπως ήταν φυσικό, κι άλλοι τον μιμήθηκαν. Ένας έγραψε στους τοίχους, η μοναξιά οδηγεί στην τρέλα. Και τι δε σκαρφίζεται ο άνθρωπος για να δικαιολογήσει το φόνο. Έτυχε να καθαρίσω εγώ αυτό το σπίτι. Πέτυχα τον κλασικό Τζο στη εξώπορτα.Κάπνιζε όπως πάντα ένα τσιγάρο. Καμιά φορά σκέφτομαι έτσι στ΄ αστεία ότι, αν ποτέ τον έβλεπα χωρίς ένα τσιγάρο σφηνωμένο στη μούρη του, δε θα τον αναγνώριζα.-Τα ίδια σκατά;  τον ρώτησα. -Τα ίδια, και λίγο χειρότερα ακόμη, μου απάντησε. -Έξω είναι το χάος, του είπα, έτσι για να κάνουμε λίγο κουβεντούλα. Με κοίταξε από πάνω ως κάτω, σαν να σκεφτόταν αν άξιζε τον κόπο να μου απαντήσει. –Έχεις λάθος ,φίλε, το χάος είναι έδω μέσα, μου είπε  κι ακούμπησε με το δάκτυλο τον κρόταφό του.

      Ο αιώνιος Τζο. Πριν τριάντα χρόνια ξερνούσε ακατασχέτως και τώρα φιλοσοφεί πάνω στα ανθρώπινα. Ο Τζο με τα πνευμόνια μαύρα από την πίσα. Σε πέντε χρόνια παίρνει σύνταξη και θα την αράξει σ ‘ένα ήρεμο νησί με τα δυο σκυλιά του. Ο Τζο που κάποια μέρα γυρνώντας απ’ το ψάρεμα θα χώσει ένα πιστόλι στο στόμα του και θα τινάξει τα μυαλά του στου τοίχους.

      Κι έπειτα θα πρέπει κάποιος σαν εμένα να καθαρίσει όλη αυτή τη βρωμοδουλειά.