Όψεις - Απόψεις

«Βιβλία», όπως λέμε «Ρέγγες»

Γράφει ο Μιχάλης Νικολακάκης

Είναι το βιβλίο ένα αντικείμενο με ιδιαίτερη πολιτιστική σημασία ή είναι ένα εμπόρευμα όπως όλα τα υπόλοιπα; Ο ΟΟΣΑ και η κυβέρνηση μας απαντάνε εμφατικά το δεύτερο.

Η «εργαλειοθήκη του ΟΟΣΑ» αποτελεί μια μεθοδολογία εντοπισμού της κοινής ανά κράτος νομοθεσίας, που διέπει τη λειτουργία της αγοράς σε επιλεγμένους κλάδους. Σκοπός της είναι η δημιουργία προτάσεων προς κυβερνήσεις, που αποσκοπούν στη σταδιακή απορρύθμιση των αγορών τους μέσα από την υιοθέτηση πρακτικών που έχουν εφαρμοστεί σε άλλες χώρες. Το ελληνικό Υπουργείο Ανάπτυξης συνεργάστηκε πέρυσι με τον Οργανισμό, ο οποίος στο τέλος του 2013 παρέδωσε ένα τελικό κείμενο προτάσεων για την ελληνική οικονομία. Χρησιμοποιώντας την παραπάνω μεθοδολογία, η ερευνητική ομάδα που εργαζόταν υπό τον ΟΟΣΑ, απομόνωσε 329 περιπτώσεις «κρατικών περιορισμών» στην ελληνική αγορά. Το σύνολο, ή μέρους αυτών των μεταρρυθμίσεων, αναμένεται, σύμφωνα με δηλώσεις του ίδιου του Υπουργού Ανάπτυξης, να κατατεθεί προς ψήφιση στη Βουλή τους πρώτους μήνες του 2014.

Στην περίπτωση της ελληνικής μελέτης του ΟΟΣΑ εντυπωσιακή είναι η λεπτομέρεια της περιγραφής στην έκθεση, καθώς οι ρυθμίσεις αφορούν από την λειτουργία της αγοράς του τούβλου μέχρι τους υγειονομικούς περιορισμούς κατά την πώληση ρυζόγαλου. Η κατεύθυνση των μεταρρυθμίσεων, αποδίδει με ακρίβεια τη νέα σχέση που οραματίζεται η σημερινή κυβέρνηση μεταξύ κράτους και ιδιωτικής οικονομίας. Ταυτόχρονα, όμως, η έκταση των μεταρρυθμίσεων που προτείνονται, προφανώς προδίδει και μια αδυναμία των εγχώριων διοικητικών υπηρεσιών να σχεδιάσουν και να εντοπίσουν δυνητικούς αναχρονισμούς στο νομοθετικό πλαίσιο που διέπει την εμπορία διαφορετικών προϊόντων, γεγονός που καθιστά και απαραίτητη την παρέμβαση ενός διεθνούς οργανισμού.

            Οι προτάσεις του ΟΟΣΑ δεν στηρίζονται σε κάποια ποσοτική αποτίμηση των συνεπειών της κάθε ρύθμισης. Δικαιολογούνται, αφετηριακά, στην υπόθεση ότι η συντονισμένη απορρύθμιση πολλών αγορών ταυτόχρονα, θα έχει θετική επίδραση επί της οικονομίας. Η έκθεση του διεθνούς οργανισμού εντοπίζει τους περιορισμούς που θέτει η υφιστάμενη νομοθεσία, χωρίς να αναφέρει τις ενδεχόμενες συνέπειες κάθε επιμέρους κλάδου, υποδεικνύοντας μόνο, όταν αυτά υπάρχουν, τα αποτελέσματα ανάλογων ρυθμίσεων σε άλλες χώρες.

            Τμήμα των προτεινόμενων αλλαγών, αποτελεί και η αναθεώρηση του θεσμικού πλαισίου που διέπει την αγορά του βιβλίου. Με τη σημερινή της μορφή, η «ενιαία τιμή του βιβλίου» κατοχυρώνει ότι κάθε νέα έκδοση έχει - κατά τα πρώτα 2 χρόνια «ζωής» της - την τιμή λιανικής πώλησης που ορίζει ο εκδότης, με περιθώριο έκπτωσης όχι μεγαλύτερο από 10%. Ο νόμος 2557/1997 με τον οποίο θεσμοθετήθηκε, υιοθετούσε τις βασικές αρχές του γαλλικού «νόμου Lang» που την δεκαετία του ’80 υιοθετήθηκε από τις περισσότερες «αναπτυγμένες» χώρες που συμμετέχουν στον ΟΟΣΑ. Στην αρχική του μορφή επιβάλλεται στην Γαλλία κατά την πρώτη περίοδο προεδρίας του Μιτεράν και στόχο έχει την προστασία τόσο της πολιτιστικής παραγωγής όσο και του μικρού γαλλικού βιβλιοπωλείου. Με το μέτρο, περιοριζόταν η ικανότητα μιας αλυσίδας να ρίξει τις τιμές των νέων δημοφιλών τίτλων μέσα από την μαζική αγορά μεγάλης ποσότητας στοκ. Με το ίδιο πνεύμα, νομοθετείται το μέτρο και στην Ελλάδα. Αποτέλεσμα αυτού είναι ότι, παρά το περιορισμένο αναγνωστικό κοινό, η ελληνική αγορά βιβλίου καταφέρνει σήμερα να συντηρεί πάνω από 900 εκδοτικούς οίκους και κοντά στα 1500 βιβλιοπωλεία.

Σύμφωνα με τον πρόεδρο της Ένωσης Ελληνικού Βιβλίου, η ενιαία τιμή του βιβλίου προστατεύει τα μικρά και ανεξάρτητα βιβλιοπωλεία, προάγει των πλουραλισμό των εκδόσεων, διατηρεί τις τιμές σε χαμηλά επίπεδα, προστατεύει τους καταναλωτές - και δη τους καταναλωτές με άνιση γεωγραφική πρόσβαση στις αγορές του βιβλίου - προστατεύει τον ανταγωνισμό μεταξύ μεγάλων και μικρών εκδοτικών οίκων και δεν επιτρέπει την αυτόματη αύξηση των τιμών της αγοράς στο σύνολό της.

Σύμφωνα με τον ίδιο η ανάσχεση του μέτρου στις περισσότερες αγγλοσαξονικές χώρες τη δεκαετία του ’90, είχε δραματικές συνέπειες τόσο για την ποικιλία των εκδόσεων όσο και για τα μικρά βιβλιοπωλεία με ιδιαίτερο θεματικό ή τοπικό χαρακτήρα.

            Αξίζει όμως να δούμε το σκεπτικό, με βάση το οποίο η έκθεση προτείνει την άρση του μέτρου. Αν και οι συντάκτες της αναγνωρίζουν την ιδιαίτερη πολιτιστική σημασία που έχει το βιβλίο ως αντικείμενο, η αγορά του βιβλίου κατά τους ίδιους δεν διαφέρει σε τίποτα από μια οποιαδήποτε άλλη. Με την υφιστάμενη μορφή της αγοράς βιβλίου στην Ελλάδα, δραστηριοποιούνται πλήθος οικονομικών δρώντων, οι οποίοι, υπό την προστασία του νόμου, μπορούν να συνεχίζουν να επιβιώνουν και με αυτόν τον τρόπο να αδιαφορούν, για την εισαγωγή καινοτομιών στην παραγωγή. Έτσι και οι παραγωγοί και οι πωλητές βιβλίων, συμβάλλουν και αυτοί με τον τρόπο τους στην τραγωδία της ελληνικής οικονομίας.

Παράλληλα, σύμφωνα με το σκεπτικό της έκθεσης, αν και ο περιορισμός στην τιμή του βιβλίου αρχικά αποσκοπούσε στην προστασία της ποικιλομορφίας των εκδόσεων μέσα από την ικανότητα που έδινε στους εκδοτικούς οίκους να μεταφέρουν τα έσοδα από δημοφιλείς τίτλους σε εκδόσεις με ιδιαίτερη πολιτισμική σημασία, οι μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι «κρύβονται» πίσω από τη ρύθμιση και διατηρούν υπερκέρδη εις βάρος των καταναλωτών. Εδώ η λογική είναι εντυπωσιακή. Η έκθεση επιτυχώς εντοπίζει την αναγκαιότητα υπεράσπισης της εγχώριας πολιτισμικής παραγωγής. Επιτυχώς υποδεικνύει την ανικανότητα του υφιστάμενου πλαισίου για να προωθήσει τον εκδοτικό πλουραλισμό και όταν ο καλόπιστος αναγνώστης περιμένει μια νέα ρύθμιση, που συνολικά θα διασφαλίζει την μεταφορά πόρων από τους δημοφιλείς τίτλους προς τις εκδόσεις με εξειδικευμένο ενδιαφέρον, οι συντάκτες προτείνουν να τα κάνουμε όλα «σώπατα».

Η ρύθμιση αυτή δεν αναμένεται μόνο να δώσει το τελικό χτύπημα στους μικρούς εκδοτικούς οίκους στη χώρα μας, αλλά, ακόμα χειρότερα, φαίνεται να καταδιώκει και το μικρό περιφερειακό βιβλιοπωλείο που, ακόμα και σε φιλελεύθερα φόρουμ όπως το TEDX, αναγνωρίζεται ως βασικός παράγοντας στην ανάδειξη του «τοπικού χρώματος» σε τουριστικούς προορισμούς. Είναι όμως και ενδεικτική ενός συγκεκριμένου μεταρρυθμιστικού πνεύματος που φλερτάρει με τη μεταφυσική. Οι αγορές θα απελευθερωθούν, η κατανάλωση θα ανέβει, οι επιχειρήσεις θα καινοτομήσουν και στη συνέχεια θα εξάγουν. Είναι αδιάφορο αν π.χ. οι εκδοτικοί οίκοι δεν γίνεται να εξάγουν εξαιτίας των περιορισμών που θέτει η ελληνική γλώσσα, είναι αδιάφορο αν τα βιβλία του Πάολο Κοέλο δεν μπορούν να έχουν το ίδιο αναγνωστικό κοινό με πραγματείες για την αρχαιοελληνική αρχιτεκτονική, είναι αδιάφορο αν η πρόσβαση για κάθε έλληνα πολίτη στα προϊόντα του πολιτισμού οφείλει να διέπεται από ένα πλαίσιο σχετικής ισότητας. Ο πολιτισμός, όπως και το ψωμί, τα κάγκελα, οι νεροτσουλήθρες και οι ρέγγες, είναι ομόλογα εμπορεύματα που η διαφορετικότητα στις συνθήκες πώλησής τους είναι, κατά την σημερινή διοικούσα πολιτική ελίτ, μια από τις ρίζες της κρίσης της ελληνικής οικονομίας.