12162017Σαβ
ΕνημέρωσηΠεμ, 09 Νοε 2017 11am

Εστιάζοντας...

ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ. ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ. Απόηχοι μιας έκθεσης.

amalia KOTSAKI
eik 3
eik 1

Γράφει η Αμαλία Κωτσάκη*

 Πριν από ενάμισυ περίπου χρόνο, στο ξεκίνημα της προσπάθειας για την οργάνωση της έκθεσης  ΚΡΗΤΗ 1913-2013 ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ και ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΑ μετά την Ένωση παρουσιάζεται μέχρι τις 15 Φεβρουαρίου 2014  στην Δημοτική Πινακοθήκη Χανίων, ήταν σχεδόν αδιανόητο για τους συνεργάτες μου και εμένα,  να φανταστούμε το πλήθος των εμπειριών που αυτή θα μας επιφύλασσε.  Ανάμεσά τους, σημαντικότερη για μένα πέραν της αμιγούς ερευνητικής στάθηκε η επικοινωνία με τους επισκέπτες που είχα τη χαρά να ξεναγήσω. Εμπειρία αποκαλυπτική, ανέδειξε ότι εκείνο το οποίο πρυτάνευε ανάμεσα στα ενδιαφέροντα του κοινού ήταν η πολιτική διάσταση της αρχιτεκτονικής και στάθηκε  αφορμή για τη διατύπωση παρακάτω κάποιων απόψεων, καρπών μακρόχρονης ενασχόλησής μου με το θέμα.

     Όπως φάνηκε και στην έκθεση, είναι σημαντικός ο αριθμός των αρχιτεκτονικών έργων, που έχουν μετουσιώσει ιδεολογικούς στόχους σε εθνική δημιουργία και συχνά χαρακτηρίζονται ως σταθμοί στην ιστορία της αρχιτεκτονικής. Ποιες είναι όμως οι προϋποθέσεις για την ανάπτυξη γόνιμου διαλόγου ανάμεσα στην αρχιτεκτονική και στην εξουσία;

       Η ανάπτυξη τη σχέσης ανάμεσα στην αρχιτεκτονική, την πόλη και την εξουσία θα μπορούσαμε απλουστευτικά να θεωρήσουμε ότι βασίζεται σε τουλάχιστον τρείς προϋποθέσεις:

-       την εμπλουτισμένη πολιτική καλλιέργεια και εμπειρία των ηγετών που θα κατανοήσουν ότι η αρχιτεκτονική είναι ένα από τα μέσα που μπορούν να καταστήσουν τους πολιτικούς τους  στόχους σαφείς.

-       την ικανότητα των αρχιτεκτόνων να διαγνώσουν τις αρχιτεκτονικές απαιτήσεις των πολιτικών και να τις μετουσιώσουν σε αρχιτεκτονική πράξη.

-       την καλλιέργεια των πολιτών που θα κατανοήσουν το πολιτικό μήνυμα του αρχιτεκτονικού έργου.

     Δύσκολα μπορούμε να εντοπίσουμε περιπτώσεις πολιτικών στη σύγχρονη Ελλάδα, που διέθεταν σημαντική καλλιέργεια τέτοιου τύπου. Η σχέση που ανέπτυξε ένας μικρός αριθμός τους (Ελευθέριος Βενιζέλος, Αλέξανδρος Παπαναστασίου, Κωνστ. Καραμανλής)  με τη αρχιτεκτονική βασιζόταν πιθανώς σε μια επιφανειακή μίμηση πρακτικών ευρωπαϊκής προέλευσης, στις κοινωνικές σχέσεις που ανέπτυσσαν με αρχιτέκτονες ιδεολογικούς υποστηρικτές τους και σίγουρα προέκυψε ως αποτέλεσμα ορθής διοίκησης. Μέχρι σήμερα σημάδια προόδου για την ανάπτυξη αυτής της καλλιέργειας δεν θα μπορέσουμε να διακρίνουμε.

     Όσον αφορά στο ευρύ κοινό, ειδικά τα τελευταία χρόνια, την «επιμόρφωσή» του έχουν αναλάβει τα ΜΜΕ με αποτέλεσμα η αρχιτεκτονική να ταυτίζεται με το life style, πολύ μακράν της αναζήτησης πολιτικών και κοινωνικών νοημάτων.

      Οι προϋποθέσεις για την ανάπτυξη γόνιμης σχέσης ανάμεσα στους αρχιτέκτονες και την εκάστοτε πολιτική ηγεσία εμφανίζουν διμερώς δυσκολίες.

      Η περίοδος του μεσοπολέμου στην Ελλάδα, αλλά και στην Κρήτη ειδικότερα, όπως γίνεται φανερό και στην έκθεση, είναι μια εποχή που ο διάλογος ανάμεσα στην αρχιτεκτονική και την εξουσία μπορεί να χαρακτηριστεί γόνιμος ειδικότερα στο πεδίο των προγραμμάτων ανέγερσης κτηρίων κοινής ωφελείας (πχ: τα σχολεία του ’30, οι προσφυγικές κατοικίες ή τα προπολεμικά νοσοκομεία). Είναι η εποχή που η πολιτική ηγεσία δεν δίστασε να εμπιστευθεί δημόσιες υπηρεσίες και θα παραχθούν εντός δημοσίου τομέα κτήρια που ικανοποιούν και τους δύο στόχους: μεταφορά του πολιτικού μηνύματος για ενίσχυση του Κράτους Προνοίας και προώθηση της αρχιτεκτονικής με πρωτοποριακά κτήρια - σταθμούς στη νεοελληνική αρχιτεκτονική.

    Μεταπολεμικά, την δεκαετία του 1960, η επιλογή της τεχνικής υπηρεσίας του ΕΟΤ για να στηρίξει τον τουρισμό, όπου ανάμεσα σε άλλους αξιόλογους αρχιτέκτονες χρημάτισε προϊστάμενος και ο Άρης Κωνσταντινίδης, απεδείχθη αλάνθαστη. Το επιβεβαιώνουν τα Ξενία. Η Κρήτη ευτύχησε να αποκτήσει κάποια από τα σημαντικότερα δείγματα αυτής της προσπάθειας.   Αρχιτεκτονική αξιώσεων και ταυτόχρονα ξεκάθαρη έκφραση του πολιτικού μηνύματος: ο τουρισμός ως ένας από τους κύριους μοχλούς οικονομικής ανάπτυξης και εκσυγχρονισμού.

 

    Μετά τη μεταπολίτευση του 1973, τη σκυτάλη θα πάρει η τοπική αυτοδιοίκηση ως πεδίο ανάπτυξης αυτής της σχέσης μέσω των αρχιτεκτονικών διαγωνισμών που θα προκηρύξει για δημαρχεία και πολιτιστικά κέντρα. Η αρχιτεκτονική θα εκφράσει τον επαναπροσδιορισμένο ρόλο της τοπικής αυτοδιοίκησης με τις συμμετοχικές διαδικασίες να πρυτανεύουν και πρoτείνει κτήρια οικεία στον πολίτη, που εκφράζουν ακριβώς αυτή τη μεταστροφή. Στην Κρήτη όπως και στις περισσότερες περιπτώσεις στον ελληνικό χώρο είναι πολύ λίγες οι περιπτώσεις που ο διάλογος πολιτικής και αρχιτεκτονικής δεν σταμάτησε στην απονομή των βραβείων, αλλά κάποιες φορές προχώρησε στην υλοποίηση σημαντικών  έργων όπως για παράδειγμα το Πολιτιστικό Κέντρο στο Ηράκλειο (αρχιτέκτονες Τ. & Δ. Μπίρης, Π. Κόκκορης) ή το Δημαρχείο Γεωργιούπολης (αρχιτέκτονες Α. Κλειδωνάς, Ν. Κρόκος, Γ. Παπαγιαννόπουλος) .

     Σε κάθε περίπτωση πάντως από τις αρχές του 20ου αιώνα μέχρι σήμερα, στις περισσότερες περιπτώσεις, η πολιτική εκμετάλλευση της αρχιτεκτονικής  περιορίζεται στην παραγωγή μεγαλεπήβολων σχεδίων και προπλασμάτων  που παραμένουν ανεκτέλεστα και  χρησιμοποιούνται ειδικότερα προεκλογικά για λόγους εντυπωσιασμού.

         Στην αυγή του 21ου αιώνα  ο επαναπροσδιορισμός αξιών, ζητουμένων και επιδιώξεων στο πεδίο της αρχιτεκτονικής αλλά και της πολιτικής είναι κάτι παραπάνω από βέβαιος με την οικονομική κρίση να τον επιτείνει. Παρόλα αυτά, προθέσεις για διερεύνησή του δεν διαφαίνονται. Η δημόσια αρχιτεκτονική θα εξακολουθεί να τονώνει το κοινωνικό φρόνημα. Στο όνομα του ενδιαφέροντος που προκαλεί ο σχεδιασμός της, ποιό από τα ενδιαφερόμενα μέρη θα επωμισθεί το βάρος της διερεύνησης των διαύλων επικοινωνίας; Ο κλήρος μάλλον πέφτει στους αρχιτέκτονες. 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

* Η Αμαλία Κωτσάκη, δρ αρχιτέκτων ΕΜΠ, επίκουρη καθηγήτρια Αρχιτεκτονικής Σχολής Πολυτεχνείου Κρήτης.