Όψεις - Απόψεις

Ο ΣΥΡΙΖΑ και το μέλλον «μιας μεγάλης αυταπάτης»

Το 1996 o Tony Judt, ιστορικός των ιδεών, μαχητικός σοσιαλδημοκράτης και οριακά αντικομουνιστής, ολοκλήρωνε το βιβλίο του, με τίτλο «Μια μεγάλη αυταπάτη; Ένα δοκίμιο για την Ευρώπη». Αντικείμενό του αποτελούσε το μέλλον που διαγραφόταν για την Ε.Ο.Κ. μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου. Κεντρική του ιδέα, η οποία στη συνέχεια αποτέλεσε τη βάση για το μνημειώδες έργο για την μεταπολεμική ευρωπαϊκή ιστορία «Μετά τον Πόλεμο», ήταν ότι η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα συνεχόταν ως πολιτικό εγχείρημα ως μια μετάβαση σε ένα ανώτερο διεθνικό επίπεδο άσκησης της εξουσίας του κράτους πρόνοιας.

 Κατά τον Άγγλο ιστορικό, η Ευρώπη, γεωγραφική ενότητα εντός της οποίας είχε γεννηθεί η μορφή των σύγχρονων κρατών, ενοποιούταν ιδεολογικά από την ιδέα ότι αποτελεί τον εγγυητή του κοινωνικού κράτους. Η παράδοση αυτή μπορούσε να αναπτυχθεί μόνο σε κοινωνίες που οι πολίτες είχαν ιστορικά αναπτύξει υψηλά επίπεδα σεβασμού απέναντι στο κράτος και στους δημόσιους θεσμούς, έτσι ώστε να εμπιστεύονται την ανταποδοτική σχέση μεταξύ της υψηλής φορολογίας επί των εισοδημάτων και της ικανότητας του κράτους να προσφέρει υψηλής ποιότητας κοινωνικές παροχές. Αυτό κατέστησε την Ε.Ο.Κ., μετέπειτα Ε.Ε., θελκτική στους λαούς του Μεσογειακού νότου, αρχικά, και της Ανατολικής Ευρώπης, στη συνέχεια, και το ίδιο συνέχισε να συμβολίζει,  ακόμα και τη δεκαετία του ’90, όταν ακόμη δεν είχαν καταστεί σαφή τα όρια της συνθήκης του Μάαστριχτ και των περιορισμών που επέβαλε στην ικανότητα των κρατών-μελών να ασκούν κοινωνική πολιτική.

Ταυτόχρονα, όμως, σύμφωνα με τον Judt, η θελκτικότητα αυτή της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και η τάση της να ενσωματώνει νέες χώρες αναπόφευκτα θα οδηγούσε στην υπονόμευση του όλου εγχειρήματος. Και αυτό γιατί, η ιδέα μιας ενοποιημένης οικονομικής κοινότητας δεν μπορούσε να είναι βιώσιμη παρά μόνο υπό συνθήκες σχετικής ισομερούς οικονομικής ανάπτυξης. Η προοπτική αυτή υπονομευόταν, όσο εκχωρούταν από αδύναμα οικονομικά κράτη τα παραδοσιακά εργαλεία άσκησης οικονομικής πολιτικής, όπως τα περιθώρια δημιουργίας ελλειμματικών προϋπολογισμών και αργότερα η ικανότητα άσκησης νομισματικής πολιτικής. Εν κατακλείδι, λοιπόν, συμπέρανε ο Judt, η Ευρώπη-προστάτης του κοινωνικού κράτους ήταν καταδικασμένη να αυτοϋπονομεύεται από τον ίδιο της το μύθο.

Έκτοτε πολύ νερό έτρεξε στο αυλάκι της ευρωπαϊκής οικοδόμησης. Η Ε.Ε. ενσωμάτωσε νέες χώρες, δημιούργησε το ευρώ, άσκησε 20 χρόνια διαρκούς νομοθέτησης που ενοποίησαν σε πολλά πεδία τα διαφορετικά νομικά συστήματα των μελών της. Πάνω από όλα όμως, έκτοτε, η καθολική σημασία του κράτους πρόνοιας ως θεμέλιου λίθου για την συνοχή και την κοινωνική συναίνεση στις ευρωπαϊκές κοινωνίες αμφισβητήθηκε από τον νεοφιλελευθερισμό.

Στο νεκροκρέβατό του πια, ο Judt, το 2008, υπαγορεύοντας το τελευταίο του βιβλίο με τίτλο «Τα δεινά που μαστίζουν τη χώρα», νοσταλγούσε μια μακρινή εποχή στην οποία τα καλά εθνικά κράτη έχοντας την εμπιστοσύνη των πολιτών τους εισέρχονταν στην νεωτερικότητα με όχημα το δημόσιο τομέα. Οι σιδηρόδρομοι, οι περίοπτες αστικές αναπλάσεις, τα καθολικά συστήματα υγείας και παιδείας αποτελούσαν στο μυαλό του Άγγλου ιστορικού χαμένες ουτοπίες που μόνο μέσα από την αίγλη τους θα μπορούσε η Ενωμένη Ευρώπη να διατηρήσει το μύθο της. Έτσι, στην αρχή της κρίσης του 2008, ο Judt, περιγράφοντας την πολιτική του τοποθέτηση πλέον, ως αυτή του σοσιαλοδημοκρατικού ευρωπεσιμισμού, παρατηρούσε ότι η Ε.Ε. συστηματικά υπονόμευε τις πηγές της όποιας νομιμοποίησης της.

 

Αν και ο Judt ήταν μάλλον υπερβολικά ρομαντικός σχετικά με το ένδοξο ευρωπαϊκό μεταπολεμικό παρελθόν, η κριτική του, ακόμη και στην απαρχή της κρίσης, είχε ένα επίκαιρο περιεχόμενο. Αν η Ε.Ε. δεν έπαυε να λειτουργεί ως πολιορκητικό κριός του κράτους πρόνοιας του εκάστοτε εθνικού κράτους θα ήταν αναπόφευκτα παγιδευμένη σε ένα αδιέξοδο. Κάθε βήμα εκδημοκρατισμού της θα ήταν καταδικασμένο να απελευθερώνει κύματα ευρωσκεπτικισμού, είτε με τη μορφή εγκλίσεων υπεράσπισης του έθνους κράτους στο όνομα της όποιας «εθνικής καθαρότητας», είτε με τη μορφή του αιτήματος ανάκτησης εκ μέρους του εκάστοτε κυρίαρχου λαού της ικανότητας της κυβέρνησής του να ασκεί αυτόνομη οικονομική πολιτική.

 

Υπό αυτό το πρίσμα, ο ρόλος των θεσμών και των λειτουργιών της Ε.Ε. εν μέσω κρίσης ήταν κάτι παραπάνω από προβληματικός: στην πραγματικότητα ήταν αυτοκαταστροφικός. Με την έναρξη της οικονομικής κρίσης, η Ε.Ε. άφησε τα κράτη-μέλη της να διαχειριστούν αυτόνομα τα προβλήματα χρέους που αντιμετώπιζαν, παρόλο που τα ίδια στερούνταν των εργαλείων για την αντιμετώπισή τους. Όταν πλέον είχε καταστεί σαφές ότι αυτή η προσέγγιση είχε φτάσει στα όριά της, επέλεξε να τα βοηθήσει με αντάλλαγμα την προώθηση των πιο δυσβάστακτων δημοσιονομικών μέτρων που έχει δει ποτέ ευρωπαϊκός λαός. Στην Ισπανία, στην Πορτογαλία, στην Ιρλανδία και, κυρίως, στην Ελλάδα προσφέρθηκαν προγράμματα διαχείρισης της κρίσης δημοσίους χρέους τα οποία δίδονταν κυριολεκτικά σε αντάλλαγμα του συνόλου της εργασιακής νομοθεσίας και του κοινωνικού κράτους. «Να σε κάψω Γιάννη μου, να σ’ αλείψω λάδι», δηλαδή…

 

Στην περίπτωση της Ελλάδας, η ιστορία αυτή είχε ακόμα πιο τραγελαφικές πτυχές, καθώς το κόμμα που αντιμαχόταν μεταπολιτευτικά την ένταξη της χώρας στην τότε Ε.Ο.Κ., το Π.Α.Σ.Ο.Κ., ήταν αυτό που αρχικά ενέταξε τη χώρα στο καθεστώς των μνημονίων. Η ελληνική αριστερά είχε αναπτύξει έναν έντονα κριτικό λόγο απέναντι στην προοπτική της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης, ήδη πριν από την εποχή της Χούντα. Αυτός ο αριστερός ευρωσκεπτικισμός έγινε κυρίαρχος μέσα στο μεταπολιτευτικό πολιτικό κλίμα, στα τέλη του ’70. Το Π.Α.Σ.Ο.Κ. υιοθέτησε ευκαιριακά αυτή την κριτική και όταν έγινε κυβέρνηση, το 1981, παρουσιάστηκε να διαπραγματεύεται με του εταίρους τους όρους της ενσωμάτωσης της χώρας στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Η υπόθεση σχετικά με το «Μνημόνιο αναφορικά με τη σχέση της Ελλάδας με την Ευρωπαϊκή Κοινότητα» του 1982 είναι ενδεικτική. Ένα κράτος μέλος της Ε.Ε., η Ελλάδα, διατυπώνει επιφυλάξεις για την επίδραση που θα έχει στην οικονομία της η ένταξή του στη κοινή αγορά και κερδίζει, ύστερα από διαπραγματεύσεις, παράταση μέχρι την πλήρη ενσωμάτωσή του και αυξημένους κοινοτικούς πόρους.

 

Σήμερα, όμως, ένα τέτοιο ενδεχόμενο είναι έξω από την φιλοσοφία και τη λογική των ευρωπαϊκών θεσμών. Οι σημερινές ευρωπαϊκές ελίτ διστάζουν να προχωρήσουν σε μέτρα ανάσχεσης των περιφερειακών ανισοτήτων, όπως το ευρωομόλογο ή η αύξηση του κοινοτικού προϋπολογισμού και αρνούνται να θεσπίσουν μέτρα που να εξισορροπούν προς τα πάνω τα επίπεδα ζωής και τα επίπεδα παροχών των διαφορετικών κοινωνικών κρατών. Με αυτό τον τρόπο καταστούν το πρόσταγμα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης ένα ανέφικτο και υπό κατάρρευση εγχείρημα.

 

Και έτσι τα φέρνουν οι καιροί και οι άνθρωποι, ώστε φτάσαμε σήμερα σε ένα σημείο σύμφωνα με το οποίο και η διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης έχει προχωρήσει και το μέλλον της διαγράφεται με εξαιρετικά μελανά χρώματα. Και από αυτό το σημείο δεν υπάρχει διέξοδος, παρά μόνο μέσα από ένα πολιτικό πρόσταγμα μετασχηματισμού της Ευρώπης, το οποίο όμως κανείς δεν είναι διατεθειμένος να προφέρει παρά μόνο αυτοί οι λαοί που έχουν πληγεί περισσότερο από την κρίση και από τους τρόπους και τις διαδρομές που επέλεξε η Ευρώπη για να την αντιμετωπίσει. Και φτάνει έτσι η στιγμή κατά την οποία η «ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας» παραμένει κενό γράμμα καθώς ο μόνος ευρωπαϊκός λόγος είναι η μεταφορά ενός τοπίου κοινωνικής καταστροφής στα ευρωπαϊκά σαλόνια. Αυτή τη στιγμή, η μόνη σου εθνική ιδιαιτερότητα δεν είναι το «αίμα» και η «φυλή» και οι «αρχαίοι ημών πρόγονοι», παρά μια φωνή αγωνίας και ένα αίτημα αλλαγής.

 

Η υποψηφιότητα του Τσίπρα για την προεδρία της ευρωπαϊκής επιτροπής εκφράζει αυτό ακριβώς το τελευταίο. Και κάτι ακόμα. Με την υποψηφιότητα του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ είναι η πρώτη φορά στην μεταπολεμική ιστορία της χώρας που η σχέση μας με τη Δύση δεν είναι αυτή μιας εθνικής προσπάθειας διαπραγμάτευσης με τους «κουτόφραγκους», αλλά ένα αίτημα που διεκδικεί και αυτό τον ίδιο τον μετασχηματισμό του «άλλου»: της ίδιας της Ευρώπης.