04292017Σαβ
ΕνημέρωσηΤετ, 12 Απρ 2017 9am

Σημειώσεις... από το Περίπτερο

«Μη μ’ αφήσεις να χαθώ»

mi mafiseis na xatho

Γράφει ο Παύλος Κάγιος

 Κοντεύουν τρεις μήνες που κυκλοφορεί το πέμπτο μυθιστόρημά μου και η ανταπόκριση που έχει κι όσα άκουσα να μου λένε γι αυτό οι πρώτοι, άγνωστοί μου, αναγνώστες, με κάνει να νιώθω μέσα μου πως δεν μένει  ανεπίδοτο γράμμα η αγωνία της ψυχής μου τα τέσσερα χρόνια που το έγραφα να εκφράσω μέσα σε αυτό το λόγο, να κάνω έναν απολογισμό «των πεπραγμένων»  της  γενιάς  της Μεταπολίτευσης, της δικιάς  μου γενιάς…

«Μη μ΄αφήσεις να χαθώ» μου είπε η μάνα μου το 2010, αλλά ύστερα από λίγες μέρες έφυγε από τη ζωή. Πρόλαβε όμως, να δει την ιστορία της ζωή της –και του πατέρα μου…-  να ζωντανεύει στο προηγούμενο  βιβλίο μου. Στη μνήμη της μάνας μου, της μούσας της ζωής μου, έχω αφιερωμένο αυτό το βιβλίο μου.

«Είσαι το αχ στην πνοή μου/Μέσα στο κοίταγμά σου αποκτώ νόημα/ Σπέρνω τη ζωή μου στο μέτωπό σου/Είσαι το φυλακτό μου στην ανυπαρξία μου/Το μέλλον μου έχει το όραμά σου» γράφει ο Δημήτρης στην Άννα… Κι όμως, αυτός την προδίδει για έναν απαγορευμένο έρωτα που θα το πληρώσει πολύ ακριβά μιας και τα επόμενα χρόνια θα την εκλιπαρεί :«Μη μ’ αφήσεις να χαθώ»… Αυτά στα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου που αρχίζει το 1973 και φτάνει μέχρι σήμερα όπου η ίδια η Ελλάδα θαρρείς και φωνάζει «Μη μ’ αφήσεις να χαθώ»…  

Τα πρώτα χρόνια μετά  την Μεταπολίτευση του ΄74, ήταν χρόνια αθωότητας, αγώνων, πάθους, αλλά και κρυμμένων, από τους ίδιους τους  εαυτούς μας,  μυστικών –όπως και των ηρώων...  Μετά ήρθε η ενηλικίωση και τα χρόνια της ευθύνης που αρκετοί από μας τα τραβήξαμε με βερμπαλιστική και βολική ανευθυνότητα.  Αυτά τα 40 χρόνια που είναι τα πιο ώριμα και συνειδητά της ζωής μου, ξεδιπλώνονται στο «Μη μ΄ αφήσεις να χαθώ». Μέσα τους είμαι εγώ και η δικιά μου Ελλάδα  όπως έχει περάσει στη μνήμη μου. Σαράντα χρόνια που κύλησαν σα νερό. Επειδή όμως, «το νερό έχει μνήμη», όπως λέει κι ένας ήρωας του μυθιστορήματος, θέλησα αυτό το βιβλίο να είναι το ψυχογράφημα μιας εποχής και να  αναδύει τη ρέουσα μνήμη της ψυχής μου.

«Επέστρεψες για να με ανασύρεις από το κώμα» λέει ο Δημήτρης στην Άννα… Άραγε, υπάρχει κάποιος που να μπορεί να ανασύρει από το κώμα την ελληνική κοινωνία; 

 Νιώθω λες και  επί σαράντα χρόνια «ζωγραφίζαμε» ένα πορτραίτο που –δυστυχώς…-  τα αποκαλυπτήριά του έγιναν το 2010 όταν ξέσπασε η κρίση. Από κείνη  τη χρονιά  άρχισε να  ξεδιπλώνεται μπροστά μας ο λογαριασμός των πράξεών μας....Τα χρόνια που έγραφα το βιβλίο μου, αυτές οι  δεκαετίες  της Μεταπολίτευσης έρχονταν στο νου μου λες και τις ζήσαμε σαν να ήμασταν   διχασμένες  προσωπικότητες, προσπαθώντας να συνταιριάξουμε τα αταίριαστα –και μέσα μας και γύρω μας. Τη φτώχεια με την καλοπέραση και τον ξαφνικό «πλούτο», την ηθική με την ανηθικότητα, τον ελεύθερο έρωτα με τις οικογενειακές παραδόσεις, την αγάπη με το συμφέρον, την επανάσταση με την συντήρηση, την πολιτική ανατροπή με το βόλεμα, τον αληθινό εαυτό μας με το φτιαχτό κοινωνικό μας προφίλ.  Ένα παιχνίδι που από ένα σημείο και μετά, ιδίως μετά το 1981,  νομίζω ότι έγινε  η δεύτερη φύση μας και  το παίζαμε για να γίνουμε «πετυχημένοι», άκαρδοι, ξιπασμένοι.

 Ήρωες του βιβλίου είμαι εγώ,  κι ο κόσμος που έζησα –εμείς, θέλω να πιστεύω.  Τα όνειρα μας, οι αγώνες μας, οι αλήθειες και τα ψέματά μας, οι συμβιβασμοί μας και τα λάθη  μας. Δεν ήθελα να χαρίζεται σε κανένα μας η ιστορία, αλλά, δεν ήθελα να ρίχνει και  «ανάθεμα» σε κανένα. Μιλάει με αγάπη για τους ήρωες  του και για τη  χώρα μας που είχαμε όνειρα πολλά μα χαθήκαμε στα γρανάζια της διαπλοκής, της υποκρισίας, του συμφέροντος, της διαφθοράς… Γι αυτό και παραδοθήκαμε αμαχητί στους ξένους που εισβάλανε με …ορμή  το 2010.  Από τότε, έχουμε ντυθεί την αγωνία του πότε θα πυροβολήσουν και ζούμε πανικόβλητοι, όπως και οι ήρωες του βιβλίου…

«Ζω πολλές ζωές /Η καθεμιά μοναδική/ Όλες οι ζωές δεν είναι δικές μου/ Πεθαίνω πολλές φορές /Κάθε φορά μοναδικά/ Όλοι οι θάνατοι είναι δικοί μου» συλλογίζεται ο Δημήτρης όταν έρχεται το πλήρωμα το χρόνου…  

Και μέσα από το Δημήτρη, αισθάνομαι κι εγώ πως  όσο κι αν φωνάζουμε: ΜΗ Μ’ ΑΦΗΣΕΙΣ ΝΑ  ΧΑΘΩ η αλήθεια και το ψέμα, είμαστε εμείς.  Μόνο αν τολμήσουμε να  ψάξουμε να βρούμε τον  λησμονημένο μας  εαυτό και τις  ξεχασμένες αλήθειες μας μπορεί να μη χαθούμε… 

Όλο το μυθιστόρημα, είναι γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο… Όλοι οι ήρωες μιλάνε σε πρώτο πρόσωπο, όλοι είναι πρωταγωνιστές της ζωής  τους. Όλοι  έχουνε –έχουμε- μερίδιο ευθύνης  για τη σημερινή Ελλάδα… Η ιστορία του βιβλίου αρχίζει τη μέρα της  Μεταπολίτευσης του 1974, περιγράφει τα μυστικά και τα ψέματα μιας παρέας εφήβων φίλων,  των παιδιών τους, των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, των  λεγόμενων «δημοκρατικών δυνάμεων», όλων των πολιτικών παρατάξεων. Ενός λαού  που έμαθε –ή τον μάθανε…-  να συναλλάσσεται.  Όλοι οι ήρωες είναι «προοδευτικοί», έτσι, όπως αυτοαποκαλούμασταν όλοι οι αριστεροί , και πεπεισμένοι  ότι δεν φέρουν καμία ευθύνη για την σημερινή Ελλάδα της κρίσης- κι ας  ήταν, ως γνωστό, χωμένοι σε πολλά κέντρα αποφάσεων….

Μέσα στις σελίδες του ζωντανεύει η Ελλάδα των 40 τελευταίων χρόνων και των πράξεών μας που οδήγησαν τη χώρα κι εμάς  στην αιχμαλωσία των τραπεζών και των τοκογλύφων… Δικό μας  έργο είναι αυτό… 

Φαίνεται, όμως , πως ακόμα, έχουμε πολύ δρόμο για να καταλάβουμε πως :«Για να σωθείς /Πρέπει πρώτα να χαθείς / Για να γελάσεις /Πρέπει πρώτα να κλάψεις / Για να ζητάς τα ρέστα/ Πρέπει πρώτα να πληρώσεις / Για ν’ αναστηθείς/ Πρέπει πρώτα να πεθάνεις / Μόνο οι βρυκόλακες και η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνουν»…