08242017Πεμ
ΕνημέρωσηΣαβ, 13 Μαϊ 2017 10am

Το Περιβόλι του Τρελού

Μπορούν οι Κοινωνίες να Ζήσουν χωρίς Ελπίδα;

stef7

Σε μία από τις περιπέτειες του Αστερίξ, ο ήρωας μαζί με τον Οβελίξ, έχουν βγει για κυνήγι αγριογούρουνων. Ίσως είναι λίγο περίεργο, αλλά ποτέ δεν κυνηγούν κάτι άλλο, εκτός ελαχίστων περιπτώσεων (βλ. «Το Μεγάλο Ταξίδι»). Καθώς προχωρούν στο υπέροχο δάσος με τα πλατάνια, τις οξιές, τις καστανιές, τα σκιουράκια, τα πουλιά, τα υπόλοιπα ζώα, τα μικρά ποταμάκια και τα καταπληκτικά ξέφωτα, όλη η φύση δεν ανησυχεί εκτός, από τους Ρωμαίους και τα αγριογούρουνα…

 Εντελώς κατά τύχη, εκεί κοντά μια εχθρική περίπολος περπατάει στα ακροδάχτυλα μην τους συναντήσει και λίγο παραπέρα δυο συμπαθή από τα προαναφερθέντα τετράποδα γευματίζουν. Το ένα, επιβεβαιώνει με τη συμπεριφορά του, την ονομασία του. Αριβίστας, αλαζόνας, στα όρια της αναισθησίας απολαμβάνει με βουλιμία ότι του προφέρει η φύση με τα γνωστά του γρυλίσματα. Το άλλο είναι πιο προσεκτικό και επιφυλακτικό, γευματίζει στα όρια του τρόμου, ανόρεκτο, σχεδόν από υποχρέωση. Όταν το πρώτο το ρωτάει με περισσή αφέλεια το λόγο, αυτό εκνευρισμένα του απαντάει «…γιατί είμαι ο τελευταίος μιας πολυμελούς αγέλης που έγινε ψητή από τους τρελούς αυτού του χωριού!». Καθώς οι συγγραφείς μεταφράζουν τις γουρουνοσυνομιλίες, προς χάριν των αναγνωστών, ο Αστερίξ και ο Οβελίξ τις ακούν και άξαφνα, υποψήφιοι θύτες και θύματα βρίσκονται πρόσωπο με πρόσωπο! «Το φαγητό μας…» ανακράζουν οι πρώτοι, «οι τρελοί…» τα δεύτερα κι αρχίζουν όλοι, να τρέχουν μανιασμένα. Σούβλες μπαίνουν στο μυαλό των Γαλατών, να χάνουν την πηχτή τους αισθάνονται τα αγριογούρουνα, όμως σαν από θαύμα, η καταδίωξη τους οδηγεί πάνω στην περίπολο των Ρωμαίων. «Οι τρελοί…» διαπιστώνουν έντρομοι οι στρατιώτες, «οι Ρωμαίοι» ουρλιάζουν οι Γαλάτες και η σύγκριση, ακόμα και με τα αγριογούρουνα, αποδεικνύεται άνιση. Μετά από λίγο οι Ρωμαίοι μαζεύουν τα κομμάτια τους, τα αγριογούρουνα ανακουφίζονται, για αυτή τη φορά τουλάχιστον, και οι φίλοι μας συνεχίζουν το κυνήγι, αλλού. Ο Καίσαρας δε, ενημερώνεται ότι, οι Γαλάτες έχουν εκπαιδεύσει ορδές άγριων ζώων, οι οποίες και τους οδηγούν, στα στρατεύματά του.

 

Όσο κι αν ακούγεται ιερόσυλο θα παραβάλουμε την ιστορία μας με δυο Ελληνικά αποφθέγματα, για την Ελπίδα. «Η ελπίδα είναι το μόνο καλό που είναι κοινό σ' όλους τους ανθρώπους. Κι εκείνοι ακόμα που δεν έχουν τίποτα την κατέχουν…» είπε, ο Θαλής ο Μιλήσιος στο πρώτο και «Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβούμαι τίποτα, είμαι λέφτερος…» ο Νίκος Καζαντζάκης, στο δεύτερο. Ορθολογισμός ή βαθύς στοχασμός, ευλογία ή αφορισμός, θρησκευτικότητα ή αίρεση κι εν τέλει μισογεμάτο ή μισοάδειο ποτήρι, το νόημα είναι το ίδιο, η οπτική όμως αλλάζει, κι αυτή θα μας βοηθήσει για να απαντήσουμε στο φιλοσοφικό ερώτημα που θέτει η φυλλάδα και θα ‘πρεπε να απαντάει η Βαρβάρα!

 

Είναι πράγματι η Ελπίδα, η κοινή τροφός όλων των ανθρώπων, η απάντησή τους στην απελπισία, εκείνη που κάνει το ανέλπιστο πραγματοποιήσιμο, αυτή που συνεχίζει να υπάρχει ακόμα κι όταν όλα έχουν χαθεί. Είναι αυτή που κάνει τον κάθε πονεμένο να ανακουφίζεται, που γεμίζει τις ψυχές με ευφορία, που κάνει την επόμενη μέρα να μοιάζει καλύτερη έστω κι αν πρόκειται να είναι πολύ χειρότερη. Είναι η ίδια, που έκανε παρέα στον Tom Hanks όταν έφτιαχνε τη σχεδία του στο «Ναυαγό», στον Ευκλείδη όταν έψαχνε την απόδειξη στο θεώρημά του, στον Μανώλη τον Ανδρόνικο όταν έψαχνε για τον τάφο του Φιλίππου, στο Γιάννη τον Κλωνιζάκη όταν πάλευε για την Δημοκρατία, είναι «Το όνειρο κάθε ξύπνιου…» όπως είπε ο Αριστοτέλης, είναι αυτή που κάνει κάποιον, χωρίς καμιά διάκριση, να έχει ευτυχισμένες στιγμές τόσο στον πόλεμο όσο και στην ειρήνη.

 

Αν όμως ισχύουν τα παραπάνω, ο Καζαντζάκης ήταν μηδενιστής; Τι είδους ελευθερία ήταν εκείνη που ένοιωθε, αν δεν είχε ελπίδα; Τι φώλιαζε στην ψυχή του κάθε φορά που ήταν υποψήφιος για το βραβείο Νόμπελ; Μήπως, τόσο αυτός όσο και όλοι οι παραπάνω, επώνυμοι και ανώνυμοι ελπίζοντες, εκτός από την ελπίδα είχαν σύντροφό τους και την απελπισία; Και άραγε, πόσο συχνά σου συμβαίνει εκείνο που δεν ελπίζεις και τελικά, χάνεις εκείνο που ήλπιζες; Ανάμεσα στα αποφθέγματα – αφορισμοί για την ελπίδα, την πιο μεγάλη εντύπωση μου έκανε αυτό του Δημήτριου Καμπούρογλου που είπε ότι «…Αι ελπίδες χαϊδεύουν μίαν καταστροφήν, όπως τα χορταράκια ένα ερείπιον…». Όσο γεμάτη είναι η πλευρά των ελπιζόντων, άλλοι τόσοι κατοικούν στην πλευρά που δηλώνει μέσω του Νίτσε, ότι «…η Ελπίδα είναι το χειρότερο κακό γιατί παρατείνει τον πόνο των ανθρώπων». Κι όσο παραμένει το ερώτημα του τι θα γινόταν με τον πόνο χωρίς αυτήν, τόσο θα συνεχίζουν οι λόγιες αναφορές του Παναγιώτη Κονδύλη ότι, «… η ελπίδα και ο φόβος δεν αφήνουν να κατανοήσει ο άνθρωπος την πραγματική διάσταση των γεγονότων». Είναι βέβαιο ότι «…η Ελπίδα κάνει μια έρημο να μοιάζει όμορφη με την προσδοκία ότι στην επόμενη στροφή είναι η όαση και το πηγάδι» (Antoine de Saint-Exupéry), αλλά από την άλλη είναι τόσο καλό δόλωμα που καλύπτει κάθε αγκίστρι με τον τέλειο τρόπο. Ο πλαστογράφος της αλήθειας;

 

Θυμάμαι μια τραγική όσο και πραγματική ιστορία μιας ηρωικής μητέρας, εγώ την λέω «η πιο καλή μαμά του κόσμου», που προσπαθούσε να εκδώσει οικοδομική άδεια και να πάρει εργατικό δάνειο για να χτίσει ένα σπίτι, υπόσχεση στο γιό της ο οποίος έπασχε από Μεσογειακή αναιμία. Όταν πήρε την αδειοδότηση, την ίδια μέρα έμαθα ότι κλείνει ο οργανισμός εργατικής κατοικίας (Ο.Ε.Κ.). Πήγα κρυφά και ρώτησα για κείνη, με πληροφόρησαν ότι όλα τα εγκεκριμένα δάνεια είχαν ακυρωθεί. Ένοιωσα συντριβή, δεν τόλμησα να της το πω ευθέως, προσπάθησα να την προϊδεάσω, αλλά η ίδια μου είπε με αφοπλιστική ειλικρίνεια, «Κυριάκο μου, σήμερα δεν την ξοδεύω τη χαρά μου, αύριο βλέπουμε…». Η άδεια βγήκε, το δάνειο χάθηκε, το σπίτι δεν φτιάχτηκε, το παιδί της έφυγε… Άραγε, πόσο συχνά σου συμβαίνει εκείνο που δεν ελπίζεις και τελικά, χάνεις εκείνο που ήλπιζες; Πόσες φορές τα αγριογούρουνα την έχουν γλιτώσει και πόσες φορές αλήθεια, οι Γαλάτες έδειραν Ρωμαίους; Μπορεί κανείς να μου πει γιατί μας αρέσει τόσο ο Αστερίξ; Ίσως, αυτή η ανέλπιστη ελπίδα.

 

Όσο κι αν οι στοχαστές, μέσα από τους αιώνες, μπορούν να δουν την «αρμονική συνύπαρξη» Ελπίδας και Απελπισίας και ως ατομικές συνειδήσεις μπορούν να την κριτικάρουν ή και να την αναθεματίσουν, οι κοινωνίες και οι «άνθρωποι της διπλανής πόρτας» που τις αποτελούν, δε μπορούν να ζήσουν χωρίς την Ελπίδα. Ακόμα και μαθηματικά να αποδειχθεί ότι η Ελπίδα είναι μια ψευδαίσθηση της πραγματικότητας, θα συνεχίζουν να ονομάζουν τις Στρατιωτικές Σχολές τους «Ευελπίδων» και τους απόφοιτους Ευέλπιδες. Ακόμα κι αν ένας γλάρος σκεφτεί ότι μπορεί να ζήσει χωρίς σαρδέλες, όλοι οι άλλοι θα συνεχίσουν ν’ ακολουθάνε την τράτα. Θα συνεχίσει να φυτρώνει στα στήθια των  πολιορκημένων κι αυτοί θα νοιώθουν ελεύθεροι, θα στέλνει Λακεδαιμόνιους στις Θερμές Πύλες, θα δίνει πίστη ότι «πάλι με χρόνια με καιρούς, πάλι δικά μας θα ‘ναι», θα κάνει δεκάχρονα παιδιά να διανύουν χιλιόμετρα μέχρι τα σύνορα και να ξαναγυρνούν για μια καλύτερη πατρίδα, θα κάνει όλους εμάς να παλεύουμε, με την απελπισία. Για τους απλούς ανθρώπους, γιατί αυτοί είναι οι κοινωνίες, η ελπίδα είναι σύμφυτη με τη ζωή. Είναι αυτή που πεθαίνει τελευταία αλλά κι αυτό δε μπορούμε ποτέ να το επιβεβαιώσουμε, απλά γιατί έχουμε πεθάνει πριν απ’ αυτήν …

 

 

                                                                                                               Κυριάκος Γ. Κώτσογλου

                                                                                                 Μηχανικός Παραγωγής & Διοίκησης PhD