12142017Πεμ
ΕνημέρωσηΠεμ, 09 Νοε 2017 11am

Λάβετε Φάγετε, Καθάρματα

 
Ο Λόχος τροφοδοσίας ήταν σχετικά μικρός, μόλις 70-80 άτομα. Και το στρατόπεδο το ίδιο όμως εκτεινόταν σε μια αρκετά περιορισμένη έκταση, στις παρυφές ενός λόφου, που οι ντόπιοι συνήθιζαν να αποκαλούν "το βουνό" ελλείψει άλλου συγκρίσιμου μεγέθους. Από το στρατόπεδο αυτό εφοδιάζονταν με τρόφιμα και ψωμί όλα τα στρατόπεδα και τα φυλάκια της μεθορίου, γι’ αυτό και ο χώρος όλος ασφυκτιούσε από την ύπαρξη δεκάδων μικρών και μεγάλων αποθηκών που η σταδιακή με το πέρασμα των χρόνων επέκτασή τους προς κάθε πιθανή και απίθανη κατεύθυνση δημιούργησε μία παράλογη και τερατώδη μυρμηγκοφωλιά που απειλούσε με ολοκληρωτική κατάρρευση σε περίπτωση κάθε διορθωτικής κίνησης εξανθρωπισμού της.

Αναγνώρηση Εχθρού

   Οι διαταγές που είχαμε, όταν φτάσαμε στο λόφο, ήταν απλές. Σε περίπτωση που παρουσιαζότανε ο εχθρός έπρεπε αμέσως με τον ασύρματο να ειδοποιήσουμε το αρχηγείο και να κρατήσουμε τη θέση μας πάση θυσία, μέχρι να φτάσουν οι ενισχύσεις. Τα δεκαπέντε άτομα της ομάδας που είχαμε αναλάβει την αποστολή πιάσαμε δουλειά αμέσως: σκάψαμε βαθιά χαρακώματα, που ενισχύσαμε με σάκους γεμάτους χώμα, στήσαμε συρματοπλέγματα και ανθρωποπαγίδες καθώς και δυο πολυβόλα σε καίρια σημεία. Μια αποδεκατισμένη μονάδα μηχανικού ανέλαβε να σκάψει το αμπρί βαθιά μέσα την πλαγιά του λόφου, ώστε να είμαστε προστατευμένοι από το σφυροκόπημα του εχθρικού πυροβολικού.
 
Εκεί μέσα εγκαταστήσαμε τον ασύρματο, στο κέντρο ακριβώς του αμπριού, σαν σκοτεινή θεότητα, και ένα πρόχειρο φαρμακείο που αποτελούνταν από γάζες, παυσίπονα και κάτι χοντρές αμπούλες μορφίνης, αυτές για το τέλος. Στα υγρά τοιχώματα σκάψαμε τα στενά κρεβάτια μας για να κερδίσουμε χώρο ή για να συνηθίζουμε σιγά – σιγά, όπως λέγαν οι παλιότεροι. Τέρμα στο βάθος στοιβάξαμε τα κιβώτια με τις προμήθειες, αρκετές γα ένα μεγάλο χρονικό διάστημα.

Ευτυχισμένος Κόσμος

Ξύπνησα απότομα τα ξημερώματα. Μουσκίδι στον ιδρώτα πάλι. Αν είχα δείτε τίποτε όνειρα, δεν τα θυμόμουν. Έκανα στα βιαστικά ένα ζεστό καφέ και κάθισα δίπλα στο παράθυρο του μοναδικού μου δωματίου να κοιτάζω έξω το γκρίζο φως καθώς απλωνόταν στους δρόμους και στα κτίρια και να περιμένω την ώρα να περάσει. Η κίνηση ήταν ακόμη σχεδόν ελάχιστη. Δυο – τρία ιπτάμενα οχήματα στον ουρανό που πετούσαν βαριά σαν προϊστορικά πτηνά, ένα ψωραλέο αδέσποτο και μερικοί σκουπιδιάρηδες κάτω στο δρόμο που σάρωναν κουρασμένα τα σκουπίδια της προηγούμενης. Ήπια μια γουλιά απ’ τον καφέ μου. Ο σκύλος τέντωσε το κεφάλι του προς τον ουρανό για λίγο και σωριάστηκε χάμω. Οι σκουπιδιάρηδες φόρτωσαν το πτώμα του στο καρότσι τους και ξεκίνησαν να χάνονται στο βάθος της λεωφόρου.

Ο πιο ψηλός άνθρωπος του κόσμου

 
Ανοίγω τα μάτια μου. Απόλυτη έλλειψη βαρύτητας. Λύνω τους ιμάντες που με κρατάνε δεμένο στην κουκέτα μου και με απαλές χορευτικές κινήσεις σηκώνομαι και πλησιάζω το φινιστρίνι. Νιώθω ελαφρύς, απόλυτα εξοικειωμένος με το σώμα μου. Τα δυο φεγγάρια του Κρόνου έχουν μόλις ανατείλει  και το θέαμα είναι μαγευτικό. Μέσα στη σκοτεινιά του διαστημικού θαλάμου αναβοσβήνει στον υπολογιστή η ένδειξη ότι μόλις έφτασε μήνυμα από τη γη με τη συνηθισμένη καθυστέρηση των δυο εβδομάδων. Το αφήνω να περιμένει. Το περιοδικό φως προσθέτει μια νότα κάπως γιορτινή στο μεγαλείο της στιγμής. Έκρηξη χρωμάτων. Διάπυροι μετεωρίτες βομβάρδιζαν την αχανή έκταση του πλανήτη και χάνονται σαν κόκκοι άμμου αφήνοντας πίσω τους μια φωτεινή αύρα. Νιώθω στο σώμα μου να αντηχεί η μελωδία του Σύμπαντος. Η καρδιά μου συντονίζεται. Πόσα θα΄χω να διηγηθώ, όταν κάποτε γυρίσω πίσω.

Ίσως ο Θάνατος

Είναι συνηθισμένο όσο πιο πολύ βλέπει κανείς το τέλος της ζωής του να πλησιάζει τόσο περισσότερο να φιλοσόφεί για τα ανθρώπινα αλλά και για το θάνατο και για το τι γίνεται μετά, αν βέβαια γίνεται ο,τιδήποτε. Απ’ τον κανόνα αυτό βέβαια ξεφεύγουν συνήθως οι πολύ θρήσκοι-και αυτοί όχι όλοι- και όσοι βρίσκουν βίαιο και ξαφνικό θάνατο. Στη δεύτερη περίπτωση τις περισσότερες φορές οι τελευταίες σκέψεις δυστυχώς κάθε άλλο παρά υψιπετείς είναι. Εκεί που οδηγάς και σκέφτεσαι αν έκλεισες το μάτι της κουζίνας, αν προλαβαίνεις τις προθεσμίες του δανείου, αν θα φύγει ο λεκές απ’ το καλό σου σακάκι, τσακ αποκεφαλίζεσαι σε μια σφοδρή σύγκρουση με το τριαξονικό ενός μισοκοιμισμένου νταλικέρη που θεωρεί την εθνική οδό προσωπικό του μονόδρομο. Και μένει το κεφάλι σου εκεί,στο κάθισμα του συνοδηγού, σαν ευγενικός συνεπιβάτης, με τις τελευταίες σκέψεις σου για πάντα αποτυπωμένες μέσα του, μόνο που ευτυχώς κανείς δεν μπορεί να τις δει. Αντίθετα, όσοι προλαβαίνουμε να γεράσουμε-διαδικασία που δεν είναι πάντα τόσο εύκολη όσο νομίζουμε κι ευχόμαστε- έχουμε όλο το χρόνο να κάνουμε αναδρομές στη ζωή μας αναζητώντας ίσως κάποια δικαίωση στις επιλογές μας, και κυρίως να σκεφτούμε το θάνατο προσπαθώντας να χαλκεύσουμε μια θεωρία καθησυχαστική που θα νανουρίζει το φόβο μας. Επιστρατεύουμε τα αποφάγια μιας θρησκείας που μας τάισαν στη νιότη μας, όσα πρόχειρα λείψανα μιας βαρετής σχολικής εκπαίδευσης και κυρίως κάποια σκόρπια διαβάσματα από ΄δω κι από ΄κει για μεταθανάτιες εμπειρίες και άλλα θαυμαστά, ανίκανοι στο βάθος να καταλάβουμε πως ανήκουμε όλοι στο γένος των μελλοθανάτων και πως οδεύουμε γυμνοί και ανυπεράσπιστοι.

Πως Να Ξεγελάσεις Το Θάνατο (μέρος δεύτερο)

Περίληψη ά μέρους
 
Ένας άντρας ξυπνάει σ΄ένα βρωμερό και άθλιο νοσοκομείο, χωρίς να θυμάται ποιος είναι ούτε πώς βρέθηκε εκεί. Τα δυο του πόδια είναι σπασμένα και το κεφάλι του χτυπημένο. Στο διπλανό κρεβάτι ένας γέρος δίνει μάχη με το θάνατο και τα βράδια μουρμουρίζει αριθμούς. Στην αρχή δεν δίνει σημασία. Όταν όμως το μωρό στο κρεβάτι 232 πεθαίνει αιφνίδια, ο άντρας ότι το προηγούμενο βράδυ είχε ακούσει το γέρο να ψιθυρίζει τον αριθμό αυτό. Είναι δυνατό να συνέβη κάτι τέτοιο; Μήπως είναι απλώς ένα παιχνίδι του ταραγμένου μυαλού του;

Σινεφίλ

Η όλη ιστορία αρχίζει μ’ ένα φόνο. Αδικαιολόγητα σκληρό θα έλεγα τώρα που μετά από τόσα χρόνια έχω πάρει μια απόσταση από τα πράγματα. Καμιά φορά η απελπισία σε κάνει πιο σοφό. Ένας άνθρωπος ξυλοκοπείται άγρια σχεδόν μέχρι θανάτου και θάβεται ζωντανός για κάτι κωλοχρέη που δεν έχει να πληρώσει. Δεν ήταν ούτε καν απαραίτητος ο φόνος, έπρεπε όμως να σταλεί το μήνυμα στην πιάτσα πως όποιος δεν ξοφλάει τα χρέη του ξοφλάει ο ίδιος, και κυρίως να τονιστεί πόσο κάθαρμα ήταν ο ήρωας, δηλαδή εγώ, και πόσο δίκαιο το αποτρόπαιο τέλος του. Μέχρι να φτάσουμε εκεί βέβαια συμβαίνουν κι άλλα φρικτά –τα περισσότερα από μένα και μερικά από τα παλικάρια μου- και όλα αυτά βουτηγμένα σ’ ένα θλιμμένο ασπρόμαυρο φόντο. Σειρήνες να ουρλιάζουν, κυνηγητά μέσα στη νύχτα, πυροβολισμοί, η μοιραία ξανθιά και βέβαια αλκοόλ. ’φθονο αλκοόλ. Η σκηνή που μεθάω και πέφτω αναίσθητος έγινε σιγά-σιγά η αγαπημένη μου έπειτα από τόσες αμέτρητες γαμημένες επαναλήψεις.
Όταν πρωτοβγήκε η ταινία έκανε αναπάντεχα μεγάλη επιτυχία. Ήταν εποχή οικονομικής ανόδου και ο κόσμος βολεμένος διψούσε φαίνεται για κάτι τέτοια. Εξωπραγματικές γκόμενες, σκληρά αντράκια και αίμα. Και στο τέλος η τυφλή δικαιοσύνη αποκαθιστά την ηθική τάξη κι όλοι πάνε σπιτάκι τους χαρούμενοι, ξελαφρώνουν στις τουαλέτες τους και γρήγορα για ύπνο. Γαμημένοι μπάσταρδοι…

Πως να σκεπάσεις το θάνατο

Ούτε ξέρω πως βρέθηκα εκεί. Κάποια στιγμή απλώς άνοιξα τα μάτια μου σ’ ένα τρομερό πονοκέφαλο. Ο χώρος μύριζε έντονα χλωρίνη και κάτουρο. Το πρώτο πράγμα που αντίκρισα ήταν τα πόδια μου, αν και μου πήρε λίγο χρόνο μέχρι να συνειδητοποιήσω ότι τα δικά μου. Κρέμονταν με ιμάντες σε ύψος 30 – 40 εκατοστών από το κρεβάτι που ήμουν ξαπλωμένος και είχαν γύψο σχεδόν μέχρι τους γοφούς. Ένα βρώμικο γκρι σεντόνι μου σκέπαζε το στήθος. Τα αντικείμενα γύρω έμοιαζαν να μη μπορούν να μείνουν σε μια σταθερή θέση. Ένιωθα ναυτία και μια έντονη τάση για εμετό, πράγμα πολύ ανησυχητικό αφού έτσι όπως ήταν δεμένα τα πόδια μου δεν μπορούσα να γυρίσω ούτε από τη μια ούτε από την άλλη πλευρά. Έκλεισα τα μάτια μου και μετά από λίγο έπεσα σε λήθαργο.

Βραδινή Περίπολος

Όταν ήμουν στο στρατό συχνά αναρωτιόμουν αν σ’ αυτό τον τόπο χτίσανε ποτέ πραγματικά στρατόπεδα, αφού όλες μου οι μεταθέσεις ακολούθησαν την πορεία από στρατόπεδο-πρώην φυλακές σε στρατόπεδο-πρώην αποθήκες,, έτσι που στο τέλος να πιστεύω πως όλα αυτά ήταν ένα ύπουλο σχέδιο της διοίκησης για να επιβάλλει πιο εύκολα την πειθαρχία μέσα σ’ αυτά τα θλιβερά κτίρια-φαντάσματα. Φτάνοντας έξι μήνες πριν το τέλος της θητείας μου στο μέρος απ’ όπου έμελλε ν’ απολυθώ, παρά την προηγούμενη πείρα μου δεν κατόρθωσα στην αρχή να προσδιορίσω σε τι χρησίμευαν παλιά τα κτίρια που δέσποζαν μελαγχολικά δίπλα στα συρματοπλέγματα περίφραξης και σε μια εγκαταλειμμένη σιδηροδρομική γραμμή. Το στρατόπεδο έμοιαζε αχανές χωρίς να υπάρχει κανένας ιδιαίτερος λόγος γι’ αυτό αφού όλοι κι όλοι ήμασταν καμιά εβδομηνταριά ψυχές. Τα περισσότερα κτίρια ήταν σφραγισμένα μια και δεν χρησίμευαν σε τίποτα και αρκετά απομακρυσμένα το ένα από το άλλο. Γενικά το σύνολο ανέδιδε μια οσμή παρακμής που σου έσφιγγε την καρδιά. Η υγρασία σχημάτιζε περίπλοκους λεκέδες πάνω στους ξεφτισμένους σοβάδες ενώ τα παράθυρα των πάνω ορόφων έχασκαν ξεδοντιασμένα και δυσοίωνα.

Οι εντυπώσεις ενός ταξιδευτή σκύλου

Οι γονείς μου, όπως και οι περισσότεροι γονείς απ’ όσο γνωρίζω, υιοθετούν, είτε συνειδητά είτε υποσυνείδητα, μια εντελώς ιδιόρρυθμη και εξόχως αντιεπιστημονική θεωρία για την έλευση των παιδιών στη ζωή. Πιστεύουν ότι οι ψυχές όλων των αγέννητων βρεφών είναι αιχμάλωτες σ΄ ένα τερατώδες  σύμπαν απίστευτου πόνου και οδύνης,  όπου μέσα σε φριχτά βασανιστήρια εκλιπαρούν
να έρθει γρήγορα η ώρα τους να γεννηθούν. Οι ωδίνες του τοκετού είναι το απαραίτητο αντίτιμο, που τουλάχιστον η δική μου μητέρα με την στιβαρή και ανυποχώρητη βοήθεια του πατέρα μου,ο οποίος έστελνε συνεχώς  μηνύματα συμπαράστασης από το κινητό και εντέλει ένα συγχαρητήριοτηλεγράφημα, αναγκάστηκε οικειοθελώς και ανυστερόβουλα να καταβάλει, ώστε αφενός εγώ και ο δίδυμος αδερφός μου να απαλλαγούμε από το ατέρμονο μαρτύριο, αφετέρου οι γονείς μας να αποκτήσουν το δαφνοστολισμένο τίτλο της Μητέρας και του Πατέρα, το μοναδικό που έλειπε από τη σχεδόν πλήρη συλλογή τους.

Υπόμνηση

Περπατούσε με μεγάλα βήματα ανοίγοντας δρόμο μέσα στο πλήθος, ένιωθε σαν να πήγαινε κόντρα στο ρεύμα ενός ανθρώπινου ποταμού, τυφλού, ορμητικού, ένιωθε τα χνώτα των άλλων στο πρόσωπό του και αηδίαζε, περπατούσε με γρήγορα βήματα, με σκυφτό το κεφάλι, ένας ζητιάνος τον τραβούσε από το μανίκι, βρωμιά, μισόλογα  με σάλια, τίναξε το χέρι του, περπατούσε και στο μυαλό του δούλευε την πιο σύντομη διαδρομή, περίπλοκοι συνδυασμοί από δρόμους, φανάρια που αργούσαν, λαϊκές αγορές, περπατούσε σφίγγοντας στο στήθος του το χαρτοφύλακα σαν αδιαπέραστη πανοπλία ή μες στη φαντασία του σαν αστυνομική ταυτότητα που του εξασφάλιζε ελεύθερη δίοδο μέσα από την ανθρωπομάζα.Εδώ και καιρό όλο και πιο βιαστικός καθώς σχολνούσε από τη δουλειά να γυρίσει σπίτι, μ’ ένα εσωτερικό αναστεναγμό ανακούφισης να κλείσει την πόρτα φυλακίζοντας τον κόσμο έξω, το βουητό, την καιροφυλακτούσα δυστυχία.       

Παππού, Ακόμη περιμένω

Η ίδια αλληλουχία γεγονότων και σήμερα, μια μουντή Δευτέρα στα πρόθυρα του χειμώνα. Ο μικρός επαναλαμβάνει την αγαπημένη του ρουτίνα, από νωρίς ξύπνιος και στημένος μπροστά στην πόρτα του διαμερίσματος να περιμένει τον παππού του με κάποια αδιόρατα ακόμη σημάδια νευρικότητας και ανυπομονησίας. Ο μικρός… πόσες φορές ευχήθηκε να μπορούσε να σταματήσει να τον σκέφτεται έτσι, να μπορούσαν έστω μια φορά, να συζητήσουν με τον άντρα της και να τον αναφέρουν με το κανονικό του όνομα. Τρεις απλές συλλαβές έγιναν το πιο ισχυρό ταμπού ανάμεσά τους κι ακόμα ένας λίθος στον τοίχο της αποξένωσής τους. Ο μικρός… δεκαοκτώ χρονών, καθισμένος στο καροτσάκι του αντικριστά, σχεδόν κολλητά στην πόρτα, με καθαρά ρούχα, φρεσκοπλυμένος, η χωρίστρα του προσεκτικά χτενισμένη, το κουτί με το κολατσιό του ακουμπισμένο στα γόνατα του. Περιμένει τον παππού του να έρθει να τον πάρει για ακόμη μία από τις φανταστικές τους εξορμήσεις, εφτά μέρες τη βδομάδα. Σηκώνει με δυσκολία τα χέρια του και πιάνει το χερούλι της πόρτας σαν θέλει να ελέγξει αν αυτός ο μυστήριος μηχανισμός εξακολουθεί να λειτουργεί και σήμερα.

Είδα την Ομορφιά

Ήταν περίοδος παραλαβής και όπως πάντα μετά από ένα μεγάλο διάστημα απραξίας, που είχε φέρει όλο το λόχο στα όριά του, επικρατούσε αναστάτωση και αδιάκοπα πήγαινε - έλα. Τα σημεία προσωρινής απόθεσης μέσα σε δύο μέρες - πρώτη φορά στα χρονικά - είχαν γεμίσει. Μάλλον θα γινόταν καμιά μεγάλη επίθεση από τη μια ή την άλλη πλευρά κι έρχονταν αδιάκοπα φορτηγά στη Νεκρή Ζώνη, ξεφόρτωναν και έφευγαν βιαστικά. Οι φούρνοι άρχισαν πάλι να δουλεύουν μέρα - νύχτα. Η στάχτη ανακατευόταν με το χιόνι, στροβιλιζόταν στον αέρα, σκέπαζε τα πάντα. Μια γνώριμη μυρωδιά κουκούλωσε τις αισθήσεις μας. Καλώς τηνα, μου ‘χε λείψει σχεδόν. Τι να πεις, όπως μάθει κανείς.

Σαν πατέρας (μέρος Ι)

Τριγυρνούσε για αρκετή ώρα στα στενά δρομάκια γύρω από το μαγαζί. Είχε αρχίσει να νυχτώνει σιγά-σιγά και η κίνηση αραίωσε αισθητά. Σε κάποια παράθυρα των μεγάλων καταθλιπτικών κτιρίων, που στο φως της ημέρας έμοιαζαν εγκαταλειμμένα και ακατοίκητα, άρχισαν να φαίνονται οι χλωμές αντανακλάσεις από τις αυτοσχέδιες φωτιές που άναβαν με ό,τι έβρισκαν πρόχειρο όσοι αναζητούσαν εκεί καταφύγιο για να περάσουν το κρύο βράδυ ή την υπόλοιπη ζωή τους. Ο αέρας παρέσερνε τα σκουπίδια του δρόμου κι έφερνε στ’ αυτιά του ήχους από υστερικές γυναικείες φωνές, αντρικές βρισιές, μπουκάλια που έσπαζαν και κλάματα.Δυο ψωραλέα σκυλιά στη γωνία πηδιόντουσαν σιωπηλά.

O Οβολός

Τρεις μέρες άδεια να φυσάει και να βρέχει συνέχεια, άλλοτε με λύσσα και άλλοτε χαμηλόφωνα, υπνωτιστικά. Όχι πως με πείραζε πολύ, δεν είχα άλλωστε ιδιαίτερα σχέδια, μόνο να αποτραβηχτώ στο μικρό μου ερημητήριο στη φωτιά μπροστά στο τζάκι. Είχα ξεκινήσει από το πρωί να πάω στο κοντινότερο χωριό – ο Θεός να το κάνει, δέκα σπίτια όλα κι όλα και μια μπακαλοταβέρνα με τρία τραπέζια στριμωγμένα ανάμεσα στα ετοιμόρροπα ράφια με τα βασικά είδη. Μια ώρα απόσταση με τα πόδια, και μέχρι να πάω και να έρθω είχα περονιάσει από το κρύο και την υγρασία. Ομίχλη είχε πέσει παντού κι ένιωθα σαν να περπατούσα σε μια φανταστική χώρα στη μέση του πουθενά.

Το είδωλο

Το πρωινό ξύπνημα ποτέ δεν ήταν το δυνατό μου σημείο, ιδιαίτερα αν το προηγούμενο βράδυ είχα εντρυφήσει στις κοσμικές απολαύσεις μιας καλοοργανωμένης δεξίωσης προς τιμήν ενός κάποιου το όνομα του οποίου αυτή τη στιγμή μου διαφεύγει. Τεντώθηκα νωχελικά συνδυάζοντας την εύθραυστη ευαισθησία ενός ποιητή σε φάση κατάθλιψης με την απειλητική χάρη ενός αρπακτικού υπό εξαφάνιση. Αν και η συμβία μου είχε από νωρίς φύγει για ταξίδι και δεν υπήρχαν μάρτυρες, δεν βλάπτει ποτέ να εξασκείσαι. Η πρώτη μου φροντίδα ήταν να σπεύσω στον καθρέφτη για να καταμετρήσω στο πρόσωπό μου τις απώλειες της χθεσινής νύχτας και να λάβω τα κατάλληλα αντίμετρα. Η διάθεσή μου ήταν αρκούντως μελαγχολική καθώς οι τελευταίες ηρωικές φυσαλίδες της σαμπάνιας που σχημάτιζαν γύρω από το μυαλό μου ένα προστατευτικό κλοιό έσκαγαν μ’ ένα ηδυπαθές πλοπ αφήνοντάς με ανοχύρωτο απέναντι στην πρωινή πραγματικότητα. Το χαμογελαστό είδωλο που αντίκρισα στον καθρέφτη ήταν εντελώς αταίριαστο με τις περιστάσεις και με ξάφνιασε δυσάρεστα. Έκλεισα τα μάτια και το αντικατέστησα πάραυτα με ένα βλοσυρό ύφος νούμερο δύο. Μην το παρακάνουμε πρωινιάτικα. Την υπόλοιπη μέρα ασχολήθηκα με τον εαυτό μου.
 

Ο λογογράφος

Τράβηξε τις μοβ κουρτίνες, πριν καθίσει στο γραφείο του. Το ελάχιστο δωμάτιο που ήταν όλο κι όλο το διαμέρισμά του γέμισε από σκιές. Μια αχτίδα φως γλίστρησε από τη χαραμάδα και άρχισε ένα νωχελικό παιχνίδι με τις σκόνες των βιβλίων. Ρούχα, χαρτιά πεταμένα εδώ κι εκεί, άδεια μπουκάλια φτηνό κρασί, τα απομεινάρια του χθεσινού του γεύματος που μουλιάζανε στο νιπτήρα συρρίκνωναν ακόμη περισσότερο το χώρο. "Μικρό αλλά δικό μου" είχε σκεφτεί, όταν πρωτομπήκε μέσα. Και εν πάση περιπτώσει καλύτερο από τα κοινά υπνωτήρια των πεντακοσίων ή χιλίων ατόμων όπου ζούσε το σύνολο σχεδόν του πληθυσμού. Ανταμοιβή για τους εμπνευσμένους λόγους που τόσα χρόνια έγραφε για τα μεσαία στελέχη της Πολυεθνικής που κυβερνούσε τη χώρα.
’ρχισε να ξύνει αργά-αργά το χαρτί. Οι λέξεις λίγο-λίγο σβήνονταν κάτω από την επίμονη προσπάθειά του. Τα νοήματα αποδιοργανώνονταν, το κείμενο όλο κατέρρεε. Χρατς-χρατς-χρατς άλλη μια πρόταση στην ανυπαρξία. Αυτό ήταν το πιο ευχάριστο κομμάτι της δουλειάς. Ποτέ όμως δεν κάθισε να σκεφτεί στα σοβαρά το γιατί. Σε λίγο άλλο ένα παλίμψηστο θα ήταν έτοιμο. Απαραίτητη διαδικασία, αφού το χαρτί ήταν σπάνιο και ο ίδιος επέμενε να γράφει τους λόγους του σε χειρόγραφα. Πίστευε ότι έτσι αποκτούσε μια πιο προσωπική αίσθηση που τον βοηθούσε να είναι αποτελεσματικότερος στους λόγους που έγραφε. Και πράγματι είχε μεγάλη επιτυχία. Διαρκώς ανέβαινε στην εκτίμηση των ανωτέρων. Και τώρα είχε φτάσει η μεγάλη ευκαιρία που περίμενε τόσα χρόνια.
.

Δις εις Θάνατον

Το νέο αναστάτωσε το χωριό, αν και τις τελευταίες τρεις βδομάδες οι χωρικοί το Περίμεναν και το φοβόντουσαν, ορισμένοι μάλιστα στις κουβέντες τους για το εξάχρονο κοριτσάκι που το τελευταίο διάστημα μονοπωλούσε τις συζητήσεις του γύρω από την ξυλόσομα του καφενείου, χρησιμοποιούσαν εδώ και μέρες παρελθόντες χρόνους κάθε φορά που αναφέρονταν στη μικρή, σαν να της έπλεκαν ήδη το επικήδειο εγκώμιο. Μη θέλοντας να διαψεύσει τις προβλέψεις τους η μονάκριβη κόρη του ’ρχοντα, παρέδωσε ήσυχα την ψυχή της ξημερώματα Σαββάτου, παραμονή των Χριστουγέννων. Ο μανιασμένος αέρας που φυσούσε ξηλώνοντας φύλλα και λαμαρίνες δεν άφησε να ακουστεί ο δυνατός θρήνος που ξεκίνησε στο σπίτι του ’ρχοντα και να ταράξει το γιορτινό ύπνο των χωρικών. Γύρω στο μεσημέρι, κι όταν πια το είχαν μάθει όλοι, ξεκίνησαν σιωπηλά τις προετοιμασίες.

To κορίτσι μετά την καταστροφή

Προχωρούσε σκυφτή. Η φιγούρα της πότε χανόταν και πότε ξεπρόβαλλε πίσω από αναποδογυρισμένα αυτοκίνητα, ερειπιώνες και σωρούς σκουπιδιών που σιγόκαιγαν βγάζοντας καπνό και μια μυρωδιά ανυπόφορη. Μικρόσωμη και αδύνατη, δεν πρέπει να ήταν παραπάνω από δεκατεσσάρων- δεκαπέντε χρονών. Για να προστατευτεί από την παγωνιά φορούσε αλλεπάλληλα στρώματα ρούχων που έπλεαν πάνω της και ήταν εντελώς αταίριαστα. Μάλλον θα τα είχε αρπάξει βιαστικά σε καμιά λεηλασία. Ο σκούφος που κάλυπτε το κεφάλι της αφήνοντας μόνο λίγες τούφες μαλλιών να εξέχουν, θα πρέπει να ήταν κόκκινος πριν καλυφθεί από διαδοχικά στρώματα βρώμας και καπνιάς. Είχε μια νευρική χάρη στο περπάτημά της και μια ευλυγισία απειλητική, έπρεπε όμως να μάθει πολλά ακόμη σε ζητήματα επιβίωσης. Αν προλάβαινε.

Το τέλος του Κόσμου

Σκούπισα με το μανίκι μου το θολό τζάμι και κοίταξα έξω το χιονισμένο τοπίο. Στριμώχτηκα πιο  βαθιά μες στο παλτό μου και άναψα τσιγάρο. Είχε σταματήσει να χιονίζει από το βράδυ, όμως οι κρύσταλλοι που είχαν σχηματιστεί στις προεξοχές του παραθύρου φανέρωναν πως το κρύο δεν είχε υποχωρήσει ούτε σπιθαμή. Μια αυτοσχέδια σόμπα κατέβαλε φιλότιμες προσπάθειες να ζεστάνει το χώρο, ήταν σαφές όμως ότι οι περιστάσεις την ξεπερνούσαν. Βόλεψα τα χέρια μου μέσα στις τσέπες και αφέθηκα να με νανουρίσει για λίγο η ρυθμική κίνηση του τρένου. Οι υπόλοιποι δεν είχαν ξυπνήσει ακόμα και απολάμβανα την ηρεμία του βαγονιού. Που και που φρόντιζα να τροφοδοτώ με ξύλα τη μάταιη προσπάθεια της σόμπας.
Ήμασταν καμιά εικοσαριά αυτοί που ξεκινήσαμε την προσπάθεια. Στην αρχή μας ένωσε ο φόβος και το ένστικτο της επιβίωσης. Ο Μεγάλος Πόλεμος είχε ρημάξει τα πάντα από άκρη σε άκρη. Όλες οι μεγάλες πόλεις καταστράφηκαν ολοσχερώς τα δύο πρώτα χρόνια. Έπειτα ακολούθησαν οι μικρότερες.

Tο τελευταίο παιχνίδι

  Οι θεοί της παιδικής μου ηλικίας με πληγωμένα γόνατα, αδύναμοι, σκληροί και ανελέητοι, σε μία επαρχιακή πόλη που ήτανε για μας ολόκληρος ο κόσμος. Στους θεούς αυτούς θυσιάζαμε ανέμελα τα απογεύματά μας όλο το παιδομάνι της γειτονιάς, και τις αργίες όλη σχεδόν τη μέρα, ώσπου μανάδες αλαφιασμένες ξεπρόβαλλαν στα μπαλκόνια κι αντηχούσε η γειτονιά από παιδικά ονόματα με ευδιάκριτη την απειλή ανάμεσα στις συλλαβές. Ορισμένες μάλιστα έστελναν τα μεγαλύτερα αδέρφια, εκνευρισμένα  που έπρεπε ν’ αφήσουν τις ασχολίες τους για να παίξουν το ρόλο αυτό ή ακόμα χειρότερα ερχόντουσαν αυτοπροσωπως.και μας έσερναν απρόθυμους από τ΄ αυτιά πίσω στη σπιτική θαλπωρή, στη μυρωδιά των φρεσκοσιδερωμένων ρούχων και στα θαμπά από το κρύο και τους ατμούς του μαγειρέματος τζάμια. Η νύχτα έφερνε μαζί της ένα πνιγηρό αίσθημα μελαγχολίας και τα πίσω δωμάτια του σπιτιού μας, που σκοτείνιαζαν πιο γρήγορα αποκτούσαν μια ακαθόριστη απειλητική χροιά.