06262017Δευ
ΕνημέρωσηΣαβ, 13 Μαϊ 2017 10am

Χείλη που δε φίλησα ποτέ

Ήταν το σωτήριο έτος 1970. Ήμουν 16 χρονών, ήθελα ακόμα μια τάξη για να τελειώσω το λύκειο, γα γίνω ακαδημαϊκός πολίτης, να σπουδάσω αυτό που ήθελα, να πραγματοποιήσω τα όνειρά μου.


Ιούνιος 2007 - φ.58

Με  την πρωινή δροσιά πήρε να κατηφορίζει πλάι στις αφίσες για τη νυχτερινή ζωή στην πόλη και τα κελαηδήματα των πουλιών του Δημοτικού Κήπου, το δρόμο από το ρολόι για να συναντήσει εκείνον που οδηγούσε στο κεντρικό ταχυδρομείο.

Φύλλο 91 - Ιούνιος 2010

Dum spiro spero ή  Patriam amamus

Βολοδέρνω την κόλα το χαρτί εδώ και δυο ώρες. Τη γυρίζω γύρω γύρω και δεν ξέρω τι να γράψω.  Θέματα υπάρχουν και μάλιστα πολλά αλλά από πού ν’ αρχίσω και που να τελειώσω…

Ιούλιος-Αύγουστος 2007-φ.59

ΑΓΙΑ  ΡΟΥΜΕΛΗ
(ΝΕΡΟ  ΕΛΛΗΝΙΚΟ)
Όλα  ξεκίνησαν  όταν  το  λεωφορείο  από  τα  Χανιά  έφθασε  στις  9  το  πρωί  στην  Ξυλόσκαλα,  κει  στον  Ομαλό.
Η  πρωινή  ψύχρα  του  βουνού  περόνιαζε  λίγο  τα  κόκαλα,  αλλά  ο  ήλιος  που  είχε  βγει  πολλά  υπόσχονταν  …
Ήταν  τέλος  του  Μάη.
Τα  εισιτήρια  βγήκαν  και  άρχισε  η  κάθοδος  του  γράφοντος  και  της  Άριας  στο  Φαράγγι  της  Σαμαριάς.

Φύλλο 90 - Μάιος 2010

Το απόλυτο κενό

Δεν έχει στεγνώσει ακόμα η μελάνη από τότε που συνέβησαν τα τραγικά γεγονότα στην Αθήνα.  Μιλώ για το θάνατο τριών ανθρώπων εργαζομένων αλλά και ενός βρέφους που τελικά δεν είδε αυτόν τον ωραίο >(;) κόσμο ποτέ.

Σεπτέμβριος 2007 - φ.60

Η  ΜΗΛΙΑ,  ΤΟ  ΜΗΛΟ,  ΤΑ  ΚΟΥΚΟΥΤΣΙΑ  ΚΑΙ  ΤΟ  ΦΙΔΑΚΙ
Γράφει ο Αριστείδης Κονίδης
Και  είπεν  ο  Κύριος  ……..
"Γεννηθείτω  το  Φως"  …….  και  έγινε!
Μετά  από  πολλές  γενέσεις,  τερατογενέσεις  εν  πάσει  περιπτώσει,  έπλασε  και  τον  άνθρωπο.
Σοβινιστικά  σκεπτόμενος,  πρώτα  τον  άντρα  και  στο  τέλος  άντε  ……  και  την  γυναίκα  για  να  του  κάνει  παρέα.

Εχθρός εντός των πυλών

Πονώ πολύ , πιστέψτε με πονώ πολύ που γράφω αυτές τις γραμμές, αλλά νομίζω ότι είναι η μόνη άμυνα που μου έχει απομείνει, σαν Έλληνας σαν άνθρωπος Έλληνας.

Οκτώβριος 2007 - φ.61

ΤΕΛΟΣ  ΕΠΟΧΗΣ
Άνοιξε  τα  μάτια  του.
Για  άλλη  μια  βραδιά   ξύπναγε  πάλι  με  τον  ίδιο  κόμπο  στο  λαιμό.
Κοίταξε  το  ρολόι  δίπλα  του,  ήταν  τρείς  το  πρωί.
Σηκώθηκε,  ντύθηκε  όσο  πιο  γρήγορα  γίνονταν.
Όχι,  δεν  μπορούσε  να  κάτσει  μέσα  στο  σπίτι,  ένιωθε  τους  τοίχους  να  τον  πλακώνουν, ήθελε  να  βγει  να  χαθεί  μέσα  στη  νύχτα,  μέρος  με  αυτή  να  γίνει.

Το κόκκινο ημερολόγιο

Από μικρός ήθελε  να έχει, να κρατά ημερολόγιο.  Να γράφει σ’ αυτό τα γεγονότα της ημέρας, κομμάτια απ΄τη ζωή του, θύμησες  γι’ αυτόν στα χρόνια που θα ερχονταν.  Πάντοτε το σκεφτόταν, δεν το αποφάσιζε, όμως. Όχι δε φοβόταν  να μοιραστεί με το χαρτί τις εμπειρίες  του, τις καθημερινές του επαφές με την πραγματικότητα αλλά όλο το ανέβαλλε.

Νοέμβριος 2007-φ.62

Η ΚΟΚΚΙΝΗ
Πάει πολύς καιρός που είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου, σε μοτοσικλέτα να μην ξανανεβώ.
Όχι, δεν είχα βαρεθεί. Είναι μια αγάπη που ποτέ δεν την βαριέσαι, ας πούμε ότι φοβάμαι λίγο είχα αρχίσει.
Όσο μεγαλώνει ο άνθρωπος αρχίζει και έχει φοβίες, ε λοιπόν μια από τις δικές μου, ήταν και αυτή.

Ο εραστής

Ήταν αρχές της  δεκαετίας του ’80 τότε που τα γεγονότα, ας πούμε , είχαν ακόμα  κανονική ροή παρά τις πρώτες απειλές  που είχαν αρχίσει να προδιαγράφονται  στον ορίζοντα.  Ήαν η εποχή  που νέες ασθένειες είχαν αρχίσει  να παρουσιάζονται, όπως το aids, αφήνοντας άλλους αδιάφορους και άλλους τρομοκρατώντας τους.

Ο Θέμης ήταν ωραίο  παιδί από φτωχή οικογένεια.  Είχε χάσει από μικρός τον πατέρα του και η μάνα του παρά τις  δουλειές του ποδαριού που έκανε, δύσκολα τα έβγαζε πέρα.

 

Έτσι και ο Θέμης  από μικρός μπήκε στα βάσανα.  Τις πρώτες τάξεις του γυμνασίου  τις τελείωσε για να μπει στη δουλειά.  ‘Επρεπε να συνεισφέρει κι αυτός  όπως μπορούσε.  Ήταν φιλότιμο παιδί  και πάντοτε πρόθυμος.  Τα χρόνια περνούσαν, πήγε στο στρατό, και κατόπιν άρχισε να σκέφτεται σοβαρά το μέλλον του.  Οι παρέες του δεν ήταν πια οι παλιές ακκά και ο ίδιος είχε αλλάξει, δεν είχε χάσει το φιλότιμό του αλλά αυτές ... οι παρέες, οι νέοι φίλοι είχαν τρόπους να κερδίζουν εύκολα χρήματα αρκετά για έναν νέο που στερημένη ζωή είχε ζήσει.

 

Εξάλλου τι το κακό υπήρχε στο να κρατά συντροφιά σε μεγάλες κυρίες ή να παρηγορεί μοναχικές γυναίκες.  ‘Ετσι κι αυτός δοκίμασε, την πρώτη φορά ένιωσε άσχήμα, πως πουλούσε τον εαυτό του αλλά τα χρήματα ήταν αρκετά.  Στη μητέρα του δεν είπε τίποτα αλλά εκείνη καταλάβαινε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με το παιδί της.  Άρχισε να βλέπει αλλάγές επάνω του, καινούρια, ακριβά ρούχα, κολώνιες και κάτι κοσμήματα που για φτηνά δε φαινόνταν.  Ανησυχούσε πολύ, φοβήθηκε ότι το παιδί της ήταν κλέφτης ή οτιδήποτε άλλο, αυτός την καθησύχαζε γελώντας.

 

Την αγαπούσε τη μάνα του, ήταν ο μόνος δικός του άνθρωπος, γι’ αυτή ζούσε.  Μέχρι που τον βρήκε το κακό, τόσα χρόνια δουλειά κλόνισαν την υγεία της γριούλας και μια μέρα, μια μέρα όπως όλες τις άλλες έκλεισε τα μάτια της.  Έμεινε μόνος. Ένιωσε μόνος, μίσησε τη ζωή που του στέρησε το πολυτιμότερο που είχε, ξέχασε ό,τι φιλότιμο του είχε μείνει άλλα και ό,τι ανθρωπια είχε, τώρα πια οι απολαύσεις της ζωής όπως αυτός τις ονόμαζε ήταν το παν, κανένας ηθικός φραγμός, κανένα όριο, το απόλυτο τίποτα, ο απόλυτος των αισθήσεων ξεπεσμός.  Το μόνο που υπήρχε γι’ αυτόν ήταν ο συναγωνισμός με τους υπόλοιπους της παρέας για την ποσότητα των γυναικών που θα «καμάκωνε» ο καθένας.

 

Τη γνώρισε σ’ ένα από τα συνηθισμένα «πάρτυ»  όπως έλεγαν τα μέρη των εφήμερων γνωριμιών.  Ήταν όμορφη γυναία, κοντά στα τριάντα, γύρω της όλοι οι άντρες συνωστίζονταν  για το ποιος θα την κατακτήσει.  Εκείνος είχε εμφανιστεί αδιάφορος... Τον πλησίασε εκείνη.  Είχε κάτι το μυστήριο επάνω της ακκά και μια σκληράδα ειμελώς κρυμμένη, του άρεσε, του έμοιαζε και ίσως κάτι πρωτόγνωρο, να είχε αρχίσει να ζεσταίνει την ψυχή του.  Η παρέα του ζηλεύονταν τον λίγο, θαυμάζοντας τον λίγο που σ’ αυτόν έλαχε το ουρί του παραδείσου τον πείραζε.

 

Δεν τον ένοιαζε.  Αυτή φρόντιζε πάντα να τον αφήνει στην κατάλληλη στιγμή χωρίς να προχωρεί ως εκεί που έπρεπε, είχε αρχίσει να θυμώνει με τον εαυτό του, αυτός ο θηρευτής γυναικών τώρα να φέρεται σαν σχολιαρόπαιδο;  Τον βασάνιζε, ένιωθε ότι είχε σαδισμό μέσα της αλλά δεν καταλάβαινε το γιατί.  ‘Ωσπου έφτασε η μεγάλη μέρα, σ’ ένα δωμάτιο ξενοδοχείου του δόθηκε.  Ο έρωτάς τους ήταν μακρύς, ηδονικός γιομάτος από πρώτες φορές και απολαύσεις.  Το πρωί όταν είδε το ρολόι του ήταν 9, έψαξε γι’ αυτήν δίπλα του άλλά δεν τη βρήκε.  Σηκώθηκε βαριεστημένα και ανοίγοντας την πόρτα του μπάνιου έμεινε εμβρόντητος νιώθοντας σαν παγωμένο νερό να κυλά στη ραχοκοκαλιά του από αυτό που διάβασε με κόκκινο κραγιόν, το κραγιόν της γραμμένο στον καθρέπτη:

 

«συνάδελφε εραστή,

Αυτό που ήσουν  ήμουν

Κι εσύ σ’ αυτό που είμαι ήρθες

Καλώς ήρθες στον κόσμο του aids

Μην ψάξεις, δεν θα με βρεις

Καλή τύχη»

Και ως υπογραφή ένα  φιλό από τα βαμμένα με το κόκκινο  κραγιόν χείλη της

Αριστείδης Κονίδης

 

Δεκέμβριος 2007 - φ.63

ΤΟ  ΑΛΟΓΑΚΙ  ΤΗΣ  ΠΑΝΑΓΙΤΣΑΣ
Έχουν  περάσει  από  τότε  τεσσεράμιση  χρόνια.
Ήταν  Ιούλης  του  2003.
Είχε  έρθει  η  στιγμή,  θα  πραγματοποιούσα  το  όνειρο  μου  ……..
Θα  εγκατέλειπα  την  πάνω  Ελλάδα  και  θα  κατέβαινα  για  μόνιμη  εγκατάσταση
στην  Κρήτη,  στα  Χανιά.
Μια  μέρα  νωρίτερα  είχα  βάλει  τα  λιγοστά  πράγματά  μου  στο  φορτηγό,  θα  έφθαναν  δύο  ημέρες  μετά  από  εμένα.

 

Η συνείδηση του Πινόκιο

Έχουν περάσει χρόνια από τότε. Από τότε που εργαζόμουν σ’ ένα χωριό της Αιτωλοακαρνανίας, από τότε που ήμουν νέος.

Μου άρεσαν κάθε Σαββατοκύριακο οι μακρινοί περίπατοι στην εξοχή έχοντας ένα κυνηγετικό όπλο στων ώμο πρόσχημα και αιτιολογία της βόλτας καθώς σχεδόν ποτέ δεν το χρησιμοποιούσα.  Το σακίδιο γέμιζε από αγριόχορτα που αποτελούσαν το λιτό βραδινό δείπνο.

Σε μια λοιπόν από τις εξορμήσεις μου αυτές τον συνάντησα.  Γεράκος, κοντούλης, αδύνατος, μάτια σπινθηροβόλα γιομάτα ζωντάνια, κοντό μουστάκι ένα τσιμπούκι στο στόμα και ένα καπελάκι στο κεφάλι.  Δεν ξέρω πώς μου ήρθε και τον ονόμασα έτσι ξαφνικά «η συνείδηση του Πινόκιο» και όντως ήταν σαν να έβγαινε από το ομώνυμο παραμύθι.

Μου μίλησε πρώτος. Γρήγορη ομιλία με τη χαρακτηριστική ντόπια προφορά, πλησίασε και κοίταξε το σακίδιο είδε  τα χόρτα και με ένα μικρό γελάκι είπε «έλα στο σπίτι να καθίσουμε και όταν είναι η ώρα θα σου πω που θα βρείς το λαγό».

Τον ακολούθησα, κάτι με τράβαγε κοντά του ενέπνεε μια γαλήνη, έτσι ένιωθα, αλλά και  η περιέργειά μου γι το τι θα ακούσω τα θα δω, ο λαγός που περίμενε.  Το σπιτάκι ήταν μικρό, δυο δωμάτια όλα και όλα αλλά καθαρά, περιποιημένα στο κέντρο του μεγαλύτερου από τα δύο μια παλιά ξύλινη κουνιστή πολυθρόνα απέναντι από μια ξυλόσομπα και ο γλόμπος στο ντιβάνι μαζί με ένα παλιό ραδιόφωνο συμπλήρωναν το διάκοσμο του δωματίου.

«Κάτσε, θα φτιάξω καφέ» μου είπε βάζοντας το μπρίκι πάνω στην ξυλόσομπα «Κάτω στο χωριό μένεις»; με ρώτησε και εξήγησα από πού είναι, τι δουλειά κάνω, με άκουγε προσεκτικά.  «Εσύ»; τον ρώτησα, «μόνος ή έχεις οικογένεια» «την κυρά μου την έχασα, η κόρη μου έφυγε και ο γιος στην επιστήμη»

Απέφυγα να τον ρωτήσω από τι διάβηκε η κυρά του και περισσότερο για τα παιδιά του, πάντα αποφεύγω τέτοιες ερωτήσεις προσωπικού χαρακτήρα τουλάχιστον είχε τα παιδιά του.  Η ώρα πέρασε και ορμήνεψε φεύγοντας που θα περιμένω το λαγό. Λες και είχαμε ραντεβού.  Παρόλο που ήξερα καταλάβαινα, πήγα για να ξεπαγιάσω περιμένοντας μέχρι αργά το βράδυ.

«τον παλιομπαγάσα» μονολογούσα κατηφορίζοντας το βουνό, με κορόϊδεψε αλλά μέσα μου ένιωθα μια συμπάθεια γ’ αυτόν λες και χρόνια τον ήξερα.  Όλη την εβδομάδα ανυπομονούσα, περίμενα να έρθει το σαββατοκύριακο να τον ξαναδώ.  Πίναμε τον καφέ κουβεντιάζοντας λέγοντάς του τα προβλήματά μου αλλά και τα νέα της εβδομάδας κάτι σαν εξομολόγηση που στο τέλος έκλεινε με το λαγό που ποτέ δεν περνούσε και ποτέ δεν έβλεπα αλλά εγώ πήγαινα άκουγα στ’ αυτιά μου το κοφτό γελάκι του την ώρα που έσπαζα στα κατσάβραχα τα πόδια μου εξαγνίζοντας τις πράξεις της ζωής μου και τα λάθη της εβδομάδας μου,  Είχα δεθεί μαζί του, τον ένιωσα σαν συγγενή μου και στη μοναξιά μου είχε μια τελείως διαφορετική άποψη για τη ζωή, τόσο απλή, λιτή αλλά γιομάτη που με εξέπληξε, λόγια σοφά βγαλμένα από το στόμα του μαζί με πολύ καπνό από το αναμμένο πάντα τσιμπούκι.

Είχαν έρθει και τα Χριστούγεννα , θέλαμε τρεις μέρες από τη μεγάλη των χριστουγέννων γιορτή όταν πήγα στο σταθμό των λεωφορείων για να υποδεχτώ τον παιδικό μου φίλο.  Είχε έρθει να περάσουμε τα Χριστούγεννα παρέα ,ε το που κατέβηκε και ύστερα από τα σχετικά άρχισα να του λέω για το νέο μου φίλο.  Γεμάτος περιέργεια και αυτός μου πρότεινε να πάμε.  Η επομένη ήταν αργία κι έτσι ξεκινήσαμε πρωί πρωί την ανάβασή μας.

Μαζί μου είχα ένα μπουκάλι κονιάκ και μερικά σακούλια καπνό, θα ’ταν το χριστουγεννιάτικο δώρο μου σκόπευα να τον καλέσω να φάει μαζί τη μέρα των Χριστουγένων.  Φτάσαμε στο σπιτάκι η  πόρτα ήταν κλειστή, και από την καμινάδα δεν έβγαινε καπνός,  την έσπρωξα και μπήκαμε, δεν ήταν υπέθεσα ότι θα είχε κατέβει για προμήθειες στο χωριό· άφησα τα πράγματα στο τραπέζι και πήραμε το δρόμο της επιστροφής Μπαίνοντας στο χωριό βρήκαμε τον παπά και τον ρώτησα _ ο παπάς και ο χωροφύλακας ήταν τα ενημερωμένα πρόσωπα.  Η είδηση για το θάνατο του φίλου μου ήταν σαν να έπεσε το βουνό στο κεφάλι μου τον έχε βρεί στην κουνιστή πολυθρόνα νεκρό το πρωί ένας βοσκός.  Τότε έμαθα και την αλήθεια για τα παιδιά του, η κόρη του είχε αυτοκτονήσει, ερωτικό δράμα είχαν πει τότε, ο γιος του νοσηλευόταν χρόνια σε ψυχιατρικό ίδρυμα _ αυτό εννοούσε λέγοντας ότι ο γιός του είναι στην επιστήμη κι εγώ ….

Είδα το φίλο μου να δακρύζει παρόλο που δεν τον είχε γνωρίσει και εμένα ν’ αναρωτιέμαι τώρα που ο Πινόκιο έχασε τη συνείδησή του θα μπορέσει τουλάχιστον να τραβήξει την προσοχή του πατέρα του του Τζεπέτο που τόσο τον είχε κουράσει;

Καλά Χριστούγεννα σε όλους

Και καλή χρονιά

Αριστείδης Κονίδης

Ιανουάριος 2008-φ.64

Τα γέρικα… τα άλογα
Γράφει ο Αριστείδης Κονίδης
Κυριακή απόγευμα.
Βόλτα στο Ρέθυμνο, έτσι για το τίποτα.
Να για να νοιώσω ότι ζω.
Την απραξία, την ακινησία, την ψυχική μου μαλθακότητα και την μονοτονία να μπορούσα τις ανταλλάξω με εικόνες.

Φύλλο 86 - Ιανουάριος 2010

Ένα εκατομμύριο εκατόν μία χιλιάδες εκατόν μία δρχ. και δέκα λεπτά

 

Χρόνια περίμενε για τη σύνταξη, θα 'ταν η λύτρωση γι' αυτόν, η ξεκούραση, η ελευθερία.

Κάθε μέρα, ίδια ώρα, το χτύπημα του ξυπνητηριού οριοθετούσε την έγερση για την εκκίνηση της μονότονης εργασίας. Μονότονη δεν είναι άραγε η δουλειά του υπαλλήλου;

 

Όσο και να προσπαθούσε να βρει κάτι το διαφορετικό σε αυτήν, πάντα κατέληγε στο κλείσιμο των ίδιων βιβλίων κάθε μεσημέρι, το προσεκτικό στοίβαγμά τους στην άκρη του γραφείου, ο αποχαιρετισμός με τους υπόλοιπους συναδέλφους και ο ίδιος δρόμος της επιστροφής. Πράγματα μηχανικά, καθημερινά, ίδια.

 

Μπήκε στον τελευταίο χρόνο της δουλειάς. Δεν το πίστευε! Και όπως για τον πρώτο του μισθό υπερηφανευόταν, έτσι και τώρα ένιωθε ότι έπαιρνε πόντους, ψήλωνε με το να λέει ότι μετρά λίγους μήνες από τη λύτρωσή του στους καινούργιους παρ' αυτόν καθήμενους.

 

Και έτσι έφτασε η πολυπόθητη μέρα που προσεκτικά πάλι τακτοποίησε τα χαρτιά στο γραφείο του για να το παραδώσει σαν σκυτάλη στον επόμενο “δρομέα” που θα τον αντικαθιστούσε.

 

Ακολούθησε η καθιερωμένη σεμνή γιορτή και χωρίς δάκρυα στα μάτια απομακρύνθηκε από τον τόπο του “μαρτυρίου” του, φοβούμενος μην αλλάξουν γνώμη και τον κρατήσουν.

 

Οι πρώτες μέρες κύλησαν υπέροχα. Βρισκόταν ακόμα στην προσπάθεια της κατανόησης της ελευθερίας του. “Πάει, σας έφυγε το πουλάκι!”, έλεγε γελώντας και καμάρωνε.

 

Το ξυπνητήρι δεν χτύπαγε πια την καθιερωμένη ώρα. Αυτός όμως από συνήθεια, την “άτιμη” συνήθεια των 32 χρόνων, σηκωνόταν νωρίς, πείθοντας τον εαυτό του ότι το έκανε γιατί καμάρωνε τον ερχομό της νέας μέρας.

 

Ο πρώτος χρόνος κόντευε να τελειώσει, όταν το βράδυ “κατά τον ύπνον”, όπως λένε και οι γιατροί, άρχισαν τα όνειρα, ότι ήταν στην εργασία του, ότι είχε άλυτα προβλήματα και το πρωί τον έβρισκε να κάθεται ανακούρκουδα στο κρεβάτι σιγοψυθιρίζοντας: “1.101.101.10 !” (Ήταν ακόμα τότε οι παλιές καλές δραχμούλες...)

 

Η κατάστασή του άρχισε να γίνεται σοβαρή και έτσι ο γιατρός του “εσυνέστησε” τα πρώτα του αντικαταθλιπτικά χαπάκια. Ο ύπνος τον έπαιρνε πια προτού προλάβει να πει το …101.10, αλλά τα όνειρα, όνειρα!

 

Τα χρόνια περνούσαν. Πήγαινε στο γραφείο του, καθόταν στην παλιά του θέση και έπινε καφέ με τους συναδέλφους του. Είχε αρχίσει η νοσταλγία μαζί με το πρώτο χαπάκι για την πίεση, ύστερα το δεύτερο για την πίεση γιατί δεν έφτανε μόνο το πρώτο, ύστερα για το ουρικό οξύ, ύστερα για εκείνα τα φουσκώματα στο στομάχι. Κατάντησε κινητό φαρμακείο, όπως τον κορόιδευαν στο σπίτι.

 

Τα αντικαταθλιπτικά δεν τον έπιαναν πια. Τώρα προχωρούσε στο δρόμο και έλεγε “1.101.101.10 !”, ακόμα και σε εκείνους που τον χαιρετούσαν.

 

Στην κλινική που νοσηλεύτηκε, του φέρθηκαν καλά. Δεν ήταν επικίνδυνος, εξ άλλου και άλλοι σαν κι αυτόν ήταν μαζί του. Να, ο πλοίαρχος συνέχεια υπολόγιζε σε ναυτικά μίλια τις αποστάσεις στο προαύλιο του νοσοκομείου, ο δε εφοριακός έκοβε ένα κομμάτι εφημερίδα νομίζοντας ότι έκοβε διπλότυπο με πρόστιμα.

 

Ύστερα από λίγο καιρό, τον άφησαν. “Έγινε καλά”, είπαν. Το μέτρημα, όμως, μέτρημα, καθώς και τα χαπάκια, ατελείωτη σειρά από μικρά, χρωματιστά, διαφόρων σχημάτων. Έτσι κύλησε η ζωή, μέχρι τον ένδοξό του θάνατο.

 

Στεφάνια εστάλησαν πολλά στην κηδεία του, από την υπηρεσία του και από τους παλιούς του συναδέλφους, όσοι πια είχαν μείνει στη ζωή. Μόνο που σε ένα από αυτά, κάποιος μπαγάσας (“γνωστό-άγνωστο” πειραχτήρι) αντί για τα σχετικά, είχε γράψει: “1.101.101.10 !”

 

 

 

Αριστείδης Κονίδης

 

Φεβρουάριος 2008-φ.65

Το  Σύνδρομο  και  ……….  η  Συνδρομή !
Σε  μια  εβδομάδα  η  σχολή  θα  έκλεινε.
Είχαν  έρθει  κιόλας  οι  γιορτές.
Από  καλοκαίρι  σε  φθινόπωρο  και  από  φθινόπωρο  σε  χειμώνα.
Αυτά  σκεφτόταν,  το  ξυπνητήρι  είχε  από  ώρα  χτυπήσει  αλλά,  αλλά  να  έξω  κρύο  και  τα  στρώματα  τόσο  ζεστά.

Μάιος 2007-φ.57

Ντζίλα  η  Μαύρη  ή  της  Παρακμής

γράφει ο Αριστείδης  Κονίδης
Κάποτε  ήταν  μια  μαύρη.
Μαύρη  στην  σκέψη  (όλα,  όλοι  ήταν  λάθος  εκτός  από  αυτή).
Μαύρη  στην  ζωή  της.
Μαύρη  στο  κορμί  της  (από  τα  χτυπήματα  της  μοίρας).
Την  είχαν  ονομάσει  Ντζίλα  η  μαύρη  ή  Ντζίλα  της  Παρακμής.
Περνούσε  άσκοπα  τις  ώρες  της  μικρής  ζωής  της,  μεταφέροντας  την  έμφυτη  κακομοιριά,  την  μιζέρια  και  την  δυστυχία  της  στα  άδεια  του  κόσμου  δωμάτια.

Μάρτιος 2008 - φ.66

ΙΔΑΝΙΚΟΙ  ΑΥΤΟΧΕΙΡΕΣ
Το  δείπνο  ήταν  κάτι  παραπάνω  από  καλό,  όλα  τα  ελέη  του  θεού  αραδιασμένα  στο  τραπέζι.
Και  αυτοί  οι  υπουργοί,  οι  υφυπουργοί,  με  τις  γυναίκες  τους,  τι  σικ  άνθρωποι !
Βέβαια  το  βλέμμα  του  για  μια  στιγμή  έπιασε  την  κυρία  υφυπουργού  να  βάζει  με  τρόπο  κεφτεδάκια  στο  γεμάτο  με  στράς  τσαντάκι  της  …..

Ιούνιος 2007 - φ.58

Θάλασσες  πάρτε  μας  μακριά,  σε  ορίζοντες  αλαργινούς
Ήταν  μια  νύχτα  του  Ιούνη.
Από  αυτές  τις  νύχτες  που  πολλές  φορές  την  ψυχή  ταλαιπωρούν,  τάσεις  φυγής  πυροδοτούν  και  θύμησες  στο  μυαλό  ξυπνούν.
Ειδικά  όταν  απέναντι  σου  ολόγιομο το  φεγγάρι  στον  ορίζοντα,  την  θάλασσα  ασημίζει.
Όταν  στην  απόλυτη  ησυχία  την  αναπνοή  και  τους  χτύπους  της  καρδιάς  σου  μπορείς  να  ακούσεις,  όταν  η  γλυκιά  αύρα  του  καλοκαιριού  που  έρχεται,  σαν  χάδι  το  κορμί  σου  να  αγγίξει  και  μυρουδιές  της  μάνας  γης  που  αλλάζει  από  τα  ανοιξιάτικα  στα  καλοκαιρινά  της  ρούχα  από  ολόγυρα  σε  τυλίγουν.

Απρίλιος 2008 - φ.67

ΤΟ  ΝΙΝΙ  …….
Ήταν  περασμένες  τέσσερις  το  πρωί  …..Χειμώνας.
Η  κίνηση  αραιή  ακόμη  στους  δρόμους  και  αυτός  επέστρεφε  στο  σπίτι.
Τα  γένια  του  άγρια,  είχαν  αρχίσει  να  φυτρώνουν  κάτω  από  το  πυκνό  γυναικείο  μακιγιάζ.