12172017Κυρ
ΕνημέρωσηΠεμ, 09 Νοε 2017 11am

Φύλλο 103 - Ιούλιος - Αύγουστος 2011

Μόνο να μη χάσουμε τη χαρά μας

Tης Mαριας Kατσουνακη

Για το μόνο που ανησυχούσε ήταν να «μη μας πάρουν τη χαρά μας. Δεν πειράζει, και με λίγα θα ζήσουμε. Αλλά τη χαρά μας…».


Με λένε Νικόλα κι απόθανα νωρίς.

‘Ημουνε δεν ήμουνε δεκοχτω χρονώ κι επήρα το λυράκι μου κι εμίσεψα εις το Νιου Γιορκ τση  Αμέρικας εργάτης εις τσι μίνες.  Είχα να δω το φως τση μέρας είκοσι χρόνια, όσα έκατσα έκειδά.

Θεατές

Η διασπάθιση του δημοσίου χρήματος. Η διαφάνεια και η απόδοση της δικαιοσύνης μέσω του εφευρήματος των εξεταστικών επιτροπών και ανερυθρίαστοι πολιτικοί λόγοι ηθικής από τα κόμματα την ώρα που καταρρέει κάθε έννοια κοινωνικού κράτους…

ΣΥΞΥΛΑ

Ήρθα τρεχάτος μέχρι εδώ είπ’ ο παλιάτσος στο ληστή

Κι αν σου ‘χει μείνει μια σταλιά ντροπή δώσε λιγάκι προσοχή

ἐμποροι πίνουν το κρασί μας και κλέβουνε τη γη

εσύ ‘σαι η μόνη μας ελπίδα σε περιμένουμε να ΄ρθεις

κάπου έξω μακριά ο άνεμος βογκά

ζυγώνουν καβαλάρηδες με όπλα και σκυλιά

(B.Dylan / Δ. Σαββόπουλος)

Φύλλο 100 - Απρίλιος 2011

«Πλήρης αποριών»

Αυτή τη φράση είχε ζητήσει ο Ρασούλης να γραφεί στον τάφο του∙ πως έφυγε «πλήρης ιδεών» Βρέθηκε νεκρός ύστερα από εννιά μέρες…

Μια κουλούρα χάσικο ψωμί

Αποβραδίς η γιαγιά μου μαλάκωνε το προζύμι, κνησάριζε  τ’ αλεύρι, ανάπηζε.  Με τη φέξη ζύμωνε, είχε πρωτανάψει το φούρνο, έψηνε. Ύστερα ανοίξανε οι φούρνοι. Μεγάλη ξεκούραση να γλιτώνεις το φούρνισμα. Χωριστήκανε σε μέρες οι μεριές του χωριού.

Αφασία στάιλ

«Η σύγχρονη γιγάντωση της παγκόσμιας παραγωγής περιττών αγαθών επέβαλε και ορισμένες παραχωρήσεις προς τις μάζες προκειμένου να εξωθηθούν στην κατανάλωση.  Τώρα, αν δεν ανήκεις στους «εκλεκτούς», δεν είσας πλούσιος, επιτυχημένος, διάσημος, μπορείς κάλλιστα να τους υποδύεσαι.

Φύλλο 98 - Φεβρουάριος 2011

Βραβεία ιδιωτικής αντίστασης

“ …Κάπου θέλουμε να ελπίσουμε οι άνθρωποι.  Σε κοινωνική ομάδα, σε θεσμό, σε επαγγελματική τάξη.

Απορία

Ανέβαινε η ομίχλη, σκόνταφτε στο ταβάνι ξανακατέβαινε διαχεόμενη στο μισοάδειο δωμάτιο. Στο στρώμα που κείτονταν κατάχαμα,  στην αναποδογυρισμένη καρέκλα, λες και κάποιος σηκώθηκε πολύ γρήγορα να φύγει, στο τραπέζι  ανάμεσα σ’ επιστολόχαρτα  τσαλακωμένα,

Φύλλο 96 - Δεκέμβριος 2010

Τα φιλέορτα ξόρκια της ανάγκης

Tου Παντέλη Μπουκάλα

Κάτω, οι σωροί των σκουπιδιών, διογκούμενοι μέρα με τη μέρα, υπενθυμίζουν με την oχληρή για το βλέμμα και την όσφρηση παρουσία τους ότι αποτελούν μόνιμο προεορταστικό διάκοσμο τα τελευταία χρόνια,

Cantabile

Ένα φύλλο χαρτί καλλιγραφίας πόσες εποχές το γράψανε κι ύστερα  το τσακίσανε, και το ξανατσακίσανε να ξεχαστεί στην τσέπη;

 

Ίσως αυτή της επιθυμίας.  Και της αλήθειας επίσης.  Την πρωτοκαθεδρία θα ‘χει η  παντός καιρού εποχή της αναζήτησης. Τώρα θα ‘πρεπε ξεκάθαρα να διακρίνεται και του νόστου η εποχή μα με τις κλιματικές αλλαγές είναι πια  δυσδιάκριτα τα χνάρια της. Η εποχή των δακρύων πάλι, θα εξορίζεται μάλλον εντός.

-Όλα καλά;

-Ναι, ναι, βεβαίως

Επαρκής η πραγματικότητα

Υπολειπόμενη η αγάπη

 

a tempo


Το πέλαγος που ανοίχτηκε μες στο χαμόγελό σου

Ένα κελάηδισμα στο βάθος των ματιών σου

Ένα φτερούγισμα στο χρώμα των μαλλιών σου

Κινούν το ποίημα

Πόσους ανέμους γήτεψα

Πόσα φεγγάρια γέμισα

Ως να σε συναντήσω

H αποθεώση της ανθρώπινης φωνής

«Είχαν τα χέρια δεμένα ή περασμένα σε χειροπέδες, και μολατάυτα τα δάχτυλα χόρευαν, πετούσαν, σχεδίαζαν λέξεις.  Οι φυλακισμένοι είχαν το κεφάλι καλυμμένο με κουκούλα. Αλλά αν έσκυβαν κάτι κατάφερναν να δούν από κάτω, ένα τόσο δα κάτι.  Μολονότι απαγορευόταν να μιλούν, εκείνοι κουβέντιαζαν με τα χέρια.

Ο Πίνιο Ούνγκερφελντ μου έδειξε το αλφάβητο των δαχτύλων, που το έμαθε χωρίς δάσκαλο  στη φυλακή: «ορισμένοι  ήμαστε κακογράφοι»  μου είπε. «’Αλλοι ήταν αριστοτέχνες στην καλλιγραφία»

Η ουρουγουανή δικτατορία ήθελε ο καθένας να μην είναι  παρά ένας, ο καθένας να είναι  κανένας: σε φυλακές και στρατώνες  σ’ ολόκληρη τη χώρα, η επικοινωνία  ήταν έγκλημα.  Μερικοί φυλακισμένοι πέρασαν πάνω από δέκα χρόνια θαμμένοι σε απομονωμένα μπουντρούμια μεγέθους φερέτρου χωρίς να ακούν άλλες φωνές εξόν από το βρόντημα των κάγκελων ή τα βήματα από τις μπότες στους διαδρόμους.  Ο Φερνάντες Ουιδόμπρο και ο Μαουρίσιο Πόζενκοφ, καταδικασμένοι σ’ αυτήν τη μοναξιά, σώθηκαν επειδή μπόρεσαν να μιλήσουν με χτυπήματα στον τοίχο.  ‘Ετσι διηγούνταν ο ένας στον άλλο όνειρα και αναμνήσεις, έρωτες και ψυχρότητες. Συζητούσαν, αγκαλιάζονταν, καβγάδιζαν. Μοιράζονταν βεβαιότητες και ωραιότητες, όπως επίσης αμφιβολίες και λάθη, κι ερωτήσεις από εκείνες που δεν έχουν απάντηση.  Όταν είναι αληθινή, όταν γεννιέται από την ανάγκη του λέγειν, την ανθρώπινη φωνή δεν τη σταματά κανένας.  Αν της στερήσουν το στόμα, εκείνη μιλάει με τα χερια, τα μάτια, τους πόρους, με οτιδήποτε.  Γιατί όλοι, μα όλοι, κάτι έχουμε να πούμε στους άλλους, κάποιο πράγμα που οι άλλοι αξίζει να το γιορτάσουν ή να ο συγχωρέσουν». (Εδουάρδο Γκαλεάνο)

 

Βούλα Καντεράκη

Η αποθέωση των αντιφάσεων

Σαν τραγική λιτανεία επαναλαμβάνεται η ανόητη μνήμη.  Απεναντίας, η ζωντανή μνήμη γεννιέται κάθε μέρα, επειδή αρχίζει απ’ ό,τι συνέβη και ενάντια σε ό,τι συνέβη.

Ιανουάριος 2007 - φ.53

Με το κεφάλι θολό από την πολύμηνη απομόνωση πήρε να κατηφορίζει προς το  Ρολόι για να συναντήσει το μεγάλο δρόμο.  Και τι ήταν ετούτος ο δρόμος, δηλαδή;  Άλλος ένα τρόπος να τρέχουν αυτοκίνητα πανικόβλητα, πανικόβλητες σκέψεις.  Πού και πού ερχόταν επισκέπτης απρόσκλητος το άσμα της νεότητας: "..κι από το αίμα πιο πικρό στο στόμα το φιλί σου…".  Τότε μόνο φιλί, εκείνο της μάνας, μέλι.  Λίγο αργότερα έμελλε να μάθει πως φιλί χωρίς πίκρα δεν υπάρχει.

Πάλι γελάνε μαζί μας

Μόλις πρωτοανοίξαμε τα μάτια μας ως ξαναγεννημένο ελληνικό κράτος, μας δείξανε το είδωλο της Δύσης.  Εκεί ήταν οι νέοι κυρίαρχοι του σύγχρονου κόσμου, και αν θέλαμε να προοδεύσουμε, στα δυτικά κράτη έπρεπε να προσκολληθούμε και σ’ αυτά να μοιάσουμε.  Η Δύση έγινε ο μόνος προορισμός μας.

Φεβρουάριος 2007 - φ.54

"Σίμερο πέμπο σου το τελεφτέο γράμα αγάπι μου νικόλα.  Πέντε χρόνους απόκαμα μπλιο. Σα δεν έδινες βουλή στα κλάηματά μου είπα μπας κι ήθελες καλιά να σου γράφω.  Ήσουνε που ήσουνε κακοκαρδισμένος στεφανιέα τηνε λέγανε στι ντιλεόρασι τιν αρόστια σου μη σε ντουσουντίζω κι εγώ αγάπη μου νικόλα.

Φύλλο 92 - Ιούλιος / Αύγουστος 2010

«Αν ασκηθείς να σε πετυχαίνουν πρώτα τα δικά σου χλευαστικά βέλη, ο πόνος που θα σου προκαλέσουν τα έξωθεν σχεδόν μηδενίζεται.

Μάρτιος 2007-φ.55

Δεν σου κρύβω πως  κάθε χρόνο τέτοιες μέρες δυσθυμία βαραίνει την ψυχή μου.  Η αλήθεια είναι πως αργούσε πολύ να ‘ρθει.  Τόσα χρόνια όλοι αδημονούσαν μα όταν ήρθε η αναμονή είχε χάσει τον ενθουσιασμό της.